Τετάρτη, 10-Ιουλ-2024 07:59
Οι τέσσερις μεγαλύτεροι μύθοι για τη διαλειμματική νηστεία και τι απαντούν οι ειδικοί
Της Βίκυς Κουρλιμπίνη
Πολλά έχουν γραφτεί αναφορικά με την ασφάλεια της διαλειμματικής νηστείας, που αποτελεί έναν από τους πιο δημοφιλείς τρόπους απώλειας βάρους, με τους ερευνητές να επικεντρώνονται στο κατά πόσο ωφελεί τον οργανισμό μας το να τρώμε συγκεκριμένες ώρες την ημέρα ή ημέρες την εβδομάδα.
Αυτό που έχει κάνει τόσο δημοφιλή τη διαλειμματική νηστεία είναι πως δεν χρειάζεται να μετράμε θερμίδες. Και πολλές έρευνες έχουν δείξει ότι είναι ασφαλής. Ωστόσο, λέγεται επίσης πως μπορεί να προκαλέσει απώλεια άλιπης μυικής μάζας, να οδηγήσει σε διατροφικές διαταραχές ή να μειώσει τις ορμόνες που σχετίζονται με το σεξ.
Πρόσφατη έρευνα που πραγματοποιήθηκε στις ΗΠΑ σε περισσότερους από 20.000 ενήλικες είχε δείξει άλλωστε πως όσοι ακολουθούσαν διαλειμματική νηστεία με κατανάλωση φαγητού σε διάστημα οκτώ ωρών την ημέρα είχαν 91% αυξημένο κίνδυνο θανάτου από καρδιαγγειακή νόσο.
Η πιο συνηθισμένη μέθοδος διαλειμματικής νηστείας είναι η 16/8, που σημαίνει πως επιτρέπεται η λήψη τροφής ή ποτού με θερμίδες για 8 ώρες την ημέρα (το λεγόμενο παράθυρο σίτισης), ενώ τις υπόλοιπες 16 ώρες (νηστεία) επιτρέπεται μόνο η κατανάλωση σκέτου καφέ ή τσαγιού και άλλων ποτών χωρίς θερμίδες, καθώς και νερού. Υπάρχει επίσης η νηστεία 5:2, κατά την οποία 2 φορές την εβδομάδα τρώμε ελάχιστες θερμίδες, γύρω στις 500 με 600, και τις υπόλοιπες 5 μέρες της εβδομάδας τρώμε κανονικά.
Σε ένα άρθρο τους στο Nature Reviews Endocrinology, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Ιλινόις του Σικάγο κατέρριψαν τέσσερις κοινούς μύθους σχετικά με την ασφάλειά της.
Δεν οδηγεί σε κακή διατροφή: Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η πρόσληψη ζάχαρης, κορεσμένων λιπαρών, χοληστερόλης, φυτικών ινών, νατρίου και καφεΐνης δεν αλλάζει/ αυξάνεται κατά τη διάρκεια της διαλειμματικής νηστείας, όπως και το ποσοστό της ενέργειας που καταναλώνεται από υδατάνθρακες, πρωτεΐνες και λίπος.
Δεν προκαλεί διατροφικές διαταραχές: Καμία από τις μελέτες που έχουν γίνει δεν δείχνει ότι η νηστεία οδήγησε τους συμμετέχοντες να αναπτύξουν κάποια διατροφική διαταραχή. Ωστόσο, οι ερευνητές λένε ότι όσοι έχουν ιστορικό διατροφικών διαταραχών δεν πρέπει να δοκιμάζουν διαλείπουσα νηστεία. Προτρέπουν επίσης τους παιδίατρους να είναι προσεκτικοί κατά την παρακολούθηση των παχύσαρκων εφήβων, γιατί αυτή η ομάδα έχει υψηλό κίνδυνο να αναπτύξει διατροφικές διαταραχές.
Η διαλείπουσα νηστεία δεν προκαλεί υπερβολική απώλεια άλιπης μυικής μάζας: Οι μελέτες δείχνουν ότι οι άνθρωποι χάνουν την ίδια ποσότητα άλιπου μυικου ιστού, είτε χάνουν βάρος με διαλειμματική νηστεία είτε με διαφορετική δίαιτα. Και στις δύο περιπτώσεις, η προπόνηση με αντιστάσεις και η αυξημένη πρόσληψη πρωτεΐνης μπορούν να αποτρέψουν την απώλεια μυών.
Η διαλείπουσα νηστεία δεν επηρεάζει τις ορμόνες του φύλου: Παρά τις ανησυχίες για τη γονιμότητα και τη λίμπιντο, ούτε τα οιστρογόνα, η τεστοστερόνη ούτε άλλες σχετικές ορμόνες επηρεάζονται από τη συγκεκριμένη δίαιτα, είπαν οι ερευνητές.
Πηγή: TheTOC.gr
Τι δείχνει η έρευνα.
Σημαντική αύξηση συνεχίζει να καταγράφει η θετικότητα για RSV στην κοινότητα.
Τι δείχνει νέα έρευνα.
Τα συμπεράσματα νέας επιστημονικής μελέτης για τους λάτρεις της καφεΐνης.
Οι μύες χρειάζονται όχι μόνο ενέργεια, αλλά και δομικά "υλικά" για να διατηρηθούν.
Τι δρόμους ανοίγει αυτή η μελέτη και σε ποιους άλλους καρκίνους θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί το πειραματικό αυτό εμβόλιο;
Ο κρίσιμος ρόλος του φυσικοθεραπευτή στο ΕΣΥ.
Η μελέτη διήρκεσε περισσότερα από 20 χρόνια.
Έως και 7 εκατ. περιπτώσεις καρκίνου θα μπορούσαν να αποτρέπονται κάθε χρόνο παγκοσμίως.
Ο καρκίνος εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τη δημόσια υγεία στην Ευρώπη.
Εκστρατεία ενημέρωσης "Σκέψου απλά" και υπογραφή τριών μνημονίων συνεργασίας για την ενίσχυση της πρόληψης, της έγκαιρης διάγνωσης και της φροντίδας ασθενών με Καρκίνο Πνεύμονα και ΧΑΠ.
Όλη η διαδικασία.
Σημαντικά αποτελέσματα στην έγκαιρη ανίχνευση σοβαρών νοσημάτων καταγράφει το εθνικό πρόγραμμα πρόληψης "Προλαμβάνω".
Τα ποσοστά νέων κρουσμάτων άρχισαν να αυξάνονται για όσους γεννήθηκαν από τη δεκαετία του 1980 και αργότερα.
Η κετογονική δίαιτα βασίζεται σε πολύ υψηλή κατανάλωση λιπαρών και ελάχιστους υδατάνθρακες.