00:01 08/01
Γιάνης ο θεολόγος
Η εμπορία και η χρήση ναρκωτικών και παραισθησιογόνων ουσιών είναι, ευτυχώς, παράνομες στη χώρα μας.
Είναι οι αγροτικές κινητοποιήσεις που βλέπουμε σήμερα στους δρόμους μια ακόμη "επαναλαμβανόμενη παράσταση" του ελληνικού πολιτικού φολκλόρ;
Είναι απλώς τρακτέρ, μπλόκα και πρόχειρες διαπραγματεύσεις της τελευταίας στιγμής;
Ή μήπως είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς συσσώρευσης στρεβλώσεων, κακών επιλογών και μισών αληθειών που συνοδεύουν την ελληνική αγροτική πολιτική εδώ και δεκαετίες;
Αν θέλουμε να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς, η σημερινή κατάσταση με τους αγρότες είναι ο καθρέφτης των ορίων ενός αγροτοπαραγωγικού μοντέλου που συντηρήθηκε περισσότερο με επιδοτήσεις παρά με παραγωγικό σχεδιασμό. Ένας πρωτογενής τομέας στην εντατική εδώ και δεκαετίες.
Οι κινητοποιήσεις ξεκίνησαν, όπως πάντα, από την περιφέρεια. Όχι με πολιτικά συνθήματα, αλλά με αριθμούς. Τιμολόγια ρεύματος για αντλιοστάσια και θερμοκήπια που διπλασιάστηκαν. Καύσιμα που καθιστούν ασύμφορη τη συγκομιδή. Λιπάσματα και ζωοτροφές που ακολουθούν διεθνείς τιμές, την ώρα που τα έσοδα των παραγωγών παραμένουν καθηλωμένα. Όταν αυτή η εξίσωση δεν βγαίνει, δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκη πολιτική καθοδήγηση για να ξεκινήσει η αντίδραση. Ξεκινά από μόνη της.
Στην αρχή υπήρξαν τοπικές συγκεντρώσεις. Μετά ήρθαν τα μπλόκα σε κομβικά σημεία του εθνικού οδικού δικτύου. Ακολούθησε η κλιμάκωση και, όπως πάντα, η μετατροπή του ζητήματος από οικονομικό σε πολιτικό. Μέχρι εδώ, τίποτα καινούργιο. Το καινούργιο είναι ότι αυτή τη φορά τα αιτήματα έχουν έναν πυρήνα που δύσκολα μπορεί να απορριφθεί ως "συντεχνιακός".
Το πρώτο και βασικό αίτημα αφορά το κόστος παραγωγής. Δεν πρόκειται για ιδεολογική συζήτηση, αλλά για ζήτημα επιβίωσης. Όταν η ενέργεια αντιμετωπίζεται ως φορολογικό έσοδο και όχι ως παραγωγικός συντελεστής, τότε ο πρωτογενής τομέας απλώς δεν μπορεί να σταθεί.
Η μείωση του ενεργειακού κόστους για την αγροτική παραγωγή δεν είναι προνόμιο. Είναι όρος ανταγωνιστικότητας. Και σε αυτό το σημείο, οι αγρότες έχουν τόσο δίκιο όσο και οι βιομηχανίες. Ούτε παραπάνω, ούτε λιγότερο.
Το δεύτερο αίτημα αφορά στον αθέμιτο ανταγωνισμό. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιβάλλει αυστηρούς περιβαλλοντικούς και ποιοτικούς κανόνες στους παραγωγούς της, μέσω της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Την ίδια στιγμή όμως, επιτρέπει την εισαγωγή προϊόντων από τρίτες χώρες που δεν υπόκεινται στους ίδιους περιορισμούς. Αυτό δεν είναι ελεύθερη αγορά. Είναι θεσμοθετημένη ανισότητα. Το να ζητάς ίσους όρους ανταγωνισμού δεν είναι υπερβολή. Είναι στοιχειώδης λογική που άλλωστε βλέπουμε να ισχύει στην ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία που απαγορεύει εισαγωγή αυτοκινήτων που δεν συμμορφώνονται στους κανόνες euro5.
Εκεί όμως που τα πράγματα αρχίζουν δυστυχώς να ξεφεύγουν, είναι όταν τα αγροτοπαραγωγικά αιτήματα μετατρέπονται σε γενικευμένη απαίτηση κρατικής εγγύησης του εισοδήματος των αγροτών.
Μόνιμες φορολογικές εξαιρέσεις, καθολικό αφορολόγητο πετρέλαιο ανεξαρτήτως της παραγωγής, αποζημιώσεις για κάθε απώλεια ανεξαρτήτως αιτίας. Σε αυτό το σημείο, η κρατική στήριξη μετατρέπεται σε μεταφορά του επιχειρηματικού ρίσκου στον φορολογούμενο. Αυτό δεν είναι ούτε βιώσιμο ούτε δίκαιο για τους υπόλοιπους Έλληνες. Καμία σύγχρονη οικονομία δεν μπορεί να λειτουργήσει με το κράτος στον ρόλο του ασφαλιστή παντός κινδύνου.
Η κυβέρνηση αυτή τη στιγμή κινείται σε μια λεπτή ισορροπία. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναγνωρίζει την πίεση, ανοίγει τον διάλογο, αλλά αποφεύγει να υποσχεθεί λύσεις χωρίς όρια. Και ορθώς. Όχι γιατί οι αγρότες συνολικά "έχουν άδικο", αλλά γιατί η εμπειρία δείχνει ότι κάθε εξαίρεση από την υπόλοιπη κοινωνία δημιουργεί αρνητικό προηγούμενο. Και τα προηγούμενα, στην Ελλάδα, έχουν την τάση να γίνονται κανόνας.
Σε αυτό το σημείο δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τον άσπρο ελέφαντα μέσα στο δωμάτιο, την ιστορία των αγροτικών επιδοτήσεων και ειδικά το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ:
- Για δεκαετίες, ο οργανισμός που είχε την ευθύνη διαχείρισης και ελέγχου των ευρωπαϊκών κοινοτικών ενισχύσεων λειτούργησε ως μηχανισμός στρεβλώσεων και απάτης.
- Εικονικές δηλώσεις καλλιεργειών, επιδοτήσεις σε ανενεργούς ή ανύπαρκτους παραγωγούς, αδύναμοι έλεγχοι και πρόστιμα από την Ευρωπαϊκή Ένωση που πλήρωσε τελικά ο Έλληνας φορολογούμενος.
Το αποτέλεσμα ήταν διπλό. Από τη μία, χάθηκαν πόροι που θα μπορούσαν να στηρίξουν τους πραγματικά παραγωγικούς αγρότες. Από την άλλη, καλλιεργήθηκε μια κουλτούρα δικαιωματισμού και βιοποριστικής εξάρτησης από τις επιδοτήσεις, αντί να χρησιμοποιούνται για επενδύσεις στην παραγωγή. Χώρια το γόνιμο έδαφος για μεσάζοντες και απατεώνες που προσέφερε η πλημμελής διαχείριση των χρημάτων.
Αυτό το ιστορικό βαραίνει τη σημερινή συζήτηση. Όχι για να απαξιώσει τα αιτήματα των αγροτών, οι περισσότεροι των οποίων έχασαν από την κακοδιαχείριση του ΟΠΕΚΕΠΕ παρά ωφελήθηκαν, αλλά για να τοποθετήσει αυτά τα αιτήματα στο σωστό πλαίσιο. Η κοινωνία έχει λόγο να είναι καχύποπτη όταν ακούει για "στήριξη χωρίς όρους". Γιατί το παρελθόν δείχνει πού οδηγεί αυτός ο δρόμος.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα δοθεί ένα ακόμη πακέτο μέτρων. Είναι αν θα αρπάξουμε την ευκαιρία για αποφασίσουμε τι αγροτική οικονομία θέλουμε.
α) Μια οικονομία μικρών, κατακερματισμένων εκμεταλλεύσεων αγροτικών προϊόντων που κανένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα δεν προσφέρουν στους Έλληνες παραγωγούς, οι οποίοι επιβιώνουν χάρη στις επιδοτήσεις, ή
β) Μια οργανωμένη, παραγωγική και εξαγωγική γεωργία, με επιλογή καλλιεργειών που η Ελλάδα υπερέχει ανταγωνιστικά έναντι άλλων χωρών.
Και τα δύο μαζί δεν γίνεται.
Αν θέλουμε το δεύτερο, τότε η συζήτηση πρέπει να πάει αλλού: σε λειτουργικά και αποτελεσματικά δημοπρατήρια αγροτικής παραγωγής, σε μείωση των μεσαζόντων, σε συλλογικά σχήματα, σε τεχνολογία, σε διαχείριση νερού, σε ενεργειακές κοινότητες, σε πρόσβαση στις αγορές, σε καθετοποίηση και τυποποίηση, σε συσκευασία και τελικό προϊόν αντί για χύμα πωλήσεις.
Οι αγροτικές κινητοποιήσεις είναι απολύτως κατανοητές για την κοινωνία, όσο και αν τα μπλόκα στους δρόμους τεντώνουν την υπομονή μας, και συχνά οδηγούν κάποιους να απαξιώνουν συλλήβδην τη σημασία τους.
Σίγουρα δεν είναι όλες οι απαιτήσεις των αγροτών εξίσου λογικές. Η πρόκληση για την κυβέρνηση δεν είναι απλά να κατευνάσει την ένταση, αλλά να μετατρέψει την κρίση σε αφετηρία αλλαγών που μάλλον καθυστέρησαν δεκαετίες. Αν δεν το κάνουμε αυτό, τότε θα ξαναδούμε τα ίδια τρακτέρ στους ίδιους δρόμους, με τα ίδια αιτήματα και του χρόνου, και του παραχρόνου και σε λίγα χρόνια από τώρα.
Τότε όμως δεν θα φταίνε ούτε οι αγρότες ούτε η συγκυρία. Τότε θα φταίει η συλλογική μας αδυναμία, να ξεφύγουμε από ένα μοντέλο που ανακυκλώνει προβλήματα αντί να τα λύνει, που επιδοτεί την έλλειψη ικανοτήτων αντί για την παραγωγικότητα και τις επενδύσεις, και που αδυνατεί να ξεχωρίσει τα υπαρξιακά προβλήματα από τα καπρίτσια.
Πρέπει να σταματήσουμε να επιδοτούμε αυτούς που δεν παράγουν αντί να επιδοτούμε αυτούς είναι αποδοτικοί.