Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 29-Μαϊ-2020 00:04

    Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα (coronavirus edition)

    Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα (coronavirus edition)
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Ιωάννη Γκιτσάκη

    Ένας τίτλος που ξυπνά παιδικές αναμνήσεις! Ποιος δεν θυμάται τη συγκεκριμένη Κυριακάτικη εκπομπή της ΕΡΤ; Ποιος δεν έγραψε έκθεση στο σχολείο με θέμα την αστυφιλία; Θα αναρωτηθείτε βέβαια γιατί τα θυμήθηκα τώρα αυτά. Έχουν περάσει δεκαετίες από τότε αλλά είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα. Το βιώνω προσωπικά κάθε φορά που αναγκάζομαι να κατέβω στην Αθήνα για επαγγελματικούς λόγους. Γύρω από ένα, πραγματικά μοναδικό στον κόσμο, ιστορικό και πολιτιστικό κέντρο έχει οικοδομηθεί μία αχανής και απρόσωπη τσιμεντούπολη, στην οποία έχει συγκεντρωθεί ο μισός πληθυσμός της χώρας. Πιθανόν αυτό να αποτελεί και παγκόσμια πρωτοτυπία. Και με την πάροδο των ετών, στα ήδη υπάρχοντα από τη δεκαετία του 1980 προβλήματα προστίθενται συνεχώς και νέα: Μετανάστευση, περιβαλλοντική υποβάθμιση, εγκληματικότητα, Εξάρχεια, πορείες, καταλήψεις, μολότοφ και εσχάτως … κορονοϊός!

    Πάντα αναρωτιόμουν για ποιο λόγο επιλέγει κάποιος να ζήσει στην Αθήνα. Μπορώ να κατανοήσω ως ένα βαθμό τους επαγγελματικούς λόγους. Δεν μπορώ όμως να αντιληφθώ γιατί επιλέγει να ζει στην Αθήνα λ.χ. ένας συνταξιούχος ή ένας νησιώτης (το χειμώνα). Σε μία πόλη, που πέρα από άχαρη, μονότονη, ακριβή κλπ., είναι και επικίνδυνη. Όχι μόνο λόγω της αύξησης των ληστειών, της εγκληματικότητας, της ανομίας και των επεισοδίων, που αποτελούν πλέον σχεδόν καθημερινό φαινόμενο, αλλά και για λόγους υγειονομικούς. Η πανδημία του κορονοϊού ήρθε και έδεσε, σαν το κερασάκι στην τούρτα. Όλοι ξαφνικά θυμήθηκαν τα χωριά τους, τα νησιά τους, τα εξοχικά τους, την επαρχία γενικότερα. Συνειδητοποίησαν την ασφάλεια που μπορεί να τους προσφέρει, την προστασία απέναντι στον "ιό των μεγαλουπόλεων" (ας μου επιτραπεί ο "α λα Τραμπ" χαρακτηρισμός) και έφυγαν ή προσπάθησαν να φύγουν σαν κυνηγημένοι από το κλεινόν άστυ για να γλιτώσουν.

    Πιστεύω, λοιπόν, ότι η πανδημία του κορονοϊού αποτελεί την καλύτερη ευκαιρία για να προσεγγίσουμε και πάλι, με διαφορετική οπτική, τα ζητήματα της αστυφιλίας, της πληθυσμιακής κατανομής, της χωροταξικής διαίρεσης, της διοικητικής οργάνωσης, του ακαδημαϊκού "χωροταξικού" σχεδιασμού και του τουριστικού μοντέλου της χώρας. Ας αποτελέσει η πανδημία την αφορμή για την εκπόνηση ενός νέου στρατηγικού προγράμματος αποκέντρωσης, με ορίζοντα 30 ετών, για το σχεδιασμό και την υλοποίηση ενός νέου πληθυσμιακού, χωροταξικού, διοικητικού, ακαδημαϊκού και τουριστικού μοντέλου, το οποίο θα εξορθολογήσει σε μεγάλο βαθμό το σημερινό, στρεβλό και συγκεντρωτικό μοντέλο λειτουργίας της χώρας. Αντιλαμβάνομαι ότι ακούγεται υπέρμετρα φιλόδοξο έως και ουτοπικό, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και μη εφαρμόσιμο. Ας δούμε, λοιπόν, τους βασικούς άξονες ενός τέτοιου σχεδιασμού:

    (1) Διοικητική Αποκέντρωση. Ίσως η αρχή του κακού. Όλη η κεντρική Διοίκηση της χώρας, δημόσια και ιδιωτική, βρίσκεται συγκεντρωμένη στην Αθήνα. Λογικό θα σκεφτεί κανείς, αφού είναι η πρωτεύουσα της χώρας. Υπάρχει όμως και ο αντίλογος: Η πόλη της Καμπέρας, η πρωτεύουσα της Αυστραλίας. Μία πόλη πρότυπο, με πληθυσμό μόλις 400.000 κατοίκους, η οποία άρχισε να κατασκευάζεται το 1913, κυριολεκτικά από το μηδέν. Γιατί να μην γίνει κάτι αντίστοιχο και στην Ελλάδα; Γιατί να μην σχεδιάσουμε μία νέα πρότυπη πόλη, η οποία θα αποτελέσει τη διοικητική πρωτεύουσα της χώρας; Μια τέτοια πόλη θα μπορούσε να κατασκευαστεί λ.χ. στο νομό Βοιωτίας, προκειμένου να είναι εύκολα προσβάσιμη από την Αθήνα, η οποία βεβαίως θα παραμείνει πρωτεύουσα της χώρας.

    Η νέα αυτή πόλη θα αποτελέσει απλώς το διοικητικό κέντρο της χώρας. Σε αυτή θα μεταφερθούν σταδιακά, όλες οι κεντρικές, κυβερνητικές και διοικητικές, υπηρεσίες της χώρας (Υπουργεία, Οργανισμοί, ΔΕΚΟ κλπ.), αλλά και τα δικαστήρια, οι τράπεζες και άλλες μεγάλες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα. Στην Αθήνα θα παραμείνουν, για ιστορικούς λόγους, μόνο το Κοινοβούλιο, το Προεδρικό Μέγαρο και το Μέγαρο Μαξίμου. Επίσης, τα τρία ανώτατα δικαστήρια της χώρας (Άρειος Πάγος, Συμβούλιο Επικρατείας και Ελεγκτικό Συνέδριο). Και φυσικά οι υπηρεσίες του Δήμου Αθηναίων και της Περιφέρειας Αττικής. Μέχρι την πλήρη λειτουργία της νέας αυτής διοικητικής πρωτεύουσας, θα προσφερθούν σε όσους υπηρετούν ή απασχολούνται στις μεταφερόμενες υπηρεσίες ή επιχειρήσεις, οικονομικά κίνητρα, είτε για την αγορά ή μίσθωση κατοικίας στη νέα πόλη, είτε για την καθημερινή μετακίνησή τους σε αυτή, εφόσον επιλέξουν να συνεχίσουν τη διαμονή τους στην Αθήνα. Επαναλαμβάνω, ότι ο σχεδιασμός αυτός θα έχει ορίζοντα 30ετίας.

    Τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας νέας διοικητικής πρωτεύουσας της χώρας είναι προφανή: Καταρχήν θα αποφορτιστεί πληθυσμιακά η Αθήνα. Θα μειωθεί η κυκλοφοριακή συμφόρηση. Θα σταματήσει η οικιστική και περιβαλλοντική επιβάρυνση του λεκανοπεδίου Αττικής. Η αυθαίρετη δόμηση. Οι εμπρησμοί. Θα περιοριστούν οι καθημερινές πορείες και συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας στο κέντρο της Αθήνας και η ταλαιπωρία των πολιτών. Έτσι, η Αθήνα θα μπορέσει να ανακτήσει τη χαμένη αίγλη της. Θα μετατραπεί στο ιστορικό, πολιτιστικό και τουριστικό κέντρο της χώρας. Σε ένα τουριστικό προορισμό διεθνούς εμβέλειας και 365 ημερών, όπως η Ρώμη, το Παρίσι, το Λονδίνο και η Βιέννη.

    (2) Πληθυσμιακή αποκέντρωση. Το δεύτερο μεγαλύτερο πρόβλημα της Αθήνας. Της πόλης που συγκεντρώνει το μισό πληθυσμό της χώρας. Η πληθυσμιακή αποκέντρωση θα επιτευχθεί καταρχήν ως συνέπεια της διοικητικής αποκέντρωσης που περιγράφηκε παραπάνω. Ένα μεγάλο μέρος των εργαζομένων σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα θα μετακομίσει σταδιακά στη νέα διοικητική πρωτεύουσα της χώρας. Δεν αρκεί όμως μόνο αυτό. Ο σχεδιασμός της πληθυσμιακής αποκέντρωσης θα πρέπει να στοχεύει και στο γενικό πληθυσμό της Αθήνας και ιδίως στους συνταξιούχους. Προσωπικά δεν βρίσκω κανέναν απολύτως λόγο για τη διαμονή ενός συνταξιούχου στην πόλη της Αθήνας και όχι σε κάποια μικρή επαρχιακή πόλη, όπου η ζωή του θα είναι οικονομικότερη και ποιοτικότερη. Για την ακρίβεια, κατανοώ έναν μόνο λόγο: Την οικονομική δυσχέρεια. Θα πρέπει λοιπόν το πρόγραμμα της πληθυσμιακής αποκέντρωσης να προβλέπει και οικονομικά κίνητρα, προκειμένου να βοηθήσει ένα συνταξιούχο να πάρει την απόφαση για να μετακομίσει σε μια επαρχιακή πόλη. Αυτό θα είναι ευκολότερο στην περίπτωση συνταξιούχων που δεν έχουν ιδιόκτητη κατοικία στην Αθήνα. Για αυτούς θα αρκούσε ένας απλός κεντρικός σχεδιασμός που θα μπορούσε να τους κατευθύνει σε μια τέτοια απόφαση. Όπως λ.χ. μία βάση δεδομένων με κατοικίες προσφερόμενες προς ενοικίαση ή αγορά σε πόλεις και χωριά της επαρχίας, καθώς και ένα πρόγραμμα υποβοήθησης της διαδικασίας μετακόμισης. Τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας πληθυσμιακής αποκέντρωσης είναι εξίσου προφανή: Τόσο για την πληθυσμιακή αποσυμφόρηση της Αττικής, όσο και για την ποιότητα ζωής των συνταξιούχων. Θα αναφέρω μόνο, ότι οι συνταξιούχοι ίσως ανακαλύψουν στην επαρχία πως η σύνταξή τους δεν είναι τελικά και τόσο μικρή όσο πίστευαν.

    (3) Χωροταξική αποκέντρωση. Ένα ακόμη παράδοξο της χώρας μας είναι η πληθυσμιακή ανισορροπία. Η στρεβλή κατανομή του πληθυσμού. Δεν είναι μόνο η πληθυσμιακή υπερσυγκέντρωση στην Αθήνα και στο λεκανοπέδιο Αττικής. Είναι και η γενικότερη "χωροταξική" συγκέντρωση του υπόλοιπου πληθυσμού της χώρας σε τέσσερις μεγάλες πόλεις (Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Λάρισα και Ηράκλειο). Η έλλειψη δηλαδή μιας ισορροπημένης κατανομής του πληθυσμού της χώρας σε περισσότερες μεσαίου μεγέθους πόλεις (των 100.000 – 500.000 κατοίκων), οι οποίες θα είναι γεωγραφικά διασκορπισμένες στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας, όπως συμβαίνει στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

    Η πληθυσμιακή αυτή ανισορροπία της Ελλάδας θα μπορούσε να διορθωθεί χωροταξικά, μέσω της ανάπτυξης του silver economy. Πράγματι, όπως έχω προτείνει σε παλαιότερο άρθρο μου, η Ελλάδα θα πρέπει να εκπονήσει ένα σχέδιο κατασκευής νέων πρότυπων πόλεων για την ανάπτυξη του silver economy, με σκοπό την προσέλκυση εύπορων αλλοδαπών συνταξιούχων στη χώρα μας, για μακρά διαμονή ή μόνιμη εγκατάσταση. Το συγκεκριμένο σχέδιο ευνοείται μάλιστα σήμερα λόγω του κορονοϊού και των συνεπειών του. Οι νέοι αυτοί πρότυποι οικισμοί μπορούν να κατασκευαστούν με τη μέθοδο της ιδιωτικής χρηματοδότησης, μέσω συμβάσεων παραχώρησης ή ΣΔΙΤ. Όσον αφορά στη χωροθέτησή τους, αυτή θα πρέπει να γίνει με κεντρικό σχεδιασμό και με κριτήριο τη δίκαιη κατανομή του οικονομικού αποτελέσματος σε όλες τις Περιφέρειες της χώρας και ιδίως στις "φτωχότερες" εξ αυτών (Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, Ήπειρο, Δυτική Ελλάδα και Θεσσαλία), οι οποίες έχουν πολλές φυσικές ομορφιές και αδικούνται από την (υπερ)συγκέντρωση τουριστών σε τέσσερις μόνο Περιφέρειες της χώρας (Αττική, Κρήτη, Νότιο Αιγαίο και Πελοπόννησο).

    Τα πλεονεκτήματα ενός τέτοιου σχεδίου είναι επίσης προφανή: Καταρχάς θα υπάρξει μία ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας. Παράλληλα όμως θα επέλθει και μία ορθολογικότερη πληθυσμιακή κατανομή, καθώς είναι βέβαιο ότι η ανάπτυξη των νέων πρότυπων οικισμών θα δημιουργήσει και ένα αντίστοιχο ρεύμα πληθυσμιακής αποκέντρωσης, τόσο προς τους οικισμούς αυτούς, όσο και προς τις γειτονικές επαρχιακές πόλεις και τις πρωτεύουσες των αντίστοιχων νομών. Πράγματι, πολλοί κάτοικοι της Αθήνας θα θελήσουν να εγκατασταθούν σε επαρχιακές πόλεις, καθώς εκεί θα υπάρχει πλέον οικονομική ανάπτυξη, θέσεις εργασίας, αλλά και περισσότερες ευκαιρίες για κοινωνικές συναναστροφές. Αντίστοιχα, οι κάτοικοι των επαρχιακών πόλεων και ιδίως οι νέοι, δεν θα αναγκάζονται να τις εγκαταλείπουν, προκειμένου να αναζητήσουν ευκαιρίες για επαγγελματική απασχόληση και μια καλύτερη ζωή στις μεγάλες πόλεις.

    (4) Ακαδημαϊκή αποκέντρωση. Όπως έχω προτείνει σε άλλο άρθρο μου, η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να σχεδιάσει την κατασκευή ενός νέου University of Athens, δηλαδή ενός σύγχρονου πανεπιστημιακού campus, εκτός του κέντρου της Αθήνας. Το οποίο θα μπορούσε να αποκόψει τους "μπαχαλάκηδες" από το συνήθη χώρο δράσης τους και να χαράξει τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο παρελθόν του μπάχαλου και της ανομίας στα ελληνικά Πανεπιστήμια και στο μέλλον της σύγχρονης ακαδημαϊκής εκπαίδευσης. Το νέο αυτό University of Athens, θα μπορούσε επίσης να κατασκευαστεί με ιδιωτική χρηματοδότηση, ακολουθώντας το μοντέλο μίας σύμβασης ΣΔΙΤ ή μίας μικτής σύμβασης παραχώρησης και κατασκευής δημοσίου έργου. Αντίστοιχος σχεδιασμός θα μπορούσε να γίνει και για την κατασκευή ενός νέου Πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη, το οποίο θα βρίσκεται εκτός του κέντρου της πόλης. Και στις δύο περιπτώσεις, η ακαδημαϊκή αποκέντρωση θα είχε ως αποτέλεσμα και την αντίστοιχη πληθυσμιακή αποκέντρωση και παράλληλα, θα μπορούσε να συμβάλει δραστικά στον περιορισμό των φαινομένων ανομίας και ταραχών, τόσο στα ίδια τα Πανεπιστήμια, όσο και στο κέντρο των πόλεων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.

    (5) Τουριστική αποκέντρωση. Ένα ιδιαίτερα μεγάλο ζήτημα, το οποίο θα πρέπει να αναπτυχθεί σε ξεχωριστό άρθρο. Εδώ θα περιοριστώ στην επισήμανση, ότι το υπάρχον μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης της χώρας είναι κατεξοχήν συγκεντρωτικό. Τα οικονομικά οφέλη της τουριστικής βιομηχανίας περιορίζονται σε συγκεκριμένες Περιφέρειες της χώρας και ιδίως σε δέκα τουριστικά νησιά. Αντίστοιχη βεβαίως είναι και η πολεοδομική και περιβαλλοντική επιβάρυνση. Η πανδημία του κορονοϊού αποτελεί μια καλή ευκαιρία για την αλλαγή του υπάρχοντος τουριστικού μοντέλου της Ελλάδας. Από το μοντέλο του μαζικού τουρισμού, που συγκεντρώνεται κυρίως σε δέκα δημοφιλή νησιά, θα πρέπει να περάσουμε, ενδεχομένως και αναγκαστικά, σε ένα νέο τουριστικό μοντέλο, το οποίο θα διαμοιράζει την τουριστική ανάπτυξη στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας.

    Είναι δεδομένο πως όλοι οι τουρίστες δεν αναζητούν το ίδιο τουριστικό προϊόν. Δεν αναζητούν όλοι το κοσμικό ή το δημοφιλές νησί. Πολλοί τουρίστες ήδη αναζητούν κάτι διαφορετικό, πιο ήσυχο, πιο αυθεντικό, μακριά από το μαζικό τουρισμό. Και πλέον, μακριά και από τους υγειονομικούς κινδύνους του μαζικού τουρισμού. Έτσι, το τουριστικό μοντέλο της χώρας μας θα πρέπει να προσαρμοστεί στις νέες αυτές συνθήκες και στη νέα αυτή τουριστική ζήτηση. Άλλωστε, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί, ότι τα λιγότερο τουριστικά νησιά, όπως λ.χ. οι Φούρνοι, οι Λειψοί, η Λέρος, η Χάλκη, η Κάσος, η Αστυπάλαια, η Κίμωλος, η Αντίπαρος, η Σίκινος, η Σχοινούσα, η Ηρακλειά, η Αλόννησος, η Ιθάκη κ.ά., έχουν να ζηλέψουν κάτι σε φυσική ομορφιά, σε παραλίες, σε γεύσεις, σε φιλοξενία κλπ., σε σύγκριση με τα δημοφιλή τουριστικά νησιά.

    Δεν πρέπει επίσης να μας διαφεύγει και το γεγονός, ότι τουριστικό προϊόν δεν δημιουργεί μόνο ο προορισμός. Ενίοτε, το μοντέλο λειτουργεί και αντίστροφα: Το τουριστικό προϊόν δημιουργεί νέο προορισμό, όπως π.χ. στην περίπτωση του Costa Navarino. Κάτι που είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο σε άλλους δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς, όπως το Μεξικό, η Ταϊλάνδη κ.ά. Έτσι λ.χ. στο Μεξικό, πέρα από τη διάσημη παγκοσμίως Riviera Maya (Cancun, Playa del Carmen, Tulum), η κυβέρνηση δημιούργησε και ένα νέο τουριστικό προορισμό κυριολεκτικά από το μηδέν. Πρόκειται για την Costa Maya, στο νοτιοανατολικό άκρο της χερσονήσου του Yucatan, στην οποία, κατόπιν σχετικού κρατικού σχεδιασμού, επενδύονται σήμερα πολλά δισεκατομμύρια δολάρια από ιδιώτες και η περιοχή μετατρέπεται σταδιακά σε εξίσου δημοφιλή τουριστικό προορισμό παγκοσμίου επιπέδου. Δεν χρειάζεται να απαριθμήσω πόσες περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας προσφέρονται για κάτι αντίστοιχο, ειδικά στη Θράκη, την Ήπειρο και την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας. Δεν χρειάζεται επίσης να επισημάνω, ότι εν δυνάμει επενδυτές υπάρχουν ήδη στη χώρα, όπως λ.χ. η εταιρία Hard Rock, η οποία αποκλείστηκε πρόσφατα από το διαγωνισμό για το καζίνο του Ελληνικού. Όπως έχω αναφέρει σε προηγούμενο άρθρο μου, η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να προτείνει στην εταιρία Hard Rock τη συμμετοχή της σε άλλα, αντίστοιχου μεγέθους και σπουδαιότητας, επενδυτικά σχέδια στον τομέα του τουρισμού, του silver economy ή των μεγάλων θεματικών πάρκων.

    Μια πρώτη εικόνα, του νέου αυτού μοντέλου τουριστικής ανάπτυξης, θα δούμε φέτος λόγω της πανδημίας του κορονοϊού. Ο εισερχόμενος τουρισμός δεν αναμένεται να κατευθυνθεί μαζικά στους δέκα δημοφιλέστερους προορισμούς της χώρας μας, όπως γινόταν τα προηγούμενα χρόνια. Οι αλλοδαποί τουρίστες θα προτιμήσουν φέτος λιγότερο δημοφιλή νησιά, τα οποία θεωρούν ασφαλέστερα υγειονομικώς, καθώς και περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, οι οποίες είναι προσβάσιμες οδικώς και όχι αεροπορικώς ή ακτοπλοϊκώς. Η χώρα μας λοιπόν θα πρέπει να επενδύσει στο νέο αυτό μοντέλο του μη μαζικού τουρισμού και της ισορροπημένης τουριστικής ανάπτυξης, προκειμένου να επιτύχει την τουριστική αποκέντρωση, την προσέλκυση ποιοτικού τουρισμού και τη ισότιμη κατανομή του τουριστικού προϊόντος και του οικονομικού του αποτελέσματος σε όλες τις Περιφέρειες της χώρας.

    (6) Αστική ανάπλαση της Αθήνας. Το τελευταίο στάδιο του προγράμματος αποκέντρωσης. Μετά την ολοκλήρωση της διοικητικής, πληθυσμιακής και ακαδημαϊκής αποκέντρωσης που αναφέρθηκε παραπάνω, θα πρέπει να ακολουθήσει και ένα φιλόδοξο πρόγραμμα αστικής ανάπλασης της Αθήνας. Πολλά οικοδομικά τετράγωνα στο κέντρο της πόλης και ιδίως στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές, θα μπορούσαν να κατεδαφιστούν και στη θέση τους να δημιουργηθούν αστικά πάρκα και χώροι πρασίνου και αναψυχής. Κεντρική θέση σε αυτό το σχεδιασμό θα πρέπει να έχει η δημιουργία ενός μεγάλου αστικού πάρκου στο κέντρο της Αθήνας, αντίστοιχου με το Central Park της Νέας Υόρκης. Με το πρόγραμμα αυτό, σε συνδυασμό και με άλλα σχέδια αστικής ανάπλασης που ήδη δρομολογούνται, όπως το Ελληνικό και ο πρόσφατα εξαγγελθείς "Μεγάλος Περίπατος της Αθήνας", η ελληνική πρωτεύουσα, μετά από 30 χρόνια, θα μπορούσε να μετατραπεί σε μία εντελώς διαφορετική και σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη, φιλική τόσο για τους κατοίκους όσο και για τους επισκέπτες της. Σε μία πόλη, που θα αποτελεί κορυφαίο προορισμό παγκοσμίως, με πολλαπλάσιο όγκο τουριστών σε σχέση με σήμερα.

    Ουδέν κακόν αμιγές καλού έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες. Και αυτό ισχύει και για την πανδημία του κορονοϊού. Η υγειονομική κρίση θα πρέπει να μετατραπεί σε ευκαιρία, προκειμένου να σχεδιαστεί ένα εντελώς διαφορετικό οικιστικό, διοικητικό, πληθυσμιακό, χωροταξικό, ακαδημαϊκό και τουριστικό μοντέλο ανάπτυξης της χώρας. Ένα μοντέλο ισορροπημένης και ορθολογικής κατανομής του πληθυσμού, του πλούτου και του τουρισμού της χώρας στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας. Είμαι βέβαιος ότι οι περισσότεροι αναγνώστες θα θεωρήσουν τις παραπάνω προτάσεις ως αποκυήματα επιστημονικής ή καλύτερα μυθιστορηματικής φαντασίας. Μπορεί να είναι και έτσι. Ίσως όμως και να οδηγηθούμε βιαίως στην υιοθέτηση ενός τέτοιου μοντέλου, εξαιτίας των συνεπειών της πανδημίας του κορονοϊού. Πράγματι, σε περίπτωση που επαληθευθούν οι φόβοι του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και ο κορονοϊός γίνει ενδημικός, δηλαδή μετατραπεί σε μία μόνιμη επιδημία, τότε πιθανότατα θα αναγκαστούμε να υιοθετήσουμε ένα ανάλογο μοντέλο οικιστικής, πληθυσμιακής και τουριστικής αποκέντρωσης. Ίσως τότε να ανακαλύψουμε και πως το "Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα" δεν αποτελεί ένα απλό σλόγκαν, αλλά συνιστά τη νέα μας πραγματικότητα, την κανονικότητα της μετά τον κορονοϊό εποχής.

    * Ο κ. Ιωάννης Γκιτσάκης (twitter @gitsakis) είναι Δικηγόρος Θεσσαλονίκης και Διδάκτωρ Διοικητικού Δικαίου.
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ