07:30 28/01
Νέο ψηφιακό δίχτυ για τις ταμειακές- Σε πραγματικό χρόνο ο έλεγχος των συναλλαγών
Ποιες φορολογικές παρεμβάσεις προβλέπει ο μπλε φάκελος του ΥΠΕΘΟ.
Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία του Γιάννη Αρτσίτα και της Νίκης Χατζοπούλου*
Με την πρόσφατη απόφαση ΣτΕ 1499/2025, το Συμβούλιο της Επικρατείας διευκρίνισε με ιδιαίτερη σαφήνεια ότι η γενική επίκληση παλαιών κεφαλαίων, χωρίς πλήρη και συγκεκριμένη τεκμηρίωση της προέλευσής τους και της διαδρομής τους στον χρόνο, δεν αρκεί για τη δικαιολόγηση τραπεζικών καταθέσεων ή λοιπής προσαύξησης περιουσίας στο πλαίσιο φορολογικού ελέγχου.
Η φορολογική διοίκηση δύναται να στηρίζεται όχι μόνο σε άμεσες αποδείξεις αλλά και σε έμμεσες ενδείξεις, ιδίως στις κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών, και να θεωρεί τις πιστώσεις ως εισόδημα άγνωστης προέλευσης, εφόσον ο φορολογούμενος δεν αποδεικνύει με σαφή και επαρκή στοιχεία την προέλευσή τους. Το βάρος απόδειξης φέρει αποκλειστικά ο φορολογούμενος και όχι ο έλεγχος.
Κρίσιμο στοιχείο που αναδεικνύεται από τη νομολογία είναι ότι δεν αρκεί η απλή απόδειξη πως κάποτε υπήρξαν κεφάλαια. Απαιτείται η τεκμηρίωση της χρονικής και ποσοτικής αντιστοιχίας μεταξύ της πηγής των χρημάτων και της εμφάνισής τους ως τραπεζική κατάθεση ή περιουσιακή προσαύξηση σε μεταγενέστερο χρόνο. Εάν δεν προκύπτει η συνεχής διατήρηση ή η συγκεκριμένη ροή των κεφαλαίων, ο σχετικός ισχυρισμός απορρίπτεται.
Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση φορολογουμένου που επικαλείται πώληση ακινήτου πριν από είκοσι έτη, χωρίς όμως να προκύπτει από κανένα στοιχείο η αποταμίευση των χρημάτων, η διατήρησή τους σε τραπεζικό ή άλλο λογαριασμό ή η διαδρομή τους από τον χρόνο της πώλησης έως σήμερα. Η απλή επίκληση της παλαιάς πώλησης, χωρίς αποδεικτικά στοιχεία για την πορεία των χρημάτων στο μεσοδιάστημα, δεν γίνεται δεκτή και δεν αρκεί για να δικαιολογήσει μεταγενέστερες τραπεζικές καταθέσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι ακόμη και στις περιπτώσεις όπου ο φορολογούμενος, κατά την υποβολή της φορολογικής του δήλωσης, έχει δηλώσει κέρδη από μετοχές ή λοιπά κινητά αξίας, ανεξαρτήτως αν κατά τον χρόνο εκείνο υπεβλήθησαν ή όχι τα σχετικά δικαιολογητικά, ο φορολογικός έλεγχος διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει εκ νέου τα έγγραφα που τεκμηριώνουν την προέλευση και τη διαδρομή των χρημάτων.
Το δικαίωμα αυτό του ελέγχου υφίσταται ακόμη και αν η χρήση στην οποία ανάγονται τα κέρδη έχει παραγραφεί, καθώς η παραγραφή αφορά τον καταλογισμό φόρου και όχι την υποχρέωση απόδειξης της προέλευσης των κεφαλαίων, όταν αυτά εμφανίζονται σε μεταγενέστερο χρόνο ως τραπεζικές καταθέσεις ή περιουσιακή προσαύξηση.
Το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις πώλησης ακινήτων. Η επίκληση παλαιάς πώλησης ακινήτου δεν αρκεί από μόνη της· ο φορολογούμενος οφείλει να προσκομίσει τα σχετικά συμβόλαια, τις βεβαιώσεις μεταγραφής και κάθε στοιχείο που αποδείκνυε τη ροή των χρημάτων από την πώληση έως την εμφάνισή τους στον τραπεζικό λογαριασμό.
Αντίστοιχα, σε πωλήσεις λοιπών κινητών περιουσιακών στοιχείων (μετοχές, ομόλογα, συμμετοχές, λοιπά επενδυτικά προϊόντα) απαιτείται η προσκόμιση των σχετικών δικαιολογητικών (βεβαιώσεις χρηματιστηριακών συναλλαγών, αποδείξεις εκκαθάρισης, κινήσεις λογαριασμών), προκειμένου να τεκμηριώνεται τόσο η ύπαρξη της υπεραξίας όσο και η σύνδεσή της με τα επίμαχα ποσά.
Η απλή αναφορά σε δηλωθέντα κέρδη προηγούμενων ετών, χωρίς την προσκόμιση των αντίστοιχων αποδεικτικών στοιχείων, δεν επαρκεί και δεν δεσμεύει τον έλεγχο, ιδίως όταν δεν αποδεικνύεται η συνεχής διατήρηση ή η συγκεκριμένη διαδρομή των κεφαλαίων μέχρι τον χρόνο της κατάθεσης.
Η μη τεκμηρίωση της προέλευσης των ποσών επιβαρύνει τον φορολογούμενο με ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες, καθώς τα επίμαχα ποσά αντιμετωπίζονται ως προσαύξηση περιουσίας άγνωστης προέλευσης και φορολογούνται με συντελεστή 33%, ενώ παράλληλα επιβάλλονται πρόστιμα και προσαυξήσεις, ανάλογα με τον χρόνο και τα ευρήματα του ελέγχου.
Συνεπώς, η επίκληση παλαιών κεφαλαίων, είτε αυτά προέρχονται από πώληση ακινήτων, είτε από υπεραξίες μετοχών, είτε από λοιπές επενδυτικές πράξεις, χωρίς πλήρη, συγκεκριμένη και χρονικά συνδεδεμένη τεκμηρίωση, δεν γίνεται δεκτή και οδηγεί σε σημαντικές φορολογικές επιβαρύνσεις.
Η συγκεκριμένη νομολογία λειτουργεί ως σαφές προειδοποιητικό μήνυμα: η κατοχή ή η επίκληση παλαιών κεφαλαίων δεν αρκεί. Αυτό που ελέγχεται είναι η δυνατότητα απόδειξης της προέλευσης και της διαδρομής των χρημάτων στον χρόνο. Η έγκαιρη συγκέντρωση και διατήρηση των σχετικών δικαιολογητικών δεν αποτελεί τυπική υποχρέωση, αλλά κρίσιμο στοιχείο φορολογικής ασφάλειας και προστασίας από βαρύτατους καταλογισμούς.
* O Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.
O Γιάννης Αρτσίτας είναι Partner και Διευθυντής Φορολογίας Φυσικών Προσώπων της Artion A.E.
Η Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος Παρ’Αρείω Πάγω LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion A.E.
Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.
Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι|+30 210 6009062| www.artion.gr).