Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 22-Ιουλ-2021 00:03

    Τι πιστεύουν οι νέοι για την αξία των προσόντων τους στην αγορά εργασίας;

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Δημήτρη Χ. Κατσίκα

    Σε παλαιότερο άρθρο μου στο Capital.gr είχα αναφερθεί στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι νέοι στην αγορά εργασίας, με αφορμή την έναρξη ενός ερευνητικού έργου από το Παρατηρητήριο Ελληνικής & Ευρωπαϊκής Οικονομίας του ΕΛΙΑΜΕΠ, με αντικείμενο τη διερεύνηση των εμποδίων στην πρόσβαση στην αγορά εργασίας των νέων και των γυναικών.* Ένα από πιο σημαντικά προβλήματα που είχαν αναφερθεί ήταν αυτό της αναντιστοιχίας των προσόντων των νέων με τις απαιτήσεις των θέσεων εργασίας. Η αναντιστοιχία αυτή μπορεί να είναι ‘οριζόντια’, όταν οι απασχολούμενοι διαθέτουν προσόντα σε διαφορετικό γνωστικό πεδίο από αυτό που απαιτεί η εργασία τους, αλλά και κάθετη, ως "υπερεκπαιδευμένη απασχόληση" (over-qualification), όταν οι εργαζόμενοι έχουν προσόντα υψηλότερου επιπέδου από αυτά που απαιτούνται για τη θέση εργασίας.

    Στην ελληνική αγορά εργασίας απαντώνται και τα δύο είδη αναντιστοιχίας. Σύμφωνα μάλιστα με στοιχεία του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP), στην Ελλάδα το πρόβλημα της υπερεκπαιδευμένης απασχόλησης είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς το ποσοστό των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που δεν απασχολούνται σε επαγγέλματα υψηλών δεξιοτήτων αγγίζει πλέον το 50%, έχοντας αυξηθεί σημαντικά μετά την κρίση.

    Στο παρόν άρθρο παρουσιάζονται κάποια πρώτα ευρήματα από έρευνας γνώμης που διενεργήσαμε στο πλαίσιο της προαναφερθείσας έρευνας, σε αντιπροσωπευτικό δείγμα νέων, ηλικιών 15-34 ετών, σε πανελλήνια κλίμακα. Το Γράφημα 1 αποτυπώνει τις απαντήσεις των νέων σε ερωτήσεις που έχουν να κάνουν με το ζήτημα της αντιστοίχισης των προσόντων τους με τις απαιτήσεις της εργασίας τους. Όπως προκύπτει από τις απαντήσεις, το 58% των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι διαθέτουν περισσότερα προσόντα από ό,τι χρειάζεται για την άσκηση των καθηκόντων τους, ενώ το 40% αναφέρει ότι η εργασία τους δεν έχει σχέση με το αντικείμενο των σπουδών τους.

    Επίσης, το 60% των ερωτηθέντων αναφέρει ότι χρειάζεται να αναβαθμίζει συχνά τις δεξιότητες του. Αν και η ανάγκη συνεχούς αναβάθμισης των δεξιοτήτων, δεν είναι απαραίτητα κάτι αρνητικό, και μπορεί να οφείλεται στη φύση της εργασίας, είναι προφανές ότι με βάση τις προηγούμενες απαντήσεις, είναι πολύ πιθανόν να συνδέεται με την αναντιστοιχία των σπουδών των ερωτηθέντων και των απαιτήσεων των θέσεων εργασίας τους.

    Με αυτά τα δεδομένα, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι το 38% των ερωτηθέντων απαντούν ότι θα σπούδαζαν κάτι διαφορετικό εάν ξεκίναγαν ξανά τις σπουδές τους. Το τελευταίο αυτό εύρημα, είναι απογοητευτικό και καταδεικνύει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο ίσως, την πλήρη απουσία σύνδεσης του εκπαιδευτικού συστήματος με την οικονομία, και την ανυπαρξία επαγγελματικού προσανατολισμού στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα στοιχεία αυτά δεν δείχνουν σημαντική διαφοροποίηση κατά ηλικιακή κατηγορία (15-19, 20-24, 25-29 και 30-34), φύλο ή βαθμό αστικότητας του τόπου κατοικίας των ερωτηθέντων.

    Γράφημα 1: Αντιστοιχία προσόντων και απαιτήσεων θέσης εργασίας

    πιν

    Η σημασία που αποδίδουν οι νέοι εργαζόμενοι στην αναντιστοιχία προσόντων φαίνεται και από την αξιολόγηση που τους ζητήθηκε να κάνουν ως προς τους παράγοντες που θεωρούν ότι αποτελούν εμπόδια για την πρόσβασή τους σε θέσεις απασχόλησης σχετικές με τη σταδιοδρομία που θέλουν να ακολουθήσουν.

    Στην ερώτηση αυτή, οι ερωτώμενοι αξιολογούν την οριζόντια και κάθετη αναντιστοιχία προσόντων ως σημαντικά εμπόδια, τοποθετώντας τις μετά (αλλά πολύ κοντά ως προς τον βαθμό αξιολόγησης) την έλλειψη εμπειρίας και την κατάσταση της οικονομίας (π.χ. οικονομική κρίση, πανδημία).

    Ένα ακόμα εύρημα που αξίζει να σημειωθεί εδώ, έχει να κάνει και με την επίδραση της οικονομικής κρίσης. Διαπιστώνεται ότι οι μεγαλύτερες ηλικίες κατάφεραν να βρουν εργασία που να συνδέεται με τη σταδιοδρομία που επιθυμούν να ακολουθήσουν (και άρα κατά κανόνα σχετική με τα προσόντα και τις σπουδές που διαθέτουν), πολύ πιο γρήγορα από όσους έψαξαν δουλειά μετά την εκδήλωση της κρίσης (Γράφημα 2). Το φαινόμενο αυτό συνδέεται σίγουρα με τις αρνητικές οικονομικές συνθήκες της περιόδου, οι οποίες οδήγησαν στη δημιουργία λίγων νέων θέσεων εργασίας υψηλού επιπέδου γνώσεων και δεξιοτήτων, ενώ πιθανώς συνδέεται και με την τάση για αύξηση των άτυπων θέσεων απασχόλησης (συνήθως χαμηλών απαιτήσεων) που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια μετά τη μεταρρύθμιση στην αγορά εργασίας.

    Πρέπει να διευκρινιστεί εδώ, ότι τα στοιχεία αυτά αφορούν μόνο όσους τελικά έψαξαν και κατάφεραν να βρουν θέση εργασίας σχετική με τη σταδιοδρομία που επιθυμούν να ακολουθήσουν. Ένας στους πέντε περίπου ερωτηθέντες (19%) που έψαξαν για μια τέτοια θέση, απάντησαν ότι δεν το έχουν καταφέρει ακόμα, ενώ ένα ποσοστό 14% δεν έχει αναζητήσει τέτοιες θέσεις εργασίας (λόγω νεαρής ηλικίας ή για άλλους λόγους).

    Γράφημα 2. Χρόνος που απαιτήθηκε για την εύρεση εργασίας σχετικής με την επιθυμητή σταδιοδρομία ανά χρονική στιγμή εύρεσης

    πιν

    Η σταδιακή έξοδος από την πανδημία και οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης που αναμένονται τα επόμενα χρόνια, υποβοηθούμενοι από τη σημαντική χρηματοδότηση που επίκειται μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και του νέου ΕΣΠΑ, σίγουρα θα βελτιώσουν την εικόνα αυτή, επιτρέποντας σε περισσότερους νέους να βρουν θέσεις απασχόλησης σχετικές με προσόντα τους και τις επιθυμητές σταδιοδρομίες τους πιο γρήγορα.

    Το σενάριο αυτό ωστόσο, ακόμη και αν ευοδωθεί, δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Παρότι το πρόβλημα κορυφώθηκε στα χρόνια της κρίσης, προϋπήρχε αυτής και συνδέεται αφενός με διαθρωτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας που επηρεάζουν τη ζήτηση για γνώσεις και δεξιότητες υψηλού επιπέδου, όπως το πολύ μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων και η δραστηριοποίησή τους κυρίως σε κλάδους χαμηλής προστιθέμενης αξίας, και αφετέρου με τη λειτουργία του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, το οποίο διαμορφώνει τα χαρακτηριστικά της προσφερόμενης εργασίας.

    Πολιτικές που αντιμετωπίζουν μόνο τη μια διάσταση του προβλήματος δεν αρκούν. Απαιτούνται βαθιές τομές πολιτικής τόσο προς την κατεύθυνση μετασχηματισμού του ελληνικού αναπτυξιακού υποδείγματος, όσο και προς εκείνη της αναβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης και της καλύτερης σύνδεσής της με τις ανάγκες της οικονομίας.

    *Το ερευνητικό αυτό πρόγραμμα υλοποιείται σε συνεργασία με το Νορβηγικό ερευνητικό ίδρυμα Fafo και με υποστήριξη από τον Χρηματοδοτικό Μηχανισμό του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ)/ EEA Grants.

    * Ο κ. Δημήτρης Χ. Κατσίκας είναι Επικεφαλής του Παρατηρητηρίου για την Ελληνική και Ευρωπαϊκή Οικονομία του ΕΛΙΑΜΕΠ και Επίκουρος Καθηγητής Διεθνούς και Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ