Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 29-Ιαν-2026 00:05

    Θέλει αρετή. Και τόλμη. Η Δημοκρατία!

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Γιάννη Γούση*

    Πρόσφατα και μετά από καθυστέρηση πολλών ετών, οι πρώτες "έξυπνες" κάμερες κυκλοφορίας έχουν βρει τη θέση τους στους δρόμους της Αττικής, έχοντας, ήδη, καταγράψει δεκάδες χιλιάδες παραβάσεις. Πως λειτουργούν; Αξιοποιούν τις δυνατότητες της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) για ακριβέστερη αναγνώριση και καταγραφή των τροχαίων παραβάσεων, έτσι ώστε στη συνέχεια η ψηφιακή τεχνολογία με αυτοματοποιημένες διαδικασίες να προβαίνει στα δέοντα: αποστολή των κλήσεων, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, μέσω Gov.gr στους παραβάτες και είσπραξη του ποσού του προστίμου μέσω της ΑΑΔΕ.

    Να το αναλύσουμε λίγο; Αναφερόμαστε σε μια ψηφιακή αυτοματοποιημένη εφαρμογή, στην οποία δεν επεμβαίνει ανθρώπινο χέρι. Λειτουργεί καθημερινά 24 ώρες όλον τον χρόνο σε δρόμους στους οποίους μετακινούνται καθημερινά εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες. Ισχύει για όλους τους πολίτες, χωρίς εξαίρεση. Υλοποιείται σε συνεργασία των υπουργείων Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Μεταφορών, Προστασίας του Πολίτη, καθώς επίσης και της Περιφέρειας Αττικής και των αντίστοιχων δήμων. Προβλέπεται, μάλιστα, μέσα στο 2026 να τοποθετηθούν 1.000 κάμερες σε όλη τη χώρα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα υποστηρίζεται η τήρηση του νέου Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), ο οποίος έχει υπερψηφιστεί με ευρύτατη πλειοψηφία από τη Βουλή). Σε βάθος χρόνου και με βάση μετρήσεις άλλων χωρών, στις οποίες εγκαταστάθηκαν παρόμοια συστήματα, αναμένεται σαφής μείωση τροχαίων και το κυριότερο, λιγότεροι νεκροί και τραυματίες από τροχαία.

    Τι συνεπάγεται αυτό για τον πολίτη; Αρχίζει να βλέπει στην καθημερινότητά του, στους δρόμους, ότι ο κανόνας ισχύει για όλους, δηλαδή είναι καθολικός και χωρίς εξαίρεση, ότι πληρώνουν μόνο οι παραβάτες και ότι δεν υπάρχει περίπτωση "έξωθεν" επέμβασης.  Δηλαδή, στην παράβαση θα πληρώνει ο παραβάτης, είτε λέγεται Γιάννης, είτε κυρ Γιάννης, είτε Μπαρμπαγιάννης. Και ο "κολλητός" στην Τροχαία, ο "δικός μας" βουλευτής, ο "Μεγάλος" που δεν τον αγγίζει τίποτα, το σβήσιμο της κλήσης, το ρουσφέτι; Πάει, τα χάσαμε;

    Ακριβώς! Ναι, τα χάσαμε! Όταν, μάλιστα, καταγραφεί και η μείωση νεκρών και τραυματιών από τροχαία και η κοινωνία νοιώσει το όφελος, τότε ο πολίτης θ’ αρχίσει να αισθάνεται, ότι το κράτος, όχι μόνο δεν τιμωρεί, αλλά προστατεύει. Ενώ, παράλληλα, αντιμετωπίζει όλους τους πολίτες με ίσα μέτρα και σταθμά. Όπως, ακριβώς, ορίζει το Σύνταγμα (Άρθρο 4, παρ. 1): "Oι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου."

    Αλήθεια, πόσες φορές το ζούμε αυτό στην Ελλάδα; 

    Μήπως, λοιπόν, το συγκεκριμένο μέτρο θα ενισχύσει την αίσθηση εμπιστοσύνης προς το κράτος; Με φυσικό επακόλουθο, ο πολίτης να παύει να σκέφτεται "πώς θα τη γλιτώσω" και ν’ αρχίζει να μπαίνει στη λογική τού "δεν αξίζει να παρανομήσω". Κι έτσι, τόσο απλά, ξεκινάει το κράτος να "γεννάει" κοινωνικό κεφάλαιο, δηλαδή εμπιστοσύνη. Όταν ο πολίτης αρχίσει να εμπεδώνει, μέσω της καθημερινής του εμπειρίας, αυτήν την αίσθηση, τότε θα είναι σε θέση ν’ αξιολογεί με διαφορετικό τρόπο το νόημα της τελευταίας λέξης της 2ης  παραγράφου του προαναφερθέντος άρθρου: "Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις." 

    Κι’ είναι αυτό τόσο σημαντικό; Ας κάνουμε, λοιπόν, μια "παράκαμψη", μιας και ακόμη δεν έχει τεθεί σε πλήρη λειτουργία το προαναφερθέν σύστημα ελέγχου κυκλοφορίας. Τι πιστεύει διαχρονικά ο πολίτης; Απλώς, ότι δεν θα εφαρμοστεί ο νόμος το ίδιο για όλους, μιας και όλο και κάποιος θα βρει τρόπο να παρακάμψει το σύστημα. Από "κονέ" και "γρηγορόσημα", μέχρι τις, αλήστου μνήμης και ων ουκ έστιν αριθμός, εισφορές υπέρ τρίτων "έδωκεν η πατρίς"… 

    Και για να μην απωλέσουμε την επαφή μας με τη σημερινή πραγματικότητα, ας εξετάσουμε με βάση τον προαναφερθέντα συλλογισμό του πολίτη  (… δεν θα εφαρμοστεί ο νόμος…, να παρακάμψει το σύστημα…) δύο θέματα, τα οποία συνδέουν το κράτος με τους αγρότες: ΟΠΕΚΕΠΕ και μπλόκα. Δεν είναι "λογικό", λοιπόν, ο πολίτης, βιώνοντας τον φαύλο κύκλο, δηλαδή της χαμηλής εμπιστοσύνης ως, ταυτόχρονα, αποτέλεσμα και αυτοενισχυόμενη αιτία, να μην εμπιστεύεται ούτε τη σκιά του, ποσώς δε το κράτος; 

    Δεν υπάρχει κράτος, μαντάμ! 

    Μετά την, λόγω "μπλόκων", "παράκαμψη", επανερχόμαστε στην ερώτηση: κι’ είναι αυτό τόσο σημαντικό; Για την απάντηση του ερωτήματος "το κράτος να "γεννάει" εμπιστοσύνη", θ’ απευθυνθούμε στους ειδικούς επιστήμονες, στους κκ. Bo Rothstein και Dietlind Stolle. Στην εργασία τους "The State and Social Capital : An institutional theory of generalized trust" (Το Κράτος και το Κοινωνικό Κεφάλαιο: Μια θεσμική θεωρία της γενικευμένης εμπιστοσύνης), η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Comparative Politics το 2008, εξετάζουν τη σχέση μεταξύ κράτους και πολιτών. Η οποία οικοδομείται σταδιακά, έχοντας ως θεμέλιο την εμπιστοσύνη. Στην προκειμένη περίπτωση γίνεται αναφορά στο κοινωνικό κεφάλαιο και αναλύεται η σχέση εμπιστοσύνης και θεσμών. 

    Τι σημαίνει, όμως, κοινωνικό κεφάλαιο; Ο Ηλίας Πούπος, ερευνητής του Κέντρου Προγραμματισμού και Κοινωνικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) αναφέρει στην έρευνά του "Το κοινωνικό κεφάλαιο στην Ελλάδα": "Η έννοια του όρου περιλαμβάνει διάφορα κοινωνικά χαρακτηριστικά (ή παραμέτρους), τα οποία θεωρείται ότι έχουν ευνοϊκά αποτελέσματα στην κοινωνία … και βοηθούν τα άτομα στην αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων, βοηθούν στην καλύτερη διακυβέρνηση της χώρας και λειτουργία των θεσμών και έχουν θετική επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα." Συνεχίζει: "… αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κάποιος γενικά αποδεκτός ορισμός…"

    Και καταλήγει: "Παρά τα προβλήματα αυτά, η μέτρηση και η καταγραφή των διαφόρων στοιχείων που απαρτίζουν την έννοια του κοινωνικού κεφαλαίου … είναι απαραίτητη για την καλύτερη γνώση της κοινωνίας µας. Π.χ. η γνώση της ύπαρξης ή µη εμπιστοσύνης προς τους πολιτικούς ή τους εκπαιδευτικούς είναι απαραίτητη για την αναζήτηση των αιτίων, όπως επίσης είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε αν ο κόσμος υπακούει στους κανόνες της κοινωνίας και δεν φοροδιαφεύγει."

    Ποιος είναι, λοιπόν, ο συνδετικός κρίκος της προσέγγισης του Ηλία Πούπου και του τίτλου της θεωρίας των Rothstein και Stolle; Η εμπιστοσύνη! Την οποίαν (generalized trust) οι συγγραφείς θεωρούν ως την πιο κρίσιμη πτυχή του κοινωνικού κεφαλαίου (Social Capital), εστιάζοντας πρωτίστως στο κράτος (State) και τους θεσμούς του (institutional theory). 

    Τι πρεσβεύει στον πυρήνα της η συγκεκριμένη θεωρία; Σε σχέση με προϋπάρχουσες θεωρίες, οι οποίες απέδιδαν το κοινωνικό κεφάλαιο, κατ’ επέκταση και την εμπιστοσύνη, σε ιστορικές και πολιτισμικές παραδόσεις ή στη συμμετοχή σε δίκτυα πολιτών και εθελοντισμό, οι Rothstein και Stolle υποστηρίζουν ότι αυτό που καθορίζει το επίπεδο της εμπιστοσύνης, είναι το κράτος και πολιτικοί και νομικοί θεσμοί του. Πιο συγκεκριμένα: η γενικευμένη κοινωνική εμπιστοσύνη ΔΕΝ προηγείται των θεσμών, αλλά παράγεται από θεσμούς που λειτουργούν απρόσωπα, δίκαια και αδιάβλητα, με αποτέλεσμα ο πολίτης να βλέπει ότι όλοι αντιμετωπίζονται το ίδιο, ο κανόνας δεν αλλάζει και δεν υπάρχουν "μέσα”.

    Καλή η θεωρία, αλλά έχουμε και μετρήσιμα αποτελέσματα, τα οποία να στηρίζουν αυτήν τη θεωρία; Απαντήσεις μάς προσφέρει η έκθεση με τίτλο "Αποτυπώσεις και μετατοπίσεις στην κοινωνική και πολιτική εμπιστοσύνη στην Ελλάδα: 2017 – 2025". Η επιτελική σύνοψη της οποίας ολοκληρώνεται με την καταληκτική φράση: "Εξάλλου, εντοπίζεται διάχυτη έλλειψη ικανοποίησης από τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, γεγονός που ενδέχεται να σχετίζεται με τη χαμηλή αξιολόγηση των πολιτικών θεσμών. Συνεπώς, τα δεδομένα της WVS για την Ελλάδα … χωρίς όμως … να ανατρέπει το διαχρονικό μοτίβο χαμηλής θεσμικής εμπιστοσύνης, εύρημα το οποίο οφείλει να προβληματίσει τους πολιτικούς ιθύνοντες και τους θεσμικούς φορείς της δημοκρατίας." 

    Τι είναι, όμως, αυτή η WVS; Η Παγκόσμια Έρευνα Αξιών (World Values Survey – WVS) καταγράφει δεδομένα από το 1981 μέχρι σήμερα σε πάνω από 100 χώρες. Οι Rothstein και Stolle αξιοποιούν, σε συνδυασμό με άλλες έρευνες, τα δεδομένα της WVS, για να αποδείξουν τη θεωρία τους. Συγκεκριμένα, στα κράτη στα οποία επικρατεί η θεσμική αμεροληψία, διαπιστώνεται υψηλή γενικευμένη εμπιστοσύνη, π.χ. στη Σκανδιναβία. Και τα αντίθετα; Λατινική Αμερική, Ιταλία και Ελλάδα. Παρά τις εξαγγελίες, ότι η χώρα μας θα μετατραπεί στη Δανία του Νότου.

    Αυτήν, ακριβώς, την πραγματικότητα της χώρας μας, εξηγεί η προαναφερθείσα έκθεση, ως συνοδευτικό αρχείο της έρευνας WVS για το 2025 στην Ελλάδα. Εμβαθύνοντας στον πυρήνα του προβλήματος, δηλαδή της έλλειψης εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Άρα και της ίδιας της δημοκρατίας. 

    "Η έρευνα WVS είναι ένας "αξιακός καθρέφτης" μιας κοινωνίας σε κρίσιμη καμπή", όπως αναφέρει στην ανάλυση των αποτελεσμάτων ο γενικός διευθυντής της MRB, Δημήτρης Μαύρος. Και συνεχίζει, αναφερόμενος στο κεντρικό εύρημα της έρευνας, την κρίση της εμπιστοσύνης: "η οποία καταρρέει όταν το βλέμμα στρέφεται προς το συλλογικό και το θεσμικό… Η εμπιστοσύνη στους πολιτικούς θεσμούς, στους δημοσιογράφους, και στους θεσμούς ελέγχου είναι όχι απλώς χαμηλή, αλλά διαπερνάται από μια αίσθηση διαρκούς μεροληψίας… Γιατί η πολιτική μετατρέπεται σε πεδίο αποχής. Γιατί η κοινωνική ανοχή προς αυταρχικές λύσεις αυξάνεται."

    Εν ολίγοις, η "παράκαμψη" μας οδήγησε στην απάντηση του ερωτήματος, αν είναι σημαντικό, όταν ξεκινάει το κράτος ξεκινάει να "γεννάει" κοινωνικό κεφάλαιο, δηλαδή εμπιστοσύνη. Ναι! Είναι σημαντικό. Βάσει, μάλιστα, της προαναφερθείσας ανάλυσης, είναι εξαιρετικά σημαντικό. Δίνοντας, πρώτα το κράτος, το καλό παράδειγμα στον πολίτη και όχι απαιτώντας από τον πολίτη να κάνει το πρώτο βήμα. 

    Αφήνοντας, για λίγο, το θέμα της εμπιστοσύνης στην άκρη, ας επιστρέψουμε στην έρευνα WVS 2025. Στην οποίαν ξεχωρίζει ένα εύρημα αναφορικά με την ιεράρχηση της ελευθερίας και της ασφάλειας: "σε ερωτήσεις που θέτουν την ελευθερία και την ασφάλεια σε αντιπαραβολή, η ελληνική κοινωνία επιλέγει πλειοψηφικά τη δεύτερη… Αυτό το εύρημα ενισχύει την ερμηνεία πως η κοινωνία έχει αναπτύξει αμυντικά αντανακλαστικά επιζητώντας περισσότερη σταθερότητα."

    Σταθερότητα, λοιπόν. Υπό το "φως του προβολέα" της πολιτικής σταθερότητας, ας προσπαθήσουμε να "φωτογραφήσουμε" την Ιστορία του ελληνικού κράτους, τέμνοντάς την σε δύο περιόδους: πριν και μετά τη Μεταπολίτευση, στην προκειμένη περίπτωση νοούμενης ως "στιγμιαίο" συμβάν, δηλαδή της αλλαγής πολιτεύματος τον Ιούλιο του 1974. Η σύγκριση της πρώτης "φωτογραφίας" 1843 - 1974 (1843: καθιέρωση, μέσω εκχώρησης Συντάγματος, του πολιτεύματος της συνταγματικής μοναρχίας) με τη δεύτερη, από το 1974 κι ύστερα, αποτυπώνει τα εξής (βλ. Πίνακα 1):

    Capture
    Πηγές: Βικιπαίδεια, Κατάλογος πρωθυπουργών της Ελλάδας
    Γενική Γραμματεία Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων, Οι Κυβερνήσεις από το 1909 έως σήμερα


    Τι διαπιστώνουμε με την πρώτη ματιά; Κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, νοούμενης ως διαρκούς κατάστασης, οι κυβερνήσεις, περιλαμβανομένων και των υπηρεσιακών, είχαν στη διάθεσή τους, κατά μέσον όρο, σχεδόν τον τριπλάσιο χρόνο (24 μήνες έναντι 9) για να υλοποιήσουν το έργο τους, συγκρινόμενες με τις κυβερνήσεις πριν το 1974. Αντιστοίχως ανάλογος ήταν και ο μέσος χρόνος συνολικής θητείας των πρωθυπουργών, μιας και κάποιοι ηγήθηκαν περισσοτέρων της μίας κυβέρνησης (3 έτη έναντι 1,7). Ακόμη περισσότερο χρόνο στη διάθεσή τους είχαν οι κυβερνήσεις και οι πρωθυπουργοί κατά τη διάρκεια δύο χρονικών περιόδων της Μεταπολίτευσης (βλ. Πίνακα 2):

    Capture

    Προϋπόθεση: επόμενες εκλογές στην προγραμματισμένη λήξη της θητείας, το 2027

    Χωρίς άλλες αναφορές και με βάση τα προαναφερθέντα κριτήρια, είναι σαφές, ότι η Μεταπολίτευση (νοούμενη ως διαρκής κατάσταση) κερδίζει "κατά κράτος" την προηγηθείσα χρονική περίοδο και δικαίως τον τίτλο της πολιτικής σταθερότητας. Μάλιστα και της μακροβιότερης, μιας και η αντίστοιχη περίοδος χωρίς κινήματα ή πραξικοπήματα διήρκεσε 45 χρόνια (1863 – 1908). Αφήνοντας πολέμους και καταστροφές "εκτός συναγωνισμού", αν προσθέσουμε στα προαναφερθέντα την επιλογή μέσω δημοψηφίσματος της αβασίλευτης δημοκρατίας, την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ και εν συνεχεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και στην Οικονομική Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ), τότε η Μεταπολίτευση αποτελεί αδιαμφισβήτητα την "επιτυχέστερη και ευτυχέστερη περίοδο της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας", όπως τη χαρακτηρίζει ο Ευάγγελος Βενιζέλος. 

    "Μα, είναι δυνατόν να ισχύει αυτό;", ενδεχομένως, και εν πολλοίς δικαίως, να αναρωτηθούν, ιδιαίτερα, οι νεότεροι.

    Τα δεδομένα της Ιστορίας αναφορικά με την πολιτική σταθερότητα, αυτό δείχνουν. Παρ’ ότι, όμως, η κοινωνία έχει βρει περισσότερη σταθερότητα, όπως επιζητούσε, "η πολιτική μετατρέπεται σε πεδίο αποχής", όπως αναφέρει ο Δ. Μαύρος, ενώ μέσα από τις απαντήσεις των ερωτηθέντων εντοπίζεται "μια διάχυτη έλλειψη ικανοποίησης από τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος". 

    Σημειώνει, λοιπόν, στην ανάλυσή του ο Δ. Μαύρος: 

    "Στην Ελλάδα, το αίτημα για ασφάλεια υπερβαίνει συχνά την αξία της ελευθερίας, τάση που παρατηρείται σε πολλές δυτικές κοινωνίες. Αυτό συνδέεται με:

    •Ανασφάλεια λόγω οικονομικών κρίσεων και γεωπολιτικής αβεβαιότητας 
    •Έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς 
    •Πολιτική κουλτούρα που καλλιέργησε την προστατευτικότητα."

    Πότε εμφανίστηκαν αυτά τα φαινόμενα; Στην Ελλάδα, η οικονομική κρίση μάς "χτύπησε" το 2009, ενώ η "διαταραχή του μετατραυματικού στρες" συνεχίζει να μας συνοδεύει. Η γεωπολιτική αβεβαιότητα "αναστήθηκε" με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 και "πάτησε γκάζι" επί προεδρίας Τραμπ το 2025. Ενώ η προστατευτικότητα, ιδιότητα ανθρώπινη, π.χ. η μητρική, μετατράπηκε στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, σταδιακά επιταχυνόμενη, σε υπερ- προστατευτικότητα.

    Τι μας μένει, λοιπόν; Η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Άρα, είτε ως αυτόνομο εύρημα της έρευνας (3. Η κρίση της εμπιστοσύνης), είτε "δια της τεθλασμένης" (2.2. Η ιεράρχηση της ελευθερίας και της ασφάλειας), η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς βρίσκεται στον πυρήνα των προβλημάτων της σχέσης κράτους – πολίτη. Διαχρονικά. Από την αρχή της δημιουργίας του ελληνικού κράτους -για την ακρίβεια, και πριν την ύπαρξή του- μέχρι σήμερα. 

    Μπορούμε, λοιπόν, να συμφωνήσουμε, ότι στην Ελλάδα, ενώ έχουμε καταφέρει να εμπεδώσουμε την πολιτική σταθερότητα -κεκτημένο, αλλά όχι δεδομένο-, πρέπει, οπωσδήποτε, να "θεραπεύσουμε" τη διαχρονική "παθογένεια" της έλλειψης εμπιστοσύνης; Έχοντας ως κοινό σημείο αναφοράς και για τα δύο, το πολιτικό προσωπικό. Στο οποίο, οφείλουμε να πιστώσουμε την κατάκτηση, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, της πολιτικής σταθερότητας, ενώ θα πρέπει να του χρεώσουμε την αδυναμία του να "ξε-γεννήσει" από το κράτος κοινωνικό κεφάλαιο, δηλαδή εμπιστοσύνη. 

    Το πολιτικό προσωπικό έχει αποδείξει ότι, υπό προϋποθέσεις, διαθέτει την αρετή για να προχωρήσει στη σωστή κατεύθυνση, δηλαδή της πολιτικής σταθερότητας. Διότι δεν ήταν αυτονόητο, ότι στη χώρα μας, έχοντας ως χρονική αφετηρία την καταστροφή στην Κύπρο και με το ιδιαίτερα βεβαρυμμένο ιστορικό της (Διχασμός, Εμφύλιος, στρατιωτικά κινήματα και δικτατορίες), θα επικρατούσε πολιτική σταθερότητα, βασισμένη στην κοινοβουλευτική δημοκρατία. Έστω και υπό τη θετική επίδραση ενός περιβάλλοντος διεθνούς σταθερότητας, η οποία, ως διάδοχος κατάσταση προηγούμενων ταραγμένων εποχών με πολέμους και δικτατορίες, αποτελούσε το σήμα κατατεθέν (σχεδόν) όλων των ευρωπαϊκών χωρών τα τελευταία χρόνια. Με μοναδική εξαίρεση, μέχρι προσφάτως, τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία.

    Και αν τα "ήρεμα νερά" αποτελούσαν τον κανόνα μέχρι πρότινος, ψυχρές αέριες μάζες, προερχόμενες από τις ουκρανικές στέπες, ως αποτέλεσμα εκτεταμένου συστήματος υψηλών πιέσεων εξ ανατολών, έχουν εισβάλει στην Ευρώπη και επηρεάζουν την ατμόσφαιρα και στη χώρα μας. Ενώ, παράλληλα, το, μέχρι πρότινος σταθερής συμπεριφοράς, θερμό Ρεύμα του Κόλπου, επηρεασμένο από πρωτοφανή συνδυασμό τροπικών κυκλώνων ταχέως μεταβαλλόμενης έντασης και αρκτικού ψύχους, έχει καταστεί λίαν ευμετάβλητο και με απρόβλεπτες συνέπειες στον Βορειοατλαντικό -και όχι μόνο- χώρο. 

    Ως αποτέλεσμα, λοιπόν, της ακραίας μεταβολής των "καιρικών φαινομένων", τα οποία, μέσω της "κλιματικής κρίσης" οδηγούν στην "κλιματική αλλαγή" -ή και το αντίστροφο-, η πολιτική σταθερότητα θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι δεν είναι δεδομένη, παρ’ ότι κεκτημένη. Ένας λόγος επιπλέον να αποτελεί βασικό ζητούμενο εκ μέρους των πολιτών προς το πολιτικό προσωπικό και στο μέλλον. Το οποίο προσωπικό έχει αποδείξει στο παρελθόν, ότι διαθέτει την τόλμη να προσπαθήσει και να καταφέρει να απλοποιήσει τη ζωή του πολίτη προστατεύοντάς τον, π.χ. με τη διαδικασία εμβολιασμού κατά του Covid και -μέλλει ν’ αποδειχθεί- με τη σωστή λειτουργία των καμερών κυκλοφορίας. 

    Ας το παρακινήσουμε, λοιπόν, το πολιτικό προσωπικό, συγκεκριμένα την κυβέρνηση, να συνεχίσει να υλοποιεί βραχυπρόθεσμα μέτρα με στόχο την αποδεδειγμένη και συνεχή βελτίωση της καθημερινότητάς μας. Μέτρα, βασισμένα σε κανόνες αμεροληψίας, καθολικής ισχύος, μετρήσιμης αποτελεσματικότητας, ανεπηρέαστα από το "χέρι του Θεού", με σεβασμό στον πολίτη και ορατά στην κοινωνία. Όπως:

    •Απονομή σύνταξης την επόμενη εργάσιμη ημέρα μετά την αποχώρηση από την εργασία

    •Μείωση της γραφειοκρατίας (π.χ. ψηφιακός μετασχηματισμός με εξορθολογισμό της πολυνομίας, όπως αξιοποίηση προσωπικού αριθμού για όλες τις συνδιαλλαγές του πολίτη)

    •Ανάδειξη τακτοποιημένου δημόσιου χώρου βάσει κανόνων (π.χ. καθαριότητα, τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων)

    Παράλληλα, να τολμήσει ριζικές τομές – μεταρρυθμίσεις με μακροπρόθεσμους στόχους, όπως (ενδεικτικά):

    •Πολιτικό σύστημα (π.χ. κατάργηση σταυρού προτίμησης)

    •Εφαρμογή του Συντάγματος (π.χ. διαχωρισμός νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας)

    •Δημόσια διοίκηση (π.χ. αποκομματικοποίηση)

    •Δικαιοσύνη (π.χ. επιτάχυνση εκδίκασης υποθέσεων)

    Μία, όμως, είναι Η τομή: 
     
    •Εκπαίδευση (π.χ. από την αποστήθιση στην κριτική σκέψη)

    Δύσκολο το άθλημα; Ασφαλώς! Ακατόρθωτο; Αν δεν το δοκιμάσει το πολιτικό μας προσωπικό, με προεξάρχουσα την κυβέρνηση, η οποία εκλέγεται από τους πολίτες για να κυβερνήσει, πώς θα δώσουμε απάντηση; "Εμείς του ’60 οι εκδρομείς" (ο καθείς ας επιλέξει τη δεκαετία του) μεταφέρουμε στις αποσκευές μας την εμπειρία της "πρακτικής μας εξάσκησης", η οποία επιβεβαιώνει τα επιστημονικά δεδομένα της θεωρίας των Rothstein και Stolle. Ότι, δηλαδή, η εμπιστοσύνη δεν ορίζεται μ’ έναν νόμο -έστω και με πολλά άρθρα-, ούτε οικοδομείται μ’ ένα ή πολλά "θα…", αλλά είναι αποτέλεσμα της Δημοκρατίας ("Όλα είναι πολύ δημοκρατικά", βλ. Υ.Γ.) και των θεσμών της, όταν λειτουργούν διαχρονικά, αμερόληπτα και αποτελεσματικά.  

    Εκτός, αν επιθυμούμε να συνεχίσουμε να παραμένουμε "ανήλικοι διαρκώς" στο ταξίδι μας, ευελπιστώντας ότι η κοινωνία θα διορθώσει το κράτος. Ακόμη και στην περίπτωση που εμφανίζεται ένας Άγγελος εξάγγελος, εκπροσωπώντας μέρος της κοινωνίας; Ακόμη και σ’ αυτήν την περίπτωση κι ας διαθέτει γλυκά, έως και ελκυστικά χαρακτηριστικά, ανεξαρτήτως φύλου. Γιατί; Μα, το κράτος είναι αυτό που διορθώνει ή διαφθείρει την κοινωνία, όπως έχει αποδείξει η προαναφερθείσα θεωρία. Και όχι το αντίθετο. Κάτι που, δυστυχώς, έχει αποδειχθεί στα χρόνια της Μεταπολίτευσης. 

    Μεταξύ μας, δεν χρειαζόταν η εκτενής αναφορά του σημερινού άρθρου στα συγκεκριμένα ζητούμενα. Ένας, παλιός μας, γνώριμος το έχει περιγράψει με οκτώ λέξεις: "Οἱ γὰρ νομοθέται τούς πολίτας ἐθίζοντες ποιοῦσιν ἀγαθούς" αναφέρει ο Αριστοτέλης στο έργο του Ηθικά Νικομάχεια. Οι νομοθέτες (και της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας) με τον εθισμό δημιουργούν καλούς πολίτες, δηλαδή μέσω της νομοθεσίας (στη σύγχρονη Ελλάδα και μέσω της εφαρμογής του νόμου) διαπαιδαγωγούν τους πολίτες στην επανάληψη ηθικών πράξεων.

    Υ.Γ.: Σε έρευνα του BBC για τις εργασιακές συνθήκες στη Δανία -την πραγματική-, εργαζόμενος σε εταιρεία τεχνολογίας στην Κοπεγχάγη επαναλαμβάνει επτά φορές μια λέξη, όταν μιλάει για το πώς είναι να εργάζεσαι στη Δανία: "εμπιστοσύνη". "Οι προϊστάμενοι δεν έρχονται να ελέγξουν αν εργάζεσαι οκτώ ή εννέα ώρες την ημέρα, καθώς τους ενδιαφέρει κυρίως να ολοκληρώσεις τα έργα σου. Στη Δανία υπάρχει μεγάλη εμπιστοσύνη από αυτή την άποψη και δεν αισθάνομαι ιεραρχία στη δουλειά μου. Όλα είναι πολύ δημοκρατικά".

    *Dipl.-Ing. Electrical Engineering
    Technical University of Darmstadt

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ