Παρασκευή, 30-Ιαν-2026 00:06
Η μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος
Οι "μεταρρυθμίσεις" στη χώρα μας γίνονται με μεγάλη συχνότητα, σε όλους τους τομείς του Δημοσίου. Χρόνια ολόκληρα "μεταρρυθμίζεται" η παιδεία, αλλά παραμένει σε τραγικά επίπεδα, καταλαμβάνοντας τις τελευταίες θέσεις μεταξύ των χωρών μελών του ΟΟΣΑ και επιδρώντας αρνητικά στην ανάπτυξη και τη λειτουργία του κράτους.
Επίσης, η "μεταρρύθμιση" του Φορολογικού Συστήματος γίνεται τόσο συχνά, που έχει, κυριολεκτικά, εξουθενώσει τους πάντες που ασχολούνται μ’ αυτό το επάγγελμα, από τους υπαλλήλους της ΑΑΔΕ, μέχρι λογιστές και επιχειρήσεις, ωθώντας στα τάρταρα την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, εννοείται μαζί με άλλους παράγοντες που τα πεδία τους "μεταρρυθμίζονται" συχνότατα κι αυτά.
Ο κάθε υπουργός "μεταρρυθμίζει" και επαίρεται για το έργο του, ώσπου να έρθει ο άλλος να το "ξαναμεταρρυθμίσει" σε σύντομο χρόνο, αφού τα πρόσωπα στα αρμόδια υπουργεία αλλάζουν εύκολα για ευνόητους λόγους. Κι η διαδικασία αυτή συνεχίζεται, σε μια χώρα που σέρνεται, κυριολεκτικά, σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και σπρώχνεται από τους δανειστές κι από την Ε.Ε. για να βελτιώσει κάτι προς όφελος των πολιτών (Για την είσπραξη των υπόλοιπων 14,5 δισ. από τα 36 δισ. του Ταμείου Ανασυγκρότησης, απομένουν ακόμα ανοιχτά 194 ορόσημα που πρέπει να καλυφτούν). Κι όλα αυτά, μέσα σε ένα οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον, ανταγωνιστικό και διαρκώς μεταβαλλόμενο.
Για να προσεγγίσουμε το θέμα της "μεταρρύθμισης" με ακρίβεια, θα πρέπει να διευκρινίσουμε, ποιες έννοιες περιλαμβάνει η λέξη. Σύμφωνα με το Wictionary, μεταρρύθμιση είναι το "σύνολο σημαντικών αλλαγών σε έναν τομέα, που αποσκοπούν στη λύση προβλημάτων, την εύρυθμη λειτουργία του, την προσαρμογή του σε νέα δεδομένα κ.λπ.", ενώ, κατά τον Μπαμπινιώτη, το ρήμα "μεταρρυθμίζω" σημαίνει: "Μεταβάλλω τον ρυθμό, τον τρόπο λειτουργίας, τη μορφή ή την οργάνωση (συστήματος, κατάστασης ή συνόλου πραγμάτων) για την επίτευξη καλύτερου αποτελέσματος".
Επιπλέον, να σημειώσουμε ότι στις επιχειρήσεις ο όρος που ταυτίζεται με τη μεταρρύθμιση, είναι η "αναδιοργάνωση", που σημαίνει ριζική αλλαγή ενός συστήματος λειτουργιών, προκειμένου να επιτευχθεί το καλύτερο αποτέλεσμα και η επιχείρηση να γίνει αποδοτικότερη.
Και ερωτάται, συνάδει καμιά ερμηνεία της λέξης αυτής με τις "μεταρρυθμίσεις" του Δημοσίου και, ειδικά, του Φορολογικού Συστήματος, που ανακοινώνονται πάρα πολύ συχνά; Η απάντηση είναι, κατηγορηματικά "όχι".
Στις αρχές Σεπτεμβρίου του προηγούμενου έτους, στη ΔΕΘ, ανακοινώθηκαν φορολογικά μέτρα που χαρακτηρίστηκαν από τα πιο επίσημα χείλη, η "πιο τολμηρή φορολογική μεταρρύθμιση μετά τη μεταπολίτευση". Αυτά περιλάμβαναν κάποιες μειώσεις φόρων για ορισμένες κατηγορίες Φυσικών Προσώπων και συγκεκριμένων περιοχών, αποσκοπώντας περισσότερο στον κατευνασμό του θυμού των πολιτών από τις διαρκείς αυξήσεις των αγαθών και την τεράστια ακρίβεια - που κατατρώει τα γλίσχρα εισοδήματα των εργαζόμενων και των συνταξιούχων - και την επανάκαμψη από τη διολίσθηση των ποσοστών στα δημοσκοπικά ευρήματα.
Οι ανακοινώσεις πολλών υψηλών πολιτικών παραγόντων ανέφεραν, ότι πρόκειται για μόνιμες φοροελαφρύνσεις και μέτρα στήριξης των μεσαίων εισοδημάτων, που, γενικά, συνίστανται στα εξής:
Μειώνονται οι φορολογικοί συντελεστές, πλην του εισαγωγικού 9%, κατά δύο μονάδες για όλους τους φορολογούμενους και, ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών, ο συντελεστής από 20% μειώνεται στο 18% αν υπάρχει ένα παιδί, στο 16% αν υπάρχουν δύο, στο 9% για τρία και μηδενισμό φόρου για τα τέσσερα.
Για τα εισοδήματα από 40.000 έως 60.000 ευρώ ο συντελεστής 44% μειώνεται στο 39%.
Ο φόρος για τους νέους εργαζόμενους έως 25 ετών και μέχρι τα 20.000 ευρώ, μηδενίζεται.
Οι νέοι από 25 έως 30 ετών και για τα εισοδήματα έως 20.000 ευρώ, θα φορολογούνται με συντελεστή 9% αντί 22%.
Τα εισοδήματα από ενοίκια από 12.000 έως 24.000 ευρώ, θα φορολογούνται με έναν ενδιάμεσο συντελεστή 25%.
Από το 2026, στα χωριά που έχουν μέχρι 1.500 κατοίκους και για την πρώτη κατοικία, ο ΕΝΦΙΑ μειώνεται κατά 50% και από το 2027 καταργείται τελείως.
Στα ακριτικά νησιά κάτω των 20.000 κατοίκων, ο ΦΠΑ μειώνεται κατά 30%.
Το 2026 μειώνεται στο μισό η προσωπική διαφορά για 600.000 συνταξιούχους και από το 2027 καταργείται τελείως.
Τα τεκμήρια διαβίωσης για κατοικίες και αυτοκίνητα για 500.000 φορολογούμενους, μειώνονται μεσοσταθμικά κατά 30%.
Και σε οικισμούς έως και 1.500 κατοίκων, τα ευνοϊκά κριτήρια για ελεύθερους επαγγελματίες διευρύνονται.
Με την ανακοίνωση των προαναφερόμενων μέτρων, ανακοινώθηκε, ότι η δημοσιονομική σταθερότητα αποτελεί το θεμέλιο της κυβερνητικής πολιτικής. Και, επιπλέον, αναφέρθηκε, ότι οι μειώσεις φόρων αποτελούν τον καλύτερο τρόπο για να επιστραφεί το μέρισμα της ανάπτυξης στους πολίτες, και όχι οι παροχές.
Όλα καλά, λοιπόν! Η σπουδαιότερη Φορολογική "Μεταρρύθμιση", θα έπρεπε να έχει λύσει αρκετά προβλήματα των φορολογουμένων. Όμως, με την ψήφιση του νέου Φορολογικού Νομοσχεδίου (και νόμου πια), κατατέθηκε και γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, στην οποία διαπιστώνονται "δομικές αδυναμίες" στις διατάξεις του νέου Φορολογικού Νομοσχεδίου.
Η συγκεκριμένη Επιτροπή επισημαίνει, ότι οι φορολογικές ελαφρύνσεις που αναφέρονται στις Διατάξεις του Νομοσχεδίου, δεν συμβάλλουν στην αποκατάσταση των επιβαρύνσεων που δέχτηκαν τα μεσαία εισοδήματα των μισθωτών κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και του πληθωρισμού. Κι αυτό, "οφείλεται στο γεγονός ότι τα περασμένα έτη, παρόλο που τα ονομαστικά εισοδήματα αυξήθηκαν σημαντικά λόγω του εξωγενούς πληθωρισμού, δεν προβλέφθηκε μια αντίστοιχη φορολογική προσαρμογή, μέσω της τιμαριθμοποίησης και του μεγαλύτερου αριθμού των φορολογικών κλιμακίων … αντίθετα, παρέμεινε η μεγάλη προοδευτικότητα των φορολογικών συντελεστών εισοδήματος, με αποτέλεσμα, παρά την αύξηση των ονομαστικών εισοδημάτων, η αύξηση που επήλθε στα πραγματικά εισοδήματα να καταλήγει αναιμική".
Επιπροσθέτως, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αναφέρει, ότι "η δόμηση των προτεινόμενων αλλαγών στη φορολογική κλίμακα ενισχύει αναλογικά περισσότερο τα υψηλά εισοδήματα, συγκριτικά με τα εισοδήματα των ασθενέστερων οικονομικών κλιμακίων". Και επικαλείται συγκεκριμένα στοιχεία, για να ενισχύσει τις επισημάνσεις της. Επίσης, η εν λόγω Επιτροπή επικρίνει και τις διατάξεις του Νομοσχεδίου που προβλέπουν μειώσεις φόρων για ορισμένες γεωγραφικές περιοχές της χώρας, όπως τα νησιά του Αιγαίου με πληθυσμό μέχρι 20.000 κατοίκους, που οι συντελεστές ΦΠΑ μειώνονται κατά 30%, επισημαίνοντας, ότι "αναδύονται ερωτήματα για τη διακριτή μεταχείριση των νησιών του Αιγαίου, ανάλογα με τον πληθυσμό και τη γεωγραφική ενότητα στην οποία ανήκουν", ενώ για τη μείωση και στη συνέχεια την κατάργηση του ΕΝΦΙΑ πρώτης κατοικίας, αμφιβάλλει "για τα κριτήρια βάσει των οποίων προκρίνεται η ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση οικισμών με πληθυσμό έως 1.500 κατοίκους έναντι άλλων μεγαλύτερων πληθυσμιακά οικισμών, ανεξαρτήτως μάλιστα από τα ειδικά οικονομικά χαρακτηριστικά που αυτοί οι οικισμοί μπορεί να έχουν".
Τέλος, παρά του ότι θεωρεί θετική την οριζόντια μείωση των τεκμηρίων διαβίωσης, αναφέρει, ότι "δεν αίρει τον ανορθολογισμό φορολόγησης υποθετικών εισοδημάτων, ανορθολογισμός που επίσης ισχύει και για τον τεκμαρτό προσδιορισμό φορολογητέου εισοδήματος για ελεύθερους επαγγελματίες".
Αμέσως, μετά την ανακοίνωση των μέτρων στη ΔΕΘ - που περιέχονται πια στις Φορολογικές Διατάξεις του Ν.5246/11.11.2025 -, σε τηλεοπτική μας εμφάνιση, δίχως ίχνος αντιπολιτευτικής διάθεσης, αλλά καθαρά τεχνοκρατικής ανάλυσης και θέσης, επισημάναμε, ότι, σε καμία περίπτωση, τα μέτρα αυτά δεν στοιχειοθετούν δομικές αλλαγές και δεν αποτελούν Φορολογική Μεταρρύθμιση, αλλά απλές παρεμβάσεις αύξησης ή μείωσης κάποιων συντελεστών φορολογίας στην Κλίμακα Φορολογίας Φυσικών Προσώπων, με πενιχρά αποτελέσματα στα χαμηλά εισοδήματα ή επιλεκτικές φορολογικές απαλλαγές, χωρίς ευρεία απήχηση.
Με λίγα λόγια, τα μέτρα αυτά δεν αποσκοπούσαν σε μια βαθιά Φορολογική Μεταρρύθμιση, που θα άφηνε θετικές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη της οικονομίας, αλλά σε πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη, όπως, γενικά, οι πιο πολλές κινήσεις των κυβερνήσεων.
Όμως, είναι καιρός ν’ αλλάξουμε, γιατί, δυστυχώς δεν πάμε καλά, παρά την προβολή κάποιων θετικών οικονομικών μεγεθών, που προέρχονται από την υπερφορολόγηση, τον τουρισμό χαμηλού επιπέδου και τη διαχείριση των κονδυλίων του Ταμείου Ανασυγκρότησης, που από το ποσό των 21,5 που εισπράξαμε από τα 36,6 δισ., στην οικονομία έχουν φτάσει μόνο τα 10 δισ. και από τα ποσά που απορροφήσαμε από το Ταμείο Ανάκαμψης, μόνο το 1,07% έχουν πάει σε επενδύσεις. Και χωρίς να λάβουμε υπόψη, ότι τα χρέη του Δημοσίου προς τους ιδιώτες προμηθευτές ανέρχονται, περίπου, στα 3,8 δισ. ευρώ, κάτι που σημαίνει έμμεσο δανεισμό.
*Ο κ. Παναγιώτης Ψαριανός είναι Managing Director - CEO της ΓΡΑΦΕΙΟ ΨΑΡΙΑΝΟΥ ΑΕ ΕΛΕΓΚΤΕΣ-ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ