Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 25-Μαρ-2020 00:03

    Ο κορονοϊός και το δόγμα "WIT"

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Κωνσταντίνου Γκράβα 

    Στη διαχείριση της κρίσης του 2008 από τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, παραπέμπει το σοκ που προκάλεσε στις διεθνείς αγορές η πανδημία του κορονοϊού. Η απότομη, βίαια υποχώρηση των μεγάλων χρηματιστηριακών δεικτών στις δύο πλευρές του Ατλαντικού αντανακλά τον αυξημένο επενδυτικό φόβο και την ασυνήθιστη οικονομική αβεβαιότητα, κατ’ αναλογία με την Μεγάλη Ύφεση που παρατηρήθηκε στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας. 

    Ωστόσο, τότε, η πηγή της κρίσης ήταν ο χρηματοπιστωτικός τομέας. Η ραγδαία στεγαστική άνθηση στις ΗΠΑ οικοδομήθηκε στην τιτλοποίηση, που αποτέλεσε το μέσο για τη διείσδυση των ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου στο παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, δημιουργώντας μια κατάσταση αυξημένου συστημικού ρίσκου. Καθώς χτιζόταν μια ολόκληρη πυραμίδα χρηματοοικονομικών κινδύνων, φυτεύονταν οι σπόροι της κατάρρευσης του ίδιου του συστήματος. Όπως συμβαίνει στο επιτραπέζιο παιχνίδι "Jenga" με τον πύργο και τα τουβλάκια, μόλις μετακινήθηκε το κάτω τουβλάκι λόγω της υποχώρησης των τιμών των ακινήτων στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά τη φούσκα που είχε προηγηθεί, ολόκληρος ο πύργος της μόχλευσης και του χρέους κατέρρευσε, προκαλώντας έναν κλασικό χρηματοοικονομικό πανικό, με την πτώχευση της Lehman. Ο ιός της χρηματοπιστωτικής κρίσης επιμόλυνε στη συνέχεια δευτερογενώς την Ευρωζώνη, μεταλλασσόμενος  σε κρίση κυβερνητικού χρέους, που ξέσπασε το 2010, καθώς άλλαξε η αντίληψη της αγοράς ως προς τον βαθμό κινδύνου ακόμα και των κρατικών ομολόγων και κλονίστηκε η έννοια του χωρίς κίνδυνο επενδυτικού στοιχείου. 

    Γνωρίζοντας τα διδάγματα της οικονομικής ιστορίας του Μεσοπολέμου, οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες υιοθέτησαν το δόγμα "Whatever It Takes" (WIT) προκειμένου να αντιμετωπίσουν την παραπάνω κατάσταση. Πρώτα η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών (Fed), με επικεφαλής τον Ben Bernanke, και αργότερα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), με πρόεδρο τον Mario Draghi, δεσμεύθηκαν να κάνουν "οτιδήποτε χρειαστεί" για να αποφύγουν έναν απότομο περιορισμό της προσφοράς χρήματος, ο οποίος θα επιδείνωνε την ύφεση. Και για να αποτρέψουν το ξήλωμα του πουλόβερ του ευρώ, την επανάληψη δηλαδή, τηρουμένων των αναλογιών, της αποσύνθεσης του χρυσού κανόνα μετά το μεγάλο κραχ του 1929.   

    Πρώτον, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ ενήργησε ως κλασικός δανειστής έσχατης προσφυγής για την αμερικανική οικονομία. Ειδικά προγράμματα, που δημιουργήθηκαν από την Fed, κάλυψαν ένα μεγάλο εύρος χρηματοοικονομικών οργανισμών και επιχειρήσεων, με σκοπό την παροχή ρευστότητας κατά την περίοδο της πιστωτικής ασφυξίας και την επανεκκίνηση της αγοράς. "Πολλοί έχουν μιλήσει για το ζήτημα της εμπιστοσύνης. Νομίζω ότι το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε για την εμπιστοσύνη είναι να πούμε ότι θα κάνουμε οτιδήποτε χρειαστεί, έστω και αν αυτό συνεπάγεται έκτακτες ενέργειες, για να οδηγήσουμε την οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών πάλι σε ένα μονοπάτι όπου μπορεί να αρχίσει να αναπτύσσεται ξανά με λογικό τρόπο", δήλωνε χαρακτηριστικά ο Bernanke τον Οκτώβριο του 2008 στη συνεδρίαση της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Ανοικτής Αγοράς, που είναι αρμόδια για τη χάραξη της νομισματικής πολιτικής των ΗΠΑ. 

    Επιπλέον, η Fed ανέλαβε ουσιαστικά και τον ρόλο του διεθνούς δανειστή έσχατης προσφυγής, δανείζοντας δολάρια σε ξένες κεντρικές τράπεζες με αντάλλαγμα ένα αντίστοιχο ποσό όποιου νομίσματος διατηρεί ως απόθεμα για συναλλαγές η κεντρική τράπεζα που λαμβάνει τα δολάρια. Με τον τρόπο αυτό, η αμερικανική κεντρική τράπεζα διευκόλυνε εμμέσως τον δανεισμό δολαρίων σε χρηματοοικονομικά ιδρύματα εκτός ΗΠΑ, που τα είχαν ανάγκη για λόγους ρευστότητας.

    Δεύτερον, στην κορύφωση της κρίσης του ευρώ, τον Ιούλιο του 2012, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διεμήνυσε στις αγορές ότι θα κάνει οτιδήποτε χρειαστεί για να προστατεύσει το κοινό νόμισμα. "Όταν οι άνθρωποι μιλάνε για την ευθραυστότητα του ευρώ και την αυξανόμενη ευθραυστότητα του ευρώ, υποτιμούν το μέγεθος του πολιτικού κεφαλαίου που επενδύεται στο ευρώ. Θεωρούμε ότι το ευρώ είναι μη αναστρέψιμο. Στο πλαίσιο της εντολής μας, η ΕΚΤ είναι έτοιμη να κάνει οτιδήποτε χρειάζεται για να διαφυλάξει το ευρώ. Και, πιστέψτε με, αυτό θα είναι αρκετό", δήλωνε χαρακτηριστικά ο Draghi, θεμελιώνοντας ουσιαστικά την νομισματική ειρήνη στην Ευρωζώνη. 

    Σε αντίθεση, ωστόσο, με την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η παρούσα κρίση του κορονοϊού πηγάζει από το πάγωμα της δραστηριότητας στην πραγματική οικονομία. Οι αρνητικές συνέπειες προέρχονται τόσο από την πλευρά της προσφοράς όσο και από την πλευρά της ζήτησης. Το άμεσο κόστος στην οικονομία είναι οι ανθρώπινες απώλειες και το κλείσιμο χώρων εργασίας με την επιβολή καραντίνας, ενώ το έμμεσο κόστος είναι η υποχώρηση της καταναλωτικής και επιχειρηματικής εμπιστοσύνης εφόσον οι καταναλωτές αναβάλλουν τις δαπάνες τους και οι επιχειρήσεις τις επενδύσεις τους, αντιστοίχως. 

    Καθώς το φάντασμα μιας, όχι απλώς ασυνήθιστης, αλλά απροσδιόριστης ως προς την χρονική της διάρκεια, αβεβαιότητας πλανάται πάνω από την διεθνή οικονομία, η συμπεριφορά αγέλης των επενδυτών, κατά την πρωτοφανούς ταχύτητας βύθιση των χρηματιστηριακών αγορών, αντικαθρεφτίζει την ανησυχία τους για τις συνέπειες της πανδημίας του κορονοϊού στην παραγωγή, την κατανάλωση, την απασχόληση και το εισόδημα. Ενδεικτικό του πανικού είναι ότι οι δείκτες της Wall Street σημείωσαν την ταχύτερη σωρευτική υποχώρηση, μεγέθους "bear market", στην οικονομική ιστορία. Κυρίως δε, το σοκ αυτό αντανακλά το γεγονός ότι δεν γνωρίζουμε πόσο καιρό θα πάρει μέχρι να ομαλοποιηθεί η κατάσταση στην πραγματική οικονομία, να επανέλθουν δηλαδή οι άνθρωποι στην εργασία τους και οι επιχειρήσεις στην παραγωγή. 

    Αν και η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να επηρεάσει την ένταση και την έκταση της πανδημίας του κορονοϊού καθαυτήν, οι κεντρικές τράπεζες διαδραματίζουν έναν σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων της υγειονομικής κρίσης. Όπως παρατηρούν οι Bernanke και Jellen σε άρθρο τους στους Financial Times, ορισμένες από τις ενέργειες που ανακοινώθηκαν πρόσφατα από την Fed είναι εκ πρώτης όψεως παρόμοιες με εκείνες που έλαβαν οι σχεδιαστές της νομισματικής πολιτικής κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Μείωση των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων του δολαρίου στο κατώτατο μηδενικό όριο, πρόγραμμα αγοράς χρεογράφων του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ύψους τουλάχιστον 700 δισεκ. δολαρίων, καθώς και άνοιγμα γραμμών δανεισμού δολαρίων έναντι άλλων νομισμάτων με ξένες κεντρικές τράπεζες.

    Στην ουσία, η αμερικανική κεντρική τράπεζα ενεργοποίησε το εγχειρίδιο της προηγούμενης κρίσης. Επιπλέον, προσαρμόζοντας το δόγμα "WIT" στην διαφορετική φύση της νέας κρίσης, η Federal Reserve ανακοίνωσε σε δεύτερο χρόνο ότι προτίθεται να αγοράσει τα παραπάνω χρεόγραφα "στις ποσότητες που θα χρειαστεί", προκειμένου να κρατήσει σε χαμηλό επίπεδο το κόστος δανεισμού στην εγχώρια οικονομία. 

    Ομοίως το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ ανακοίνωσε ένα νέο έκτακτο πρόγραμμα αγοράς στοιχείων ενεργητικού λόγω πανδημίας, συνολικού ύψους 750 δισεκ. ευρώ και διάρκειας μέχρι το τέλος του έτους, "για να αντιμετωπίσει αυτήν την πρωτοφανή κατάσταση την οποία βιώνει η νομισματική ένωση". Προσαρμόζοντας, επίσης, το δόγμα "WIT" στην παρούσα κρίση, η Christine Lagarde διεμήνυσε ότι η κεντρική τράπεζα του ευρώ είναι απολύτως έτοιμη να αυξήσει το μέγεθος των προγραμμάτων για την αγορά στοιχείων ενεργητικού και να προσαρμόσει τη σύνθεσή τους, "όσο χρειαστεί και για όσο χρειαστεί". 

    Κατά συνέπεια, από πλευράς νομισματικής πολιτικής, θεωρείται δεδομένη η διεθνής συνεργασία των μεγάλων κεντρικών τραπεζών και η προσήλωσή τους στην, δυνάμει απεριόριστη, ποσοτική χαλάρωση. Θα κάνουν ό,τι χρειαστεί, θα διευρύνουν τον ισολογισμό τους όσο χρειαστεί, και για όσο χρειαστεί. 

    Το δόγμα "Whatever It Takes", όμως, θα πρέπει να διαχυθεί και στην σφαίρα της δημοσιονομικής πολιτικής. Καθώς η άνευ ορίων ποσοτική χαλάρωση παρέχει το υπόβαθρο των σταθερά χαμηλών επιτοκίων, πολλαπλασιάζοντας έτσι την αποτελεσματικότητα μιας δυνητικής δημοσιονομικής τόνωσης, η γενναία συλλογική δημοσιονομική δράση θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο την προσπάθεια αποφυγής του κινδύνου μιας μεγάλης οικονομικής κατάθλιψης. Απαιτείται η στήριξη του εισοδήματος των ανθρώπων που χάνουν τη δουλειά τους και η επιβίωση των επιχειρήσεων που πλήττονται εξαιτίας της πανδημίας του κορονοϊού. 

    Στην περίπτωση της Ευρωζώνης, η ενεργοποίηση της ρήτρας γενικής εξαίρεσης του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης παρέχει το θεσμικό υπόβαθρο στα κράτη-μέλη να δαπανήσουν όσα χρειαστεί, αφενός για να υποστηρίξουν τα εθνικά συστήματα υγείας και αφετέρου για να αντισταθμίσουν την κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας. Επιπλέον, το γεγονός ότι όλα τα κράτη-μέλη απειλούνται εξίσου από την πανδημία του ιού παρέχει και το ηθικό υπόβαθρο για κοινή, ad hoc δημοσιονομική δράση, όχι μόνον σε επίπεδο εθνικών προϋπολογισμών αλλά και σε υπερεθνικό επίπεδο, μέσω της ενεργοποίησης ευρωπαϊκών θεσμών όπως ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. 

    Άλλωστε, τόσο ο διχασμός μεταξύ ευρωπαϊκού "ηθικού" Βορρά και "ανήθικου" Νότου, όσο και η επισκίαση της "ισχύος του δικαίου" από το "δίκαιο του ισχυρού", που παρατηρήθηκαν στην προηγούμενη κρίση, χάνουν το νόημά τους στην σημερινή συγκυρία ∙ την στιγμή, δηλαδή, που όλες οι χώρες-μέλη του ευρώ βρίσκονται de facto σε πόλεμο κατά του κοινού αόρατου εχθρού, του κορονοϊού, και όχι η μια χώρα εναντίον της άλλης. 

    Ας κάνουμε επομένως, όλες οι χώρες μαζί, οτιδήποτε χρειαστεί. Ίσως έτσι η κρίση μετατραπεί σε ευκαιρία, στον δρόμο  για περισσότερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.   

    * Ο Κωνσταντίνος Γκράβας είναι διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης (ΙΦΕ) του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) και αναλυτής διεθνών αγορών. Το βιβλίο του "Οικονομικός Πόλεμος και Νομισματική Ειρήνη. Η Ελληνική Οικονομική Κατάθλιψη" (Πρόλογος: Γιάννης Στουρνάρας) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ι.Σιδέρης. 
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ