Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 28-Νοε-2021 20:00

    Φρένο στη χαλάρωση με γερμανικό κλειδί

    Φρένο στη χαλάρωση με γερμανικό κλειδί
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Τάσου Δασόπουλου

    Αλλαγή δεδομένων και για τη δημοσιονομική ευελιξία που έχει συμφωνηθεί για το 2022, αλλά και για την κρίσιμη συζήτηση, που θα ενταθεί τους επόμενους μήνες, για τις αλλαγές στους δημοσιονομικούς κανόνες, μετά τον διορισμό του κ. Κρίστιαν Λίντνερ στη θέση του υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας.

    Στην Ελλάδα ο κ. Λίντνερ έγινε γνωστός το 2017, όταν επέκρινε τον τότε Γερμανό υπουργό Οικονομικών, κ. Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ότι δεν ήταν αρκετά σκληρός με τη χώρα μας. Τον "κατηγόρησε" ότι άκουσε την καγκελάριο κυρία Άνγκελα Μέρκελ και δέχτηκε το τρίτο πρόγραμμα βοήθειας για την Ελλάδα, ενώ ο ίδιος (σ.σ. ο κ. Σόιμπλε) είχε την άποψη ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να βγει από την Ευρωζώνη −έστω και προσωρινά− και να επανέλθει όταν θα έχει λύσει τα οικονομικά της προβλήματα. Μάλιστα, ο κ. Λίντνερ είχε προτείνει να θεσπιστεί πανευρωπαϊκά ένας νόμος προσωρινής αποχώρησης ενός κράτους-μέλους του ευρώ (ενώ θα παραμένει μέλος της Ε.Ε.) και στη συνέχεια να επανέρχεται όταν λύνει τα προβλήματά του. 

    Το 2015, όταν ο σημερινός πρωθυπουργός της Ιταλίας και τότε πρόεδρος της ΕΚΤ, κ. Μάριο Ντράγκι, είχε ξεκινήσει το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, σε ένα δείπνο στο Βερολίνο, σχολιάζοντας και την εμμονή της Κεντρικής Τράπεζας του ευρώ στα μηδενικά επιτόκια, είχε πει: "Δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τους λογαριασμούς ταμιευτηρίου των Γερμανών εργατών για να σώσουμε τις αποταμιεύσεις των Ιταλών".

    Πολύ πρόσφατα ο κ. Λίντνερ επιτέθηκε έμμεσα και στην πολιτική της τωρινής προέδρου της ΕΚΤ, κυρίας Κριστίν Λαγκάρντ. Μιλώντας σε κοινό Γερμανών επιχειρηματιών, είχε πει ότι "αν η Κεντρική Τράπεζα του ευρώ εγκλωβιστεί στη δημοσιονομική πολιτική των υπερχρεωμένων ευρωπαϊκών κρατών (δηλαδή και της Ελλάδας), θα έχει πολύ λίγα όπλα για να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό".

    Ο κ. Λίντνερ δηλώνει εντελώς αντίθετος με την αμοιβαιοποίηση του χρέους των ευρωπαϊκών κρατών. Σε ό,τι αφορά το Ταμείο Ανάκαμψης, τονίζει σε κάθε ευκαιρία ότι είναι ένα έκτακτο μέτρο που ελήφθη για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες της πανδημίας και δεν θα έχει συνέχεια. Όταν εξηγεί αυτήν του τη θέση, διευκρινίζει ότι θεωρεί το χρέος "προσωπική ευθύνη" του κάθε κράτους-μέλους. 

    Στην Αθήνα

    Με αυτά τα δεδομένα, η Ελλάδα είναι μια από τις χώρες που δεν νιώθουν άνετα με την τοποθέτηση Λίντνερ στη θέση του υπουργού Οικονομικών, και για τις δηλώσεις που έχει κάνει κατά καιρούς για τη χώρα αλλά και για τη μελλοντική διαχείριση της νέας του θέσης. Πολύ περισσότερο αν έχει και την κάλυψη ή έστω την ανοχή του νέου Γερμανού καγκελάριου, κ. Όλαφ Σολτς, να εφαρμόσει τα όσα λέει και στην πράξη. 

    Η πρώτη ανησυχία εντοπίζεται στην παρέμβασή του στους κανόνες δημοσιονομικής ευελιξίας που έχουν ήδη συμφωνηθεί για φέτος και το 2022, οι οποίοι είναι μεν απολύτως απαραίτητοι για να στηρίξουν την ανάκαμψη, αλλά αυξάνουν ελλείμματα και χρέος. Ένας περιορισμός της ευελιξίας για το 2022 θα δυσκολέψει τα πράγματα όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά για την πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών. 

    Αν και η Ελλάδα ακολουθεί από επιλογή πιστά τους κανόνες, βρίσκεται ακόμη σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας και έχει αναθεωρήσει οριακά προς τα πάνω τις προβλέψεις για το δημοσιονομικό και το πρωτογενές έλλειμμα, στηρίζοντας την οικονομία με 17 δισ. ευρώ μόνο για το 2021. 

    Η έλευση Λίντνερ στο Eurogroup θα δώσει ζωτικό χώρο στους υπερασπιστές της "δημοσιονομικής ορθοδοξίας" να αναζητήσουν αδύναμους κρίκους ανάμεσα στις υπερχρεωμένες χώρες της Ευρωζώνης. 

    Το οικονομικό επιτελείο θα πρέπει να καταβάλει προσπάθεια ώστε οι προβλέψεις για την ανάπτυξη να υλοποιηθούν και να επιτευχθούν οι προβλέψεις που έχει ανακοινώσει στην Ε.Ε., συγκρατώντας την όποια υπέρβαση ειδικά στο σκέλος των δαπανών. Η χώρα έχει κάνει από το 2010 μια τεράστια δημοσιονομική προσαρμογή και είναι σε πολύ καλύτερο σημείο από ό,τι ήταν πριν από την κρίση. Ωστόσο, δεν θα υπάρχει πια κανένα περιθώριο για αποκλίσεις που θα στρέψουν ξανά τα φώτα στα ελληνικά δημοσιονομικά δεδομένα. 

    Το 2022 είναι ένας κρίσιμος χρόνος, καθώς η Ελλάδα, εκτός των άλλων, αναμένεται να προχωρήσει σε σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή, αφού θα πρέπει να μειώσει το έλλειμμα από το 10% του ΑΕΠ φέτος στο 3,7% του ΑΕΠ ή και χαμηλότερα στο τέλος του 2022. Επίσης, το πρωτογενές έλλειμμα, από το 7,3% του ΑΕΠ, θα αποκλιμακωθεί κοντά στο 1% του ΑΕΠ στο τέλος του χρόνου και το χρέος θα πρέπει να βρεθεί ως ποσοστό του ΑΕΠ στα επίπεδα του 2019 (δηλ. στο 187,5% του ΑΕΠ) ή και χαμηλότερα. 

    Με άλλα λόγια, δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση το 2023 να βρει την Ελλάδα να παραβιάζει κάποιον από τους υφιστάμενους δημοσιονομικούς κανόνες, ακόμα και αν οι κανόνες αυτοί έχουν αλλάξει προς το καλύτερο. Μόνο με επίτευξη των προβλέψεων για το 2023 αυτό είναι επιτεύξιμο. Τούτο διότι προβλέπεται ότι στο τέλος του μεθεπόμενου χρόνου το έλλειμμα θα πρέπει να περιοριστεί στο 0,5%-1% του ΑΕΠ, θα έχουμε περάσει σε πρωτογενές πλεόνασμα 1,5% του ΑΕΠ, ενώ και το χρέος θα έχει μειωθεί από το 2020 κατά περίπου 20% του ΑΕΠ, καλύπτοντας και τον κανόνα της μείωσης κατά το 1/20. 

    Η αλλαγή των δημοσιονομικών κανόνων 

    Εκεί που η Αθήνα αλλά και οι υπόλοιπες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου δεν θα μπορέσουν να αποφύγουν τη σύγκρουση είναι στη συζήτηση για την αλλαγή των δημοσιονομικών κανόνων. 

    Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, αλλά και η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης, η Γαλλία, θέλουν χαλάρωση του ασφυκτικού ανώτατου ορίου του χρέους του 60% και της υποχρέωσης για ετήσια μείωση του 1/20 της διαφοράς του ύψους του χρέους με το 60% του ΑΕΠ. Στην κατεύθυνση αυτή κινείται και η Κομισιόν αλλά και ο ESM, οι οποίοι έχουν διαμορφώσει εναλλακτικές προτάσεις, που έχουν τη βάση τους στο ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, μετά το σοκ, το κριτήριο του χρέους είναι ανεφάρμοστο για την πλειονότητα των χωρών της Ε.Ε. 

    Ωστόσο η παρουσία του Κρίστιαν Λίντνερ στην αίθουσα θα ενισχύσει σημαντικά τα επιχειρήματα των χωρών που δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα στα κριτήρια του συμφώνου σταθερότητας, αλλά να γίνει μόνο πιο "σαφές και κατανοητό". Το κακό για την Ελλάδα είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης θα διεξαχθεί ενόσω ο δεύτερος ισχυρός πόλος της Ευρωζώνης, η Γαλλία, η οποία υποστηρίζει σθεναρά αλλαγές στο δημοσιονομικό σύμφωνο, θα βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο, με τη νέα κυβέρνηση να αναμένεται τον ερχόμενο Απρίλιο.

    Πάντως, αν οι συντηρητικοί εμμείνουν παραπάνω από όσο πρέπει στις θέσεις τους, θα δημιουργηθεί πρόβλημα όχι μόνο με την Ελλάδα, αλλά με την ίδια τη συνοχή της Ευρωζώνης. Ειδικά αν η Γερμανία ακολουθήσει ίδιου ύφους επιλογές και στον διάδοχο του Γενς Βάιντμαν στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. 

     


     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ