Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 12-Νοε-2020 00:04

    Από την κρίση χρέους στην πανδημία: οι δυσκολίες ένταξης των νέων στην αγορά εργασίας

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Δημήτρη Χ. Κατσίκα

    Σε προηγούμενο άρθρο ασχολήθηκα με το ζήτημα της υποαπασχόλησης των γυναικών στην ελληνική οικονομία. Αφορμή στάθηκαν τόσο τα ευρήματα διεθνών οργανισμών για τις ασύμμετρα αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας στις γυναίκες, όσο και η έναρξη ενός ερευνητικού εργού από το Παρατηρητήριο Ελληνικής & Ευρωπαϊκής Οικονομίας του ΕΛΙΑΜΕΠ αυτή την εποχή,* με αντικείμενο τη διερεύνηση των εμποδίων στην πρόσβαση στην αγορά εργασίας των νέων και των γυναικών. 

    Το άρθρο αυτό εστιάζει στη δεύτερη διάσταση που εξετάζουμε στην έρευνα αυτή, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι νέοι στην πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας. Καταρχάς, θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι οι δυσκολίες ένταξης των νέων στην αγορά εργασίας προϋπήρχαν των κρίσεων που βιώνει τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία. Τα επίπεδα απασχόλησης των νέων κάτω της ηλικίας των 25 ετών, ήταν παραδοσιακά πολύ χαμηλά στην Ελλάδα, κάτω του 30% και πριν από την κρίση που ξεκίνησε το 2009. 

    Πέρα από την έλλειψη εμπειρίας, που αποτελεί ένα κοινό "ανταγωνιστικό μειονέκτημα" των νέων σε όλες τις χώρες, τα χαμηλά επίπεδα απασχόλησης συνδέονταν με μια σειρά ευρύτερων διαρθρωτικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας, όπως η αναντιστοιχία των προσόντων των νέων με αυτά που ζητούσε η αγορά εργασίας, το υπερβολικά αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο λειτουργίας της τελευταίας, το οποίο αποθάρρυνε την πρόσληψη νέων εργαζομένων σε μόνιμες θέσεις απασχόλησης και ταυτόχρονα ενθάρρυνε την απόλυση τους έναντι εργαζομένων με μεγαλύτερη εργασιακή εμπειρία, καθώς και το μικρό μέγεθος και η περιορισμένη εξωστρέφεια των ελληνικών επιχειρήσεων, χαρακτηριστικά που περιόριζαν τη δημιουργία νέων, καλά αμειβόμενων θέσεων πλήρους απασχόλησης για νέους με υψηλά προσόντα. 

    Τα προβλήματα αυτά οδηγούσαν συχνά τους νέους σε λύσεις όπως η αδήλωτη εργασία, οι άτυπες μορφές απασχόλησης (μερική, προσωρινή), κατά κανόνα σε δραστηριότητες που δεν έκαναν χρήση των γνώσεων και δεξιοτήτων τους, ή η παροχή υπηρεσιών με "μπλοκάκι" που υπέκρυπτε εξαρτημένες σχέσεις εργασίας, μετακυλώντας το κόστος των ασφαλιστικών εισφορών στους εργαζόμενους. Τα προβλήματα αυτά καλλιέργησαν μια αρνητική εικόνα για την ιδιωτική οικονομία και οδήγησαν πολλούς νέους στην επιλογή του δημόσιου τομέα όχι σαν συνειδητή επιλογή για προσφορά στο κοινωνικό σύνολο, αλλά σαν "εργοδότη πρώτης επιλογής", αφού έδινε τη δυνατότητα μόνιμης και καλοπληρωμένης εργασίας. 

    Η κρίση χρέους μετέτρεψε την ήδη δύσκολη αυτή κατάσταση σε εφιάλτη για τους νέους. Το ποσοστό απασχόλησης των ατόμων ηλικίας κάτω των 25 ετών μειώθηκε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ηλικιακή ομάδα, μειώνοντας τη συνεισφορά τους στη συνολική απασχόληση σε μόλις 4%. Παράλληλα, το ποσοστό ανεργίας τους ανήλθε σε πρωτοφανή επίπεδα,  προσεγγίζοντας το 60% στην κορύφωση της κρίσης. Σαν αποτέλεσμα, πολλοί νέοι οδηγήθηκαν σε μια αδράνεια, η οποία δεν ήταν μόνο οικονομικής φύσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ποσοστό των ατόμων ηλικίας μεταξύ 20 και 34 ετών, που δεν βρίσκονταν σε καθεστώς απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης, αυξήθηκε από 20% το 2007 σε 27% το 2018 (είχε φτάσει στο 37% κατά τη διάρκεια της κρίσης). Αυτοί οι αριθμοί, όσο δυσάρεστοι και αν είναι, δεν απεικονίζουν πλήρως την κατάσταση, αφού δεν περιλαμβάνουν τους εκατοντάδες χιλιάδες, νέους κυρίως ανθρώπους, που εγκατέλειψαν τη χώρα κατά τη διάρκεια της κρίσης.

    Ενόψει αυτή της κατάστασης, πολλοί νέοι τα τελευταία χρόνια οδηγήθηκαν με αυξανόμενη συχνότητα σε άτυπες μορφές απασχόλησης, επιλογή που διευκολύνθηκε και από τη μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας κατά τη διάρκεια της κρίσης. Παρά το γεγονός ότι η καταφυγή σε αυτού του είδους την απασχόληση μείωσε σταδιακά την ανεργία, η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική, καθώς οι αμοιβές είναι εξαιρετικά χαμηλές, ενώ επιδεινώνεται και το πρόβλημα της "αναντιστοιχίας προσόντων" που περιγράφηκε προηγουμένως, και ιδιαίτερα το πρόβλημα της λεγόμενης "υπερεκπαιδευμένης απασχόλησης" (over-qualification), όπου οι εργαζόμενοι έχουν περισσότερα προσόντα από αυτά που απαιτούνται για τη θέση εργασίας. Σύμφωνα με μελέτη του ΣΕΒ (2019), την περίοδο 2008-2017 το ποσοστό της υπερεκπαιδευμένης απασχόλησης αυξήθηκε κατά 60,6%, με αποτέλεσμα περισσότεροι από τρεις στους δέκα απασχολούμενους να καλύπτουν θέσεις εργασίας για τις οποίες απαιτούνται χαμηλότερου επιπέδου προσόντα από αυτά που οι ίδιοι κατέχουν.

    Από την πλευρά τους, οι επιχειρήσεις ισχυρίζονται ότι δεν μπορούν να βρουν εργαζόμενους με τις απαιτούμενες δεξιότητες. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη, το 35,6% των επιχειρήσεων σε παραγωγικούς τομείς της οικονομίας δεν μπορούν να βρουν κατάλληλους εργαζόμενους· το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο όταν πρόκειται για μεγάλες επιχειρήσεις (44,7%) και επιχειρήσεις εξαγωγικού προσανατολισμού (45,9%) (ΣΕΒ 2019). 

    Με βάση τα παραπάνω στοιχεία διαμορφώνεται μια παράδοξη κατάσταση όπου οι νέοι στην Ελλάδα εμφανίζονται υπερεκπαιδευμένοι και ταυτόχρονα ανεπαρκώς ειδικευμένοι. Πέρα από τις διαρθρωτικές αδυναμίες που αναφέρθηκαν προηγουμένως, το παράδοξο αυτό οφείλεται αναμφίβολα σε μεγάλο βαθμό και στην υποβάθμιση της επαγγελματικής και τεχνικής κατάρτισης στην Ελλάδα. Οι επιπτώσεις της υπερεκπαιδευμένης απασχόλησης είναι ιδιαίτερα σοβαρές, καθώς οδηγεί στην απαξίωση της κατάρτισης και των δεξιοτήτων των νέων, υπονομεύοντας τις αναπτυξιακές προοπτικές της οικονομίας. 

    Η πανδημία έχει μεγεθύνει το πρόβλημα περαιτέρω. Όπως επισημαίνεται σε σειρά εκθέσεων διεθνών οργανισμών, οι νέοι πλήττονται δυσανάλογα από τις οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης του κορονοϊού, λόγω της αυξημένης συμμετοχής τους σε κλάδους που επηρεάζονται περισσότερο από την πανδημία, όπως η παροχή υπηρεσιών σε φυσικά πρόσωπα (π.χ. λιανικές πωλήσεις, εστίαση, υποδοχή πελατών, κοκ), αλλά και λόγω της αυξημένης συμμετοχής τους σε άτυπες μορφές απασχόλησης που συχνά δεν καλύπτονται επαρκώς από τις προβλέψεις του κράτους πρόνοιας, ενώ είναι και πιο δύσκολο να ενταχθούν σε διάφορες ρυθμίσεις προστασίας ή/και επιδότησης της απασχόλησης.

    Οι δυσκολίες πρόσβασης των νέων στην αγορά εργασίας στερούν από την οικονομία της χώρας ένα από τα πιο δυναμικά τμήματα του πληθυσμού της. Αυτό με τη σειρά του, μειώνει την παραγωγική δυναμική της ελληνικής οικονομίας, υπονομεύει την ικανότητά της να παράγει προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας και κατά συνέπεια τις προοπτικές πραγματοποίησης του απολύτως αναγκαίου μετασχηματισμού του παραγωγικού της μοντέλου.  

    * Το ερευνητικό αυτό πρόγραμμα υλοποιείται σε συνεργασία με το Νορβηγικό ερευνητικό ίδρυμα Fafo και με υποστήριξη από τον Χρηματοδοτικό Μηχανισμό του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ).

    ** Ο κ. Δημήτρης Χ. Κατσίκας είναι Επικεφαλής του Παρατηρητηρίου για την Ελληνική και Ευρωπαϊκή Οικονομία του ΕΛΙΑΜΕΠ και Επίκουρος Καθηγητής Διεθνούς και Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ