Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 08-Ιαν-2026 00:04

    Ο λαϊκισμός ξανάρχεται

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Ηλία Ψυχογιού

    Σε εποχές πολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας, κοινωνικών εντάσεων ή πολιτικής πόλωσης, σχεδόν πάντα ο λαϊκισμός αναδύεται στην πολιτική σκηνή των χωρών της δύσης. Δεν πρόκειται για μια συγκεκριμένη ιδεολογία, αλλά για ένα σύνολο στρατηγικών που εκμεταλλεύονται τα συναισθήματα και τις αγωνίες των πολιτών, προκειμένου να κατακτήσουν την εξουσία και να εδραιωθούν σε αυτή. Ο λαϊκισμός υπερβαίνει πολιτικά φάσματα – μπορεί να εμφανιστεί τόσο σε αριστερό όσο και σε δεξιό πλαίσιο – ενώ συχνότατα παρουσιάζεται ως η "φωνή του λαού" ενάντια σε ελίτ και θεσμούς. Ωστόσο, πίσω από αυτή την εικόνα κρύβονται μηχανισμοί χειραγώγησης που απειλούν την ίδια τη δημοκρατία. 

    Οι λαϊκιστές πολιτικοί δεν είναι τυχαίες φιγούρες, διαθέτουν ένα σύνολο χαρακτηριστικών που τους επιτρέπουν να προσελκύουν την μαζική υποστήριξη των πολιτών. Από την οπτική της προσωπικότητάς τους, συχνά εμφανίζονται ως χαρισματικοί και προσιτοί, καλλιεργώντας μια εικόνα "άνθρωπου του λαού". Αυτό μπορεί να εκφραστεί μέσα από απλή ενδυμασία, λαϊκή γλώσσα ή ακόμη και προσωπικές ιστορίες που τονίζουν την ταπεινή τους καταγωγή, δημιουργώντας μια αίσθηση ταύτισης με τον μέσο πολίτη. Για παράδειγμα, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες κατά τις δεκαετίες του 1920 και 1930, ηγέτες παρουσιάζονταν ως "σωτήρες" που είχαν βιώσει τις ίδιες δυσκολίες με το κοινό τους, όπως οικονομική ανέχεια ή κοινωνική περιθωριοποίηση.

    Πολιτικά, οι λαϊκιστές χαρακτηρίζονται από αντι-συστημική στάση. Θεωρούν το υπάρχον πολιτικό σύστημα διεφθαρμένο και ανίκανο, προβάλλοντας τον εαυτό τους ως τη μοναδική εναλλακτική λύση. Και καθώς μόνο αυτοί είναι αδιάφθοροι και ικανοί, ο συγκεντρωτισμός είναι η συνέπεια: απαξίωση των προϋπάρχοντων δομών της κοινωνίας, υπονόμευση θεσμών όπως τα κοινοβούλια ή η δικαιοσύνη, στοχοποίηση των υπολοίπων πολιτικών ή όποιου δεν ασπάζεται τη δική τους μανιχαϊστική πολιτική προσέγγιση. 

    Σε οικονομικό επίπεδο, οι λαϊκιστές υποστηρίζουν πολιτικές που υπόσχονται γρήγορη ανακούφιση, όπως τις επιδοτήσεις ή τον προστατευτισμό, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη μακροπρόθεσμες συνέπειες, όπως τον πληθωρισμό ή την αύξηση του εξωτερικού χρέους. Ιστορικά, σε περιόδους οικονομικής κρίσης όπως η Μεγάλη Ύφεση, τέτοιοι πολιτικοί εκμεταλλεύτηκαν την μαζική ανεργία για να προωθήσουν εθνικιστικές ατζέντες, οδηγώντας όμως σε πολιτικές που τελικά ευνόησαν τις βιομηχανικές ελίτ ενώ καταπίεσαν τα εργατικά δικαιώματα.

    Ψυχολογικά, ο λαϊκισμός τροφοδοτείται από στοιχεία όπως ο ναρκισσισμός και η εγωπάθεια. Οι ηγέτες αυτοί συχνά εμφανίζουν μια υπερβολική αυτοπεποίθηση, βλέποντας τον εαυτό τους ως αλάνθαστο και μεσσία. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε τάσεις που προσομοιάζουν με τη μανία καταδίωξης, όπου βλέπουν εχθρούς παντού – από πολιτικούς αντιπάλους μέχρι τοπικούς και διεθνείς θεσμούς, τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές κ.ά. ("όλοι με κυνηγούν, όλοι θέλουν να μου κάνουν κακό, όλοι με μισούν”).

    Σύμφωνα με ψυχολογικές μελέτες, όπως αυτές του Theodore Adorno για τον αυταρχικό χαρακτήρα, τέτοιοι πολιτικοί προσελκύουν υποστηρικτές που μοιράζονται παρόμοια χαρακτηριστικά, δημιουργώντας έναν κύκλο αφοσίωσης βασισμένο ταυτόχρονα συναισθήματα φόβου και θαυμασμού. Σε σύγχρονα παραδείγματα, όπως σε λατινοαμερικανικές ή ευρωπαϊκές χώρες, λαϊκιστές έχουν εκμεταλλευτεί ψυχολογικές ευπάθειες, όπως η αίσθηση απώλειας της εθνικής ταυτότητας λόγω της παγκοσμιοποίησης, για να ενισχύσουν την προσωπική τους επιρροή.

    Η ρητορική αποτελεί το βασικό όπλο των λαϊκιστών, καθώς επιτρέπει τη διέγερση συναισθημάτων χωρίς να βασίζεται απαραίτητα σε λογικά επιχειρήματα. Μια κοινή τεχνική είναι η χρήση απλοϊκών αφηγημάτων, όπου σύνθετα προβλήματα παρουσιάζονται ως απλά διλήμματα: "εμείς εναντίον αυτών", "εμείς οι τίμιοι, αυτοί οι απατεώνες”. Αυτό δημιουργεί μια δυαδική αντίληψη του κόσμου, όπου ο λαϊκιστής είναι ο ήρωας και ο τίμιος ενώ οι αντίπαλοί του είναι οι προδότες και οι αργυρώνητοι . Για παράδειγμα, φράσεις όπως "Ο λαός εναντίον των ελίτ" ή "Θα επαναφέρουμε τη δημοκρατία στη χώρα" ή "Θα φέρουμε τη δικαιοσύνη στη χώρα” διεγείρουν μία λανθάνουσα εθνική υπερηφάνεια και ενισχύουν έναν υφέρποντα θυμό, χωρίς να εξηγούν όμως πώς θα επιτευχθούν οι στόχοι αυτοί με δημοκρατικό τρόπο.

    Μια άλλη τεχνική είναι η επανάληψη ψευδών ή υπερβολών, βασισμένη στην αρχή ότι "ένα ψέμα που επαναλαμβάνεται γίνεται αλήθεια". Οι λαϊκιστές χρησιμοποιούν επαναλαμβανόμενα φράσεις όπως "Το σύστημα είναι διεφθαρμένο" ή "Μόνο εγώ μπορώ να φέρω την αλλαγή και την κάθαρση", "πνίγομαι”, "ή εμείς ή αυτοί”, "Μητσοτάκη γ@@@@@”. Αυτό ενισχύεται από τη χρήση συναισθηματικής γλώσσας, με λέξεις που προκαλούν φόβο ("κίνδυνος", "χούντα") ή ελπίδα ("απελευθέρωση", "δικαιοσύνη”, "κάθαρση”). Συχνά, προκειμένου να ενισχύσουν την εικόνα τους ως προερχόμενοι από την κοινωνία, αντί για το "εγώ”, χρησιμοποιούν το "εμείς” ή "ο λαός”: "ο λαός θα φέρει τη δικαιοσύνη”, "εμείς, όλοι μαζί, θα φέρουμε την αλλαγή”.

    Επιπλέον, οι λαϊκιστές χρησιμοποιούν την τεχνική του "αφορισμού συλλήβδην", καταδικάζοντας όλους τους άλλους πολιτικούς και το πολιτικό σύστημα συνολικά με φράσεις όπως "Όλοι είναι ίδιοι" (εκτός από εμένα) ή "Οι πολιτικοί κλέβουν" (επίσης εκτός από εμένα) ή "οι πολιτικοί πρέπει να μπουν φυλακή” (επίσης εκτός από εμένα). Αυτό υπονομεύει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και παρουσιάζει τον λαϊκιστή ως την "τίμια" εναλλακτική. Σε ιστορικές περιόδους κρίσεων, τέτοιες τεχνικές έχουν οδηγήσει σε μαζική κινητοποίηση μαζών, καθώς οι πολίτες, απογοητευμένοι αναζητούν απλοϊκές λύσεις γιατί οι πραγματικές είναι "δύσπεπτες”.

    Πέρα από τη ρητορική, οι λαϊκιστές εφαρμόζουν πιο βαθιές τεχνικές χειραγώγησης της σκέψης, βασισμένες σε ψυχολογικές αρχές όπως η γνωστική προκατάληψη και η κοινωνική απόδειξη. Μια βασική μέθοδος είναι η δημιουργία "αποδιοπομπαίων τράγων", όπου εξωτερικοί εχθροί κατηγορούνται για όλα τα προβλήματα. Αυτό εκμεταλλεύεται τον φόβο του αγνώστου, δημιουργώντας συσπείρωση μέσω του κοινού εχθρού.

    Μια άλλη τεχνική είναι ο έλεγχος της πληροφορίας μέσω της προπαγάνδας. Οι λαϊκιστές χρησιμοποιούν υποστηρικτικά ΜΜΕ ή κοινωνικά δίκτυα για να διαδίδουν επιλεκτικές αλήθειες, αγνοώντας τα αντίθετα στοιχεία. Ψυχολογικά, αυτή η μέθοδος δημιουργεί "echo chambers", όπου οι υποστηρικτές τους εκτίθενται μόνο σε επιβεβαιωτικές απόψεις προς τις δικές τους, ενισχύοντας την πίστη τους όπως το ηχείο ενισχύει την ένταση του ήχου.

    Επιπλέον, χρησιμοποιούν τεχνικές όπως η "συναισθηματική εξάντληση", βομβαρδίζοντας το κοινό με συνεχείς κρίσεις για να προκαλέσουν απάθεια στην πραγματικότητα και εξάρτηση από τον ηγέτη. Σε σύγχρονες δημοκρατίες, αυτό φαίνεται σε πολιτικές καμπάνιες που εκμεταλλεύονται πραγματικές ή όχι, οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, όπου οι λαϊκιστές υπόσχονται "δίκαιη” αναδιανομή του εισοδήματος ή ικανοποίηση των αιτημάτων κάθε διαμαρτυρόμενης επαγγελματικής ομάδας. Το είδαμε προσφάτως με την άκριτη υποστήριξη όλων των αιτημάτων των αγροτών που κλείνουν τις εθνικές οδούς από πολιτικά κόμματα και μεμονωμένα πολιτικά πρόσωπα. 

    Τέλος, η χειραγώγηση μέσω της προσωπολατρίας καλλιεργεί την ψυχολογική εξάρτηση, όπου ο ηγέτης γίνεται σύμβολο ταυτότητας, κάνοντας την κριτική στο πρόσωπό του να φαντάζει προδοσία. 

    Οι δημόσιες συναθροίσεις αποτελούν το "πάλκο” του λαϊκισμού, όπου οι τεχνικές χειραγώγησης γίνονται ορατές σε μαζική κλίμακα. Μια βασική στρατηγική είναι η οργάνωση μεγαλειωδών εκδηλώσεων με θεαματικά στοιχεία, όπως φώτα, μουσική και σημαίες, για να δημιουργηθεί αίσθημα ενότητας και ενθουσιασμού. Αυτές οι συγκεντρώσεις δεν είναι τυχαίες: επιλέγονται ιστορικά σημεία ή ημερομηνίες για να ενισχύσουν συμβολισμούς, όπως επέτειοι συμβάντων, προκειμένου να δημιουργήσουν έναν αδιάρρηκτο δεσμό του ηγέτη με το συμβάν.

    Σε περιόδους οικονομικών κρίσεων ή κρίσεων θεσμών, τέτοιες συναθροίσεις χρησιμοποιούνται για να υποσχεθεί ο ηγέτης "άμεσες λύσεις", όπως αλλαγή των θεσμών, τιμωρία των "υπευθύνων” (οι οποίοι είναι οι πολιτικοί του αντίπαλοι) ενισχύοντας την εικόνα του ηγέτη "ευεργέτη" ή του ηγέτη "δικαστή”. Ψυχολογικά, η μαζική παρουσία κόσμου εκμεταλλεύεται την "κοινωνική απόδειξη", όπου οι παρευρισκόμενοι πείθονται για το σωστό των απόψεων του ηγέτη από τον ενθουσιασμό των άλλων παρευρισκόμενων.

    Επιπλέον, οι λαϊκιστές χρησιμοποιούν τεχνικές όπως ο "σκηνοθετημένος αυθορμητισμός", όπου φαινομενικά αυθόρμητες διαμαρτυρίες είναι οργανωμένες για να δείξουν την υποτιθέμενη λαϊκή στήριξη. 

    Ελπίζω όλες οι ανωτέρω αναφορές να δημιουργούν γνώριμους συσχετισμούς στον αναγνώστη.

    Γιατί ο λαϊκισμός, με τα χαρακτηριστικά, τις ρητορικές του τεχνικές και τις μεθόδους χειραγώγησης, αποτελεί απειλή για τις σύγχρονες δημοκρατίες, καθώς υπονομεύει θεσμούς και ενισχύει την πόλωση. Αυτό γίνεται ακόμα πιο έντονο στην στην Ελλάδα, όπου η διχόνοια είναι, ούτως ή άλλως, εγγενές μας χαρακτηριστικό.  Σε οικονομικό επίπεδο, οδηγεί σε μη βιώσιμες πολιτικές που αυξάνουν τελικά τις ανισότητες, ενώ σε πολιτικό, απειλεί τις θεσπισμένες ελευθερίες. Σε θεσμικό όμως επίπεδο, απειλεί την ίδια τη δημοκρατία. 

    Η κατανόηση αυτών των μηχανισμών είναι κρίσιμη για την προστασία της κοινωνίας. Σε έναν κόσμο όπου οι κρίσεις πολλαπλασιάζονται και τα αποτελέσματά τους επηρεάζουν την πατρίδα μας, η επαγρύπνηση απέναντι στον λαϊκισμό δεν είναι πολυτέλεια, αλλά αναγκαιότητα.

    ilpsychogios@gmail.com

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ