Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 11-Απρ-2022 13:12

    Βιώσιμα επενδυτικά σχέδια για χρηματοδότηση αναζητούν οι τράπεζες

    Βιώσιμα επενδυτικά σχέδια για χρηματοδότηση αναζητούν οι τράπεζες
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Λεωνίδα Στεργίου

    Οι τράπεζες έχουν και τη ρευστότητα και τα κεφάλαια για να δανείσουν. Από την άλλη πλευρά, η ζήτηση για τραπεζική χρηματοδότηση εμφανίζεται μειωμένη, αλλά οι ανάγκες των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών είναι αυξημένες. Οι τράπεζες μείωσαν τα κόκκινα δάνεια, αλλά αυτά, ως απόθεμα, παραμένουν στην οικονομία, περιορίζοντας τις δυνατότητες για νέο δανεισμό. Η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε ανοδικό κύκλο, αλλά ο πληθωρισμός ροκανίζει το διαθέσιμο εισόδημα, το οποίο ειδικά στους νέους είναι πολύ χαμηλό -σχεδόν απαγορευτικό για στεγαστικό δάνειο χωρίς την ύπαρξη ίδιας συμμετοχής και βοήθειας από την οικογένεια. Υπάρχει ταυτόχρονα αυξημένη ζήτηση για εκταμίευση στεγαστικών δανείων, αλλά και αύξηση των τιμών ακινήτων.

    Οι παραπάνω διαπιστώσεις εμφανίζονται αντιφατικές και η συζήτηση με έμπειρα και ανώτατα τραπεζικά στελέχη οδηγεί σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Όπως αναφέρουν, σήμερα δεν υπάρχει βιώσιμο επενδυτικό σχέδιο που να μην έχει χρηματοδοτηθεί, είτε μέσω τραπεζικού δανεισμού είτε μέσω αναδοχών (άντληση κεφαλαίων από τις αγορές) ή μέσω ένταξης σε συγχρηματοδοτούμενα και επιδοτούμενα προγράμματα. Από εκεί και πέρα, η μεγαλύτερη πιστωτική επέκταση απαιτεί προσέλκυση επενδύσεων, μείωση γραφειοκρατίας και άλλων εμποδίων στην επιχειρηματικότητα, αύξηση των εισοδημάτων και περιορισμό των υπερχρεωμένων επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

    Χρηματοδότηση

    Για το 2022, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έχουν προβλέψει χορηγήσεις δανείων συνολικού ύψους 8-10 δισ. ευρώ, προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά, πέραν εκείνων που σχετίζονται με το Ταμείο Ανάκαμψης. Στο πρώτο τρίμηνο, οι χρηματοδοτήσεις που έχουν κλείσει ή βρίσκονται προς τελική φάση ξεπερνούν τα 3 δισ. ευρώ, ενώ οι αναδοχές για άντληση κεφαλαίων ξεπερνούν τα 2 δισ. ευρώ. Μόνο το 2021, οι επιχειρήσεις άντλησαν από τις διεθνείς αγορές 3,8 δισ. ευρώ (διπλάσιο ποσό από το 2020) και άλλα 5,9 δισ. ευρώ μέσω του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Παράλληλα, υπήρξε τραπεζική χρηματοδότηση 12 δισ. ευρώ, μικρότερη κατά 4 δισ. ευρώ, σε σχέση με το 2020, αλλά, επίσης, κατά 4 δισ. ευρώ υψηλότερη από το 2019. Η μείωση της πιστωτικής επέκτασης το 2021 ήταν αποτέλεσμα των ευνοϊκότερων όρων για την άντληση κεφαλαίων από τις αγορές (σε σχέση με τον τραπεζικό δανεισμό), της συμβολής των συγχρηματοδοτούμενων δανείων (πχ μέσω Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας) και της ρευστότητας που είχε συσσωρευθεί από τα μέτρα στήριξης και την πανδημία το 2020.

    Προσφορά και ζήτηση

    Σε ό,τι αφορά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αυτές έλαβαν το μικρότερο τμήμα, σχεδόν λιγότερο του 30%, της συνολικής χρηματοδότησης. Από την άλλη πλευρά, τόσο από τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, όσο και της ΕΚΤ και του ΟΟΣΑ προκύπτει ότι δεν υπήρξε ζήτηση, κυρίως λόγω των μέτρων στήριξης, με βασικότερο εκείνο της επιστρεπτέας προκαταβολής. Από την έκθεση του ΟΟΣΑ για το 2022, οι ελληνικές τράπεζες κατέλαβαν την πρώτη θέση στο ετήσιο ποσοστό αύξησης δανείων προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις (κοντά στο 190%) το 2020, σε σχέση με το 2019. Ο ρυθμός απορρίψεων εμφανίζεται μειωμένος και κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Αντίστοιχα στοιχεία για τη ζήτηση και τους όρους δανεισμού προκύπτουν από την ΕΚΤ και την ΤτΕ, η οποία καταγράφει "αύξηση της διαθεσιμότητας τραπεζικών πιστώσεων και βελτίωση των όρων και προϋποθέσεων πιστοδότησης από τη σκοπιά των πιστούχων, ενώ αναδεικνύεται ο ευνοϊκός ρόλος των προγραμμάτων στήριξης της τραπεζικής χρηματοδότησης αλλά και της νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος. Τα ευρήματα αυτά αφορούν κατά κύριο λόγο τις επιχειρήσεις – η καθαρή ροή πιστώσεων προς τα νοικοκυριά παραμένει επί πολλά έτη αρνητική, παρότι οι εκταμιεύσεις τόσο νέων στεγαστικών δανείων όσο και νέων καταναλωτικών δανείων σημείωσαν περιορισμένη αύξηση”.

    Καθαρή χρηματοδότηση

    Η καθαρή πιστωτική επέκταση, δηλαδή τα νέα δάνεια μείον αποπληρωμές, διαγραφές και αναταξινομήσεις (τιτλοποιήσεις), επηρεάστηκε αρνητικά τα δύο τελευταία χρόνια κυρίως λόγω των τιτλοποιήσεων. Από τα τέλη του 2021 και το 2022, η καθαρή χρηματοδότηση είναι σημαντικά μικρότερη από τις νέες εκταμιεύσεις λόγω των μεγάλων αποπληρωμών. Έτσι, ενώ το 2021 εκταμιεύθηκαν περισσότερα στεγαστικά δάνεια (900 εκατ.) από ό,τι το 2020 και υπερδιπλάσια από ό,τι το 2019, εντούτοις, η καθαρή πιστωτική επέκταση ήταν αρνητική. Αυτό συνέβη διότι τα προηγούμενα χρόνια είχαν δοθεί πολύ περισσότερα στεγαστικά δάνεια, τα οποία αυτή την περίοδο ωριμάζουν (λήγουν). Οι λήξεις και αποπληρωμές ξεπερνούν τις νέες εκταμιεύσεις. Για παράδειγμα, η συνολική εκταμίευση στεγαστικών δανείων το 2021 ή η πρόβλεψη για το 2020 (1,2 δισ.) αποτελεί την καθαρή εκταμίευση ενός μήνα του 2005.

    Κόκκινα δάνεια

    Ενώ οι τράπεζες μείωσαν τα κόκκινα δάνεια από τους ισολογισμούς τους με τη μεταφορά τους σε fund και εταιρείες διαχείρισης. Το συνολικό απόθεμα των κόκκινων δανείων στην οικονομία δεν μειώθηκε σημαντικά, ώστε να διευρυνθεί η περίμετρος των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών που θα μπορούσαν να πάρουν νέα δάνεια. Αυτό επισημαίνεται από τις ίδιες τις τράπεζες και από την Τράπεζα της Ελλάδος, σημειώνοντας ότι θα πρέπει να γίνουν ταχύτερα αναδιαρθρώσεις, αναχρηματοδοτήσεις βιώσιμων δανείων, αλλά και επιτάχυνση του νέου πτωχευτικού. Έτσι, τα εξυπηρετούμενα δάνεια ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ελλάδα βρίσκονται κοντά στο 60% ενώ πριν την κρίση ξεπερνούσε το 100% και ήδη σε παρόμοιες χώρες όπως η Πορτογαλία το ποσοστό αυτό ήδη βρίσκεται στο 110%.

    Πληθωρισμός

    Σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη και με την Τράπεζα της Ελλάδος, ο πληθωρισμός δημιουργεί συνθήκες για αύξηση της ζήτησης για δανεισμό. Ο πρώτος λόγος είναι ότι αυξάνονται οι υποχρεώσεις. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι το πραγματικό κόστος δανεισμού μειώνεται. Όσο αυξάνεται ο πληθωρισμός, δεν είναι συμφέρον να παραμένουν τα κεφάλαια ως ρευστότητα (αρνητικά πραγματικά επιτόκια καταθέσεων), οπότε θα πρέπει να επενδυθούν, ακόμα και με χρηματοδότηση. Έτσι, ένα μέρος του υψηλότερου επιτοκίου δανεισμού θα το "έτρωγε” ο πληθωρισμός. Ταυτόχρονα, σήμερα οι τράπεζες προσφέρουν δάνεια -επιχειρηματικά και λιανικής- με σταθερό επιτόκιο για όλη τη διάρκεια.

    Εισοδήματα

    Τραπεζίτες και μελέτες της ΕΚΤ συμφωνούν ότι η προηγούμενη μεγάλη σε διάρκεια και ένταση οικονομική κρίση προκάλεσε μεγάλη εισοδηματική ανισοκατανομή, η οποία φαίνεται τόσο στις καταθέσεις όσο και στα στοιχεία για τους μισθούς. Η κρίση έπληξε κυρίως τους νέους και τον ιδιωτικό τομέα. Μάλιστα, η παρατήρηση αυτή δεν ισχύει μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Μελέτη της ΕΚΤ αναφέρει ότι η σημερινή γενιά των 30άρηδων είναι δύσκολο να αποκτήσει  ακίνητο με στεγαστικό δάνειο, μολονότι έχει αυξηθεί η προσφορά των χρηματοδοτικών εργαλείων σε σχέση με προηγούμενες γενιές. Κι αυτό διότι οι τιμές των ακινήτων έχουν αυξηθεί περισσότερο από ό,τι οι μισθοί, ενώ οι τελευταίοι ξεκινούν από χαμηλό επίπεδο και ανέρχονται με σημαντικά χαμηλότερο ρυθμό από ό,τι στις προηγούμενες γενιές. Από την άλλη, η αυξημένη προσφορά δανείων με χαμηλά επιτόκια ευνοεί εκείνους που έχουν χρήματα (μεγαλύτερες ηλικίες ή μικρότερες που λαμβάνουν βοήθεια από τις μεγαλύτερες), με αποτέλεσμα να αγοράζουν ακίνητα και οι τιμές να ανεβαίνουν περισσότερο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να απομακρύνεται η δυνατότητα απόκτησης ακινήτου από έναν νέο που δεν έχει βοήθεια από την προηγούμενη γενιά.

    Σε αυτό το θέμα, οι τραπεζίτες συμφωνούν και επικαλούνται τα στοιχεία των καταθέσεων ανά ηλικιακή ομάδα, όπως επίσης και τα στοιχεία των μεταβιβάσεων ή της βοήθειας για ίδιες συμμετοχές σε στεγαστικά από την οικογένεια. Παράλληλα, τονίζουν ότι η χρηματοδότηση επηρεάζεται και από άλλα δημογραφικά θέματα (γήρανση πληθυσμού, brain drain, κλπ). Πρόκειται για ζητήματα, τα οποία θα πρέπει να λυθούν, ταυτόχρονα με την αύξηση των εισοδημάτων. Όπως αναφέρουν, είναι επιτακτική ανάγκη η ελληνική οικονομία να επανέλθει σε διατηρήσιμους θετικούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, για να αυξηθούν τα εισοδήματα και να δοθούν νέες προοπτικές στους νέους. Η χώρα δεν μπορεί να αναπτυχθεί αν δεν δοθούν κίνητρα στους νέους είτε να μείνουν στην Ελλάδα, είτε να επιστρέψουν από το εξωτερικό.

    Διαβάστε ακόμη:

    * Τα "κόκκινα" δάνεια φρενάρουν τις επενδύσεις

    * Επιχειρήσεις και νοικοκυριά "τρώνε από τα έτοιμα" - Μείωση καταθέσεων

    B. Ράπανος στο Capital.gr: Μεγάλες οι προκλήσεις, αλλά είμαστε συνηθισμένοι

    Γ. Ζανιάς (Eurobank): Οι τράπεζες είναι έτοιμες να υλοποιήσουν τον αναπτυξιακό τους ρόλο

    Γκ. Χαρδούβελης στο Capital.gr: Το μεγάλο ερώτημα είναι αν θα μπορέσουν οι μικρές επιχειρήσεις να μεγαλώσουν

    Γ. Χαντζηνικολάου (Τράπεζα Πειραιώς): Eίναι κρίσιμο να είναι "ευπρόσδεκτες" οι επενδύσεις στη χώρα

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ