Τρίτη, 27-Ιαν-2026 08:00
Το θετικό μομέντουμ στις αγορές αξιοποιούν οι τράπεζες – Τα οφέλη από τις νέες εκδόσεις ομολόγων
Του Νίκου Κωτσικόπουλου
Άμεσα ωφελημένες, είναι οι ελληνικές τράπεζες από την έξοδο στις αγορές για νέες εκδόσεις ομολόγων, οι οποίες μειώνουν περαιτέρω τα χρηματοδοτικά τους κόστη και αυξάνουν τη διαθέσιμη ρευστότητά τους. Εντυπωσιακή ήταν χθες η διπλή κίνηση της Εθνικής Τράπεζας, η οποία επιβεβαίωσε ότι το διεθνές επενδυτικό ενδιαφέρον παραμένει θερμό για τους ελληνικούς τραπεζικούς τίτλους.
Οι ελληνικές τράπεζες επιτυγχάνουν μέσο κόστος χρηματοδότησης οριακά κάτω του 1% από το δεύτερο εξάμηνο του 2025 και οι νέες εκδόσεις έρχονται για να ψαλιδίσουν παλαιότερα και υψηλότερα κόστη. Υπενθυμίζεται ότι οι ελληνικές τράπεζες άντλησαν πέρυσι με ομόλογα 7,4 δισ. ευρώ και μπορεί τώρα και άλλες ελληνικές τράπεζες να αξιοποιήσουν την ευκαιρία για έξοδο στις αγορές, μειώνοντας κόστη και ανεβάζοντας το επίπεδο της ρευστότητάς τους.
Τα ομόλογα είναι η τρίτη εναλλακτική χρηματοδότησή τους, με πρώτη τις καταθέσεις των νοικοκυριών και δεύτερη τις καταθέσεις των επιχειρήσεων. Μηδενικά είναι τα δάνεια από την ΕΚΤ και πολύ μικρού ύψους τα βραχυχρόνια δάνεια από τη διατραπεζική αγορά.
Η Εθνική Τράπεζα έκανε διπλή κίνηση: Όπως είχε τη δυνατότητα έκανε πρόταση εξαγοράς και απόσυρσης παλαιότερου senior ομολόγου ένα έτος πριν αυτό λήξει και ταυτόχρονα εξέδωσε νέο senior πράσινο ομόλογο, τα οποία έχουν υψηλότερη ζήτηση και διατίθενται με καλύτερες αποδόσεις για τον εκδότη.
Αλλά η επιτυχία δεν σχετίζεται με αυτό, αλλά αντίθετα με το γεγονός των αναβαθμίσεων των ελληνικών τραπεζών, των πολύ επιτυχημένων stress tests, της κερδοφορίας τους και των συνολικών τους επιδόσεων, που ήδη συνέβαλαν στις επιτυχείς και επωφελείς εκδόσεις για την Εθνική Τράπεζα χθες και τη Eurobank την προηγούμενη Πέμπτη. Η Εθνική θα επιτύγχανε εξαιρετική απόδοση όποιο τίτλο κι αν εξέδιδε, λένε στην αγορά.
Όπως έγινε αντιληπτό, η Εθνική Τράπεζα αποσύρει το παλαιότερο senior ομόλογο το οποίο είχε σταθερό επιτόκιο 7,25% και δανείζεται τώρα, με επιτόκιο 3,125% και με απόδοση 3,23% δηλαδή με κόστος μικρότερο για περισσότερες από 400 μονάδες βάσης!
Είχε προηγηθεί η Eurobank, που πέτυχε επιτόκιο 4,125% και μάλιστα για δεκαετές subordinated ομόλογο, το οποίο με βάση τις αποδόσεις του Ιανουαρίου 2025 για παράδειγμα, θα στοίχιζε ακριβότερα από 70 μονάδες βάσης και άνω.
Ωστόσο το διεθνές επενδυτικό ενδιαφέρον έχει συμβάλει σε αυτές τις επιτυχίες, καθώς αυτή την περίοδο ολοκληρώνεται μεγάλο μέρος των εκδόσεων ομολόγων του έτους, τόσο για κρατικά ομόλογα, όσο και για τραπεζικά και εταιρικά ομόλογα.
Το δολάριο είναι αδύναμο αυτή την περίοδο, αρχικά με το νέο επεισόδιο για τους δασμούς και χθες λόγω ευρύτατων φημών για παρέμβαση υπέρ του ιαπωνικού γεν. Ωστόσο μέρος των διεθνών αναλυτών κάνει νύξη και για τη σύνοδο της Fed αύριο Τετάρτη, με την ένταση μεταξύ της κυβέρνησης Τραμπ και της διοίκησης της Fed, να έχει φουντώσει κάνοντας διστακτικούς τους επενδυτές της αγοράς ομολόγων.
Υπάρχουν πληροφορίες και δημοσιεύματα για διαφοροποιημένες πολιτικές των διεθνών επενδυτών στις αγορές μεταξύ άλλων και υπέρ των ευρωπαϊκών τραπεζικών τίτλων, που θα αυξήσουν τη διασπορά των μεγάλων κεφαλαίων.
Το ομόλογο της Εθνικής προσέλκυσε περισσότερους από 150 θεσμικούς επενδυτές, με προσφορά κεφαλαίων περίπου 5,8 φορές μεγαλύτερων των 600 εκατ. ευρώ της έκδοσης.
Πάνω από το 85% των ομολόγων κατανεμήθηκαν σε διεθνείς θεσμικούς επενδυτές, με το 27% των επενδυτών να έχει έδρα στο Ηνωμένο Βασίλειο, το 20% στην Γαλλία και το 8% στην Γερμανία. Το 68% της έκδοσης διατέθηκε σε διαχειριστές κεφαλαίων, ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά ταμεία και υπερεθνικούς οργανισμούς, το 18% σε τράπεζες και private banking και το 14% σε hedge funds και άλλους.
Αντίστοιχα, στην έκδοση της Eurobank, κατανεμήθηκε σε ξένους επενδυτές το 94% της έκδοσης ομολόγου μειωμένης εξασφάλισης Tier 2 ύψους 400 εκατ. ευρώ, με τη συναλλαγή να επιτυγχάνει υπερκάλυψη 9,5 φορές.
Οι ξένοι επενδυτές προέρχονταν κυρίως από το Ηνωμένο Βασίλειο και Ιρλανδία (50%), την Γαλλία (22%) και 8% συνολικά για κεφάλαια από Γερμανία, Αυστρία και Ελβετία. Το 75% κατανεμήθηκε σε Διαχειριστές Κεφαλαίων (Asset Managers), 16% σε Τράπεζες και Τράπεζες Ιδιωτών (Private Banks) και 3% σε Ασφαλιστικά και Συνταξιοδοτικά Ταμεία