Παρασκευή, 23-Αυγ-2024 07:52
Έρευνα ρίχνει φως στα υπέρ και τα κατά της διαλειμματικής δίαιτας
Της Βίκυς Κουρλιμπίνη
Οι δίαιτες χαμηλών θερμίδων και η διαλειμματική νηστεία δείχνουν ότι προσφέρουν πολλά οφέλη για την υγεία, εκτός από την απώλεια βάρους: μπορούν να καθυστερήσουν την εμφάνιση ορισμένων ασθενειών που σχετίζονται με τη γήρανση και να παρατείνουν τη διάρκεια ζωής.
Η κατανόηση της αντίδρασης του σώματός μας στη δίαιτα και τη νηστεία είναι ένα ζήτημα που απασχολεί τους ερευνητές εδώ και πολλά χρόνια. Στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (MIT), ερευνητές προσπάθησαν να ρίξουν φως σε αυτούς τους περίπλοκους μηχανισμούς. Η μελέτη δημοσιεύεται στο περιοδικό Nature.
Η έρευνα επικεντρώθηκε στις ικανότητες των βλαστικών κυττάρων που υπάρχουν στο ανθρώπινο έντερο και στο πώς η νηστεία μπορεί να ενισχύσει την ικανότητά του να αναρρώσει από τραυματισμούς ή φλεγμονές.
Οι ερευνητές του MIT διαπίστωσαν ότι η αναγέννηση των βλαστικών κυττάρων επιβραδύνεται κατά τη διάρκεια της νηστείας, αλλά επιταχύνεται μόλις ξεκινήσει η επανασίτιση.
Τρεις ομάδες ποντικιών μελετήθηκαν προσεκτικά σε αυτή την έρευνα. Η πρώτη ομάδα νήστεψε για 24 ώρες, η δεύτερη για 24 ώρες και στη συνέχεια τράφηκε ελεύθερα κατά τη διάρκεια μιας 24ωρης περιόδου επανασίτισης, ενώ η ομάδα ελέγχου διατήρησε σταθερές τις διατροφικές της συνήθειες καθ' όλη τη διάρκεια του πειράματος. Τα βλαστικά κύτταρα παρουσίασαν έντονη πολλαπλασιαστική δραστηριότητα στο τέλος της περιόδου επανασίτισης. Αυτά τα κύτταρα ήταν πιο ενεργά από εκείνα των ποντικιών που δεν είχαν νηστέψει καθόλου.
Κάθε νόμισμα όμως έχει δύο όψεις. Ενώ η αυξημένη δραστηριότητα των βλαστικών κυττάρων δίνει ώθηση στην "αναγέννηση", αυτά τα υπερδραστήρια κύτταρα είναι πιο επιρρεπή στο να γίνουν καρκινικά.
Τα εντερικά βλαστικά κύτταρα είναι από τα πιο ενεργά διαιρούμενα κύτταρα στο σώμα. Αυτή η συχνή κυτταρική διαίρεση τα καθιστά κοινή πηγή προκαρκινικών κυττάρων στο έντερο.
Οι ειδικοί επισημαίνουν πως χρειάζεται περισσότερη έρευνα για να δοθεί μια πιο σαφής εικόνα του ρόλου της νηστείας στην ανθρώπινη υγεία, συμπεριλαμβανομένων των πιθανών κινδύνων. Μέχρι τότε, η καλύτερη προσέγγιση είναι μια ισορροπημένη διατροφή, εξηγούν.
Η διαλειμματική νηστεία θεωρείται πως μπορεί να βοηθήσει στην απώλεια βάρους και τη μείωση του σωματικού λίπους, καθώς μειώνει τη συνολική πρόσληψη θερμίδων και μπορεί να αυξήσει την καύση λίπους. Μπορεί ακόμη να βελτιώσει την ευαισθησία στην ινσουλίνη, μειώνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2. Επίσης, μπορεί να μειώσει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα και να βελτιώσει την καρδιαγγειακή υγεία. Παράλληλα, η διαλειμματική νηστεία έχει συσχετιστεί με μειωμένα επίπεδα φλεγμονής, η οποία είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την ανάπτυξη πολλών χρόνιων ασθενειών.
Όμως μπορεί να προκαλέσει έντονο αίσθημα πείνας και κόπωσης, ιδιαίτερα κατά τις πρώτες ημέρες. Επιπλέον, μερικοί άνθρωποι μπορεί να καταλήξουν να τρώνε υπερβολικά κατά τις περιόδους που επιτρέπεται το φαγητό, αντισταθμίζοντας τα οφέλη της νηστείας.
Πηγή: thetoc.gr
Τι δείχνει η έρευνα.
Σημαντική αύξηση συνεχίζει να καταγράφει η θετικότητα για RSV στην κοινότητα.
Τι δείχνει νέα έρευνα.
Τα συμπεράσματα νέας επιστημονικής μελέτης για τους λάτρεις της καφεΐνης.
Οι μύες χρειάζονται όχι μόνο ενέργεια, αλλά και δομικά "υλικά" για να διατηρηθούν.
Τι δρόμους ανοίγει αυτή η μελέτη και σε ποιους άλλους καρκίνους θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί το πειραματικό αυτό εμβόλιο;
Ο κρίσιμος ρόλος του φυσικοθεραπευτή στο ΕΣΥ.
Η μελέτη διήρκεσε περισσότερα από 20 χρόνια.
Έως και 7 εκατ. περιπτώσεις καρκίνου θα μπορούσαν να αποτρέπονται κάθε χρόνο παγκοσμίως.
Ο καρκίνος εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τη δημόσια υγεία στην Ευρώπη.
Εκστρατεία ενημέρωσης "Σκέψου απλά" και υπογραφή τριών μνημονίων συνεργασίας για την ενίσχυση της πρόληψης, της έγκαιρης διάγνωσης και της φροντίδας ασθενών με Καρκίνο Πνεύμονα και ΧΑΠ.
Όλη η διαδικασία.
Σημαντικά αποτελέσματα στην έγκαιρη ανίχνευση σοβαρών νοσημάτων καταγράφει το εθνικό πρόγραμμα πρόληψης "Προλαμβάνω".
Τα ποσοστά νέων κρουσμάτων άρχισαν να αυξάνονται για όσους γεννήθηκαν από τη δεκαετία του 1980 και αργότερα.
Η κετογονική δίαιτα βασίζεται σε πολύ υψηλή κατανάλωση λιπαρών και ελάχιστους υδατάνθρακες.