Πέμπτη, 29-Ιαν-2026 13:05
Το Ιράν ως όριο στην αμερικανική ισχύ
Του Κώστα Ράπτη
Διατηρώντας ανοικτή (με την αποστολή του αεροπλανοφόρου USS Abraham Lincoln στην Μέση Ανατολή), την στρατιωτική επιλογή έναντι του Ιράν, μολονότι την ίδια στιγμή εκφράζει την ελπίδα ότι δεν θα χρειαστεί να την ενεργοποιήσει, ο Ντόναλντ Τραμπ προφανώς υπολογίζει ότι το παιχνίδι της στρατηγικής αμφισημίας θα σύρει την Τεχεράνη σε μια διαπραγμάτευση από μειονεκτική θέση. Αλλά οι υπολογισμοί του αυτοί δεν δείχνουν να επαληθεύονται.
Η Ισλαμική Δημοκρατία φρόντισε να αποστείλει τέσσερα μηνύματα. Το πρώτο, δια του υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί – ο οποίος δήλωσε ότι δεν έχει επιδιώξει επαφή με τον Αμερικανό συνομιλητή του Στιβ Ουίτκοφ τις τελευταίες ημέρες και ότι το Ιράν δεν διαπραγματεύεται υπό καθεστώς απειλών.
Το δεύτερο μήνυμα, προερχόμενο από τη στρατιωτική ηγεσία, ήταν ότι οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια κατά του Ιράν θα θεωρηθεί έναρξη ολοκληρωτικού πολέμου – κοινώς ότι τα ιρανικά αντίποινα δεν θα έχουν περιορισμούς, σε αντίθεση με την αρκούντως "χορογραφημένη” ανταλλαγή πληγμάτων κατά τον "Πόλεμο των Δώδεκα Ημερών".
Το τρίτο μήνυμα ήταν πολιτικό και συνίστατο στην επανεφάνιση του Νούρι αλ Μάλικι ως επίδοξου πρωθυπουργού του Ιράκ με τη στήριξη των σιιτικών κομμάτων, ώστε να γίνει σαφές ότι η Τεχεράνη είναι ακόμη σε θέση να μοχλεύει περιφερειακές εξελίξεις μέσω των φίλων της στην περιοχή. Εξ ού και οι απειλές που βρέθηκε να εκτοξεύει ο Ντόναλντ Τραμπ κατά της Βαγδάτης, καθώς η προ ετών απομάκρυνση του Μάλικι από την εξουσία αποτελούσε έναν από τους τρόπους με τους οποίους η Ουάσιγκτον θέλησε να επιτύχει την μείωση της επιρροής των φιλοϊρανικών δυνάμεων (και πολιτοφυλακών) στο Ιράκ.
Και το τέταρτο μήνυμα ήρθε από τους Χούθι, οι οποίοι απειλούν με επανέναρξη των επιθέσεων στην Ερυθρά Θάλασσα, εάν στοχοποιηθεί το Ιράν. Με άλλα λόγια, εάν λ.χ. στην περίπτωση της Χεζμπολλάχ του Λιβάνου ο υπό ιρανική ηγεσία "άξονας της αντίστασης” καταγράφει σοβαρές ήττες, δεν έχει πάντως ολότελα αποσυρθεί από το προσκήνιο.
Περισσότερο και από την Ουάσιγκτον, τα μηνύματα αυτά αφορούν τους (παραδοσιακά φιλοδυτικούς) γείτονες του Ιράν, που ήδη παρεμβαίνουν για να κατευνάσουν τον Τραμπ, φοβούμενοι την συνολική αποσταθεροποίηση της περιοχής, είτε αυτή μεταφράζεται σε ιρανικά αντίποινα σε αμερικανικές εγκαταστάσεις στο δικό τους έδαφος, είτε με προσφυγικά κύματα, είτε βέβαια και με ενδεχόμενο κλείσιμο των Στενών του Χορμούζ που θα συγκλόνιζε τη διεθνή αγορά πετρελαίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι όχι μόνο η διαρκώς αυτονομούμενη Σαουδική Αραβία διαβεβαίωσε το Ιράν (με τηλεφωνική επικοινωνία του πρίγκηπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν με τον Ιρανό πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν) ότι δεν θα διαθέσει το έδαφος και τον εναέριο χώρο της σε μια αμερικανική επιχείρηση, αλλά το ίδιο έπραξαν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, φιλικότερο προς το Ισραήλ κράτος της περιοχής. Ο δε υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Χακάν Φιντάν (καίτοι μαιτρ της "πακετοποίησης” σε ό,τι αφορά λ.χ. τα ελληνοτουρκικά) ευστόχως διέγνωσε ότι ο καλύτερος τρόπος για να προσελκυσθεί η Τεχεράνη σε συνομιλίες είναι το ξεχώρισμα των διαφορετικών "φακέλων” (πυρηνικό πρόγραμμα, βαλιστικό πρόγραμμα κ.ο.κ.).
Προφανώς, σε συνθήκες αμφισημίας και αβεβαιότητας, οι Ιρανοί ιθύνοντες προετοιμάζονται για το χειρότερο σενάριο και το επαπειλούμενο κόστος αυξάνεται. Εάν η αναμέτρηση προσληφθεί ως "υπαρξιακή", οι αναστολές θα είναι λιγότερες.
Περισσότερο από όλους το γνωρίζουν αυτό οι επιτελείς του Πενταγώνου, εξ ού και δεν αποτελούν φανατικούς θιασώτες της στρατιωτικής λύσης. Γιατί λοιπόν ο Τραμπ την κρατά πάνω στο τραπέζι;
Μία ερμηνεία θα ήταν η λανθασμένη ανάγνωση των εσωτερικών δυναμικών του Ιράν, ήτοι η πεποίθηση ότι θα αναζωπύρωνε τις αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις – την οποία αυτοπαγιδευόμενος υποσχέθηκε ο ένοικος του Λευκού Οίκου. Όμως αντίθετα από τις εντυπώσεις που άφησε ο επικοινωνιακός πόλεμος, το ιρανικό καθεστώς παραμένει σταθερό. Και ενώ δεν εμφανίζει ρωγμές στον πυρήνα του, παραμένει ταυτόχρονα αρκούντως "πολυκεντρικό", ώστε να μην είναι εύκολο να παραλύσει από μία επιχείρηση "αποκεφαλισμού".
Μια δεύτερη ερμηνεία για την στάση του Τραμπ είναι η περιπλοκότητα της ισραηλινο-αμερικανικής σχέσης. Οι ΗΠΑ προφανώς ενδιαφέρονται να εξασφαλίσουν ένα περισσότερο "συνεργάσιμο" Ιράν, ώστε να διεμβολίσουν συνολικά τον ευρασιατικό άξονα. Αλλά δεν ενδιαφέρονται (αν εξαιρέσουμε κέντρα του βαθέος κράτους που στοιχειώνει η ρεβάνς για το 1979 και την κρίση των Αμερικανών ομήρων) για περιπέτειες μεγάλου κόστους, εξ ού και τις απορρίπτουν εδώ και είκοσι χρόνια που καταβάλλει την αντίθετη προσπάθεια ο Βενιαμίν Νετανιάχου με "αποκαλυψιακή" ρητορική. Το Ισραήλ, πάλι, επιδιώκει ένα "συριοποιημένο" Ιράν, αντιμετωπίζοντας την ίδια την κρατική υπόσταση του τελευταίου ως εμπόδιο στην πολιτική καθυπόταξη της περιοχής, χωρίς την οποία η ίδια η επιβίωση του εβραϊκού κράτους θα παραμένει ανοικτό ιστορικό ερώτημα.
Αυτό το βαθύ δίλημμα αντικατοπτρίζει η φαινομενικώς αλλοπρόσαλλη πολιτική Τραμπ. Όμως η επιθετική αναζήτηση γοήτρου δεν καλύπτει τα κενά στρατηγικής.