Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 12-Ιουν-2015 14:42

    Πνευμονική εμβολή και πνευμονική υπέρταση

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Η πνευμονική εμβολή προκύπτει λόγω θρόμβων αίματος οι οποίοι εμποδίζουν τμήματα των αρτηριών στους πνεύμονες, συχνά έπειτα από θρόμβωση στις φλέβες του ποδιού ή αλλού. Η πνευμονική υπέρταση από την άλλη προκαλείται από την υψηλή αρτηριακή πίεση στις πνευμονικές αρτηρίες, οι οποίες μεταφέρουν το αίμα από την καρδιά στους πνεύμονες. Μπορεί να βλάψει το δεξιό μέρος της καρδιάς καθιστώντας το ανίκανο να κυκλοφορεί αποτελεσματικά το αίμα σε όλο το σώμα. Μπορεί να οδηγήσει σε καρδιακή ανεπάρκεια και να αποβεί μοιραία.

    Υπάρχουν δύο κύριοι τύποι πνευμονικών αγγειακών νόσων: πνευμονική εμβολή και πνευμονική υπέρταση.

    Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά:
    • Στην Ευρώπη, τα κρούσματα πνευμονικής εμβολής κυμαίνονται από 6 έως 20 ανά 10.000 άτομα ετησίως
    • Το 7-11 % των ατόμων με πνευμονική εμβολή δεν επιβιώνουν
    • Υπάρχουν 1,5 - 5,2 κρούσματα πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης ανά 100.000 άτομα στην Ευρώπη
    • Περισσότερες γυναίκες παρά άνδρες εμφανίζουν πνευμονική αρτηριακή υπέρταση
    • Η πνευμονική αρτηριακή υπέρταση χωρίς ειδική θεραπεία έχει μέσο ποσοστό επιβίωσης τα 2,8 χρόνια
    • Αν και η πνευμονική αρτηριακή υπέρταση είναι γνωστή ως σπάνια νόσος, η συνολική επιβάρυνση όλων των τύπων πνευμονικής υπέρτασης είναι άγνωστη

    Τα άτομα με πνευμονική εμβολή ενδέχεται να μην έχουν συμπτώματα, ή μπορεί να αντιμετωπίζουν οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
    •Δύσπνοια
    •Στηθάγχη
    •Βήχα
    •Βήχα με αίμα
    •Πυρετό
    •Ταχυκαρδία
    •Γρήγορη αναπνοή
    •Λιποθυμία
     
    Τα συμπτώματα πνευμονικής υπέρτασης μπορεί να περιλαμβάνουν:
    •Δύσπνοια
    •Εξαιρετική κούραση (κόπωση)
    •Μειωμένη ικανότητα άσκησης
    •Στηθάγχη
    •Βήχα με αίμα
    •Βραχνάδα

    Η πνευμονική εμβολή είναι συνήθως αποτέλεσμα θρόμβου αίματος στα πόδια ή την πύελο. Αυτός ο θρόμβος αίματος μπορεί να αποκοπεί και να κινηθεί κατά μήκος του φλεβικού συστήματος στις πνευμονικές αρτηρίες. Κάποιες ομάδες ατόμων διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης θρόμβων αίματος, όπως οι ηλικιωμένοι, άτομα που έχουν υποβληθεί σε ιατρική ή χειρουργική επέμβαση η οποία είχε ως αποτέλεσμα να παραμείνουν κλινήρεις για μεγάλες χρονικές περιόδους, άτομα με προηγούμενο ιστορικό θρόμβων αίματος και όσοι λαμβάνουν ορμονοθεραπεία και από του στόματος αντισυλληπτική θεραπεία.

    Οι αιτίες πνευμονικής υπέρτασης ποικίλουν από τα γονίδια ενός ατόμου, άλλες υπάρχουσες ασθένειες ή σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν υπάρχει κάποια γνωστή αιτία (ιδιοπαθής). Υπάρχουν πολλές διαφορετικές μορφές πνευμονικής υπέρτασης και κάθε μία αντιμετωπίζεται πολύ διαφορετικά. Οι γιατροί ταξινομούν την πάθηση σε πέντε κύριες ομάδες:
    •Πνευμονική αρτηριακή υπέρταση (ΠΑΥ) που οφείλεται σε διάφορες αιτίες
    •Πνευμονική υπέρταση λόγω αριστερής καρδιακής ανεπάρκειας
    •Πνευμονική υπέρταση λόγω πνευμονικών παθήσεων ή έλλειψης οξυγόνου (υποξία)
    •Χρόνια θρομβοεμβολική πνευμονική υπέρταση, όπου τα αιμοφόρα αγγεία αποφράσσονται ή στενεύουν από θρόμβους αίματος
    •Πνευμονική υπέρταση με ασαφή αιτία ή διάφορα συμπτώματα πρόκλησης

    Η πνευμονική εμβολή είναι συχνά δύσκολο να διαγνωστεί. Οι γιατροί βασίζονται στον εντοπισμό των συμπτωμάτων και στην εξέταση του ιατρικού ιστορικού του ασθενούς, μαζί με άλλες συνήθεις εξετάσεις όπως μία ακτινογραφία θώρακος ή ένα ηλεκτροκαρδιογράφημα. Οι εξετάσεις για να ελεγχθεί κάποιος για την ασθένεια περιλαμβάνουν επίσης εξέταση αίματος, γνωστή ως Δ-διμερή, για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο πνευμονικής εμβολής και αξονική υπολογιστική τομογραφία (CT), αγγειογραφία, τεχνική απεικόνισης η οποία χρησιμοποιεί ακτίνες Χ, αξονική τομογραφία και μαγνητική τομογραφία (MRI).

    Για τη θεραπεία της πνευμονικής εμβολής μπορούν να χρησιμοποιηθούν φάρμακα τα οποία είναι γνωστά ως αντιπηκτικά. Δύναται να παρασχεθεί συμπληρωματικό οξυγόνο σε άτομα που δυσκολεύονται να αναπνεύσουν. Τα θρομβολυτικά φάρμακα, τα οποία μπορούν να διαλύσουν τους θρόμβους στις πνευμονικές αρτηρίες, προτείνονται για τα άτομα που έχουν επίμονη καρδιακή ανεπάρκεια και υψηλό κίνδυνο ΠΕ. Σε περίπτωση που δεν κάνουν δουλειά αυτές οι θεραπείες, εναλλακτική επιλογή είναι η χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση του θρόμβου.

    Εξίσου δύσκολο να διαγνωστεί εγκαίρως είναι η πνευμονική αρτηριακή υπέρταση (ΠΑΥ), καθώς πολλοί ασθενείς δεν έχουν καθόλου ή έχουν λίγα συμπτώματα ή απλά φαίνονται ανήμποροι. Η ΠΑΥ μπορεί να προκύψει σε οποιαδήποτε ηλικία, ωστόσο ο μέσος όρος (μέση) ηλικίας ενός ατόμου που διαγιγνώσκεται με ΠΑΥ είναι τα 50 έτη. Οι γιατροί βασίζονται σε ανάλυση των συμπτωμάτων ενός ατόμου και εξετάζουν και άλλους παράγοντες, όπως η ηλικία και οι υφιστάμενες συνθήκες. Πολλά άτομα πηγαίνουν στο γιατρό αργά στην πορεία της νόσου, με ενδείξεις δεξιάς καρδιακής ανεπάρκειας.

    Πηγή: European Lung Foundation

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    Εφημερίες Φαρμακείων
    Εφημερίες Νοσοκομείων

    Επιμέλεια ύλης

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ