Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 16-Φεβ-2026 00:05

    Απαράδεκτοι

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Χρήστου Χωμενίδη

    Είδαν τα έφηβα παιδιά ενός φίλου πεντέξι σκηνές από τους "Απαράδεκτους". Και κρίντζαραν. Αισθάνθηκαν δηλαδή αμήχανα, άβολα. Ντράπηκαν για λογαριασμό των ηθοποιών, κυρίως δε για λογαριασμό της γενιάς των γονιών τους, που αγαπούσε τη σειρά.

    Γιατί; Διότι, όπως είπαν, σε κάθε ατάκα απηχούνται σεξιστικά και ομοφοβικά στερεότυπα. Ο Γιάννης Μπέζος παριστάνει μια καρικατούρα γκέι άντρα. Ο δε Σπύρος Παπαδόπουλος μιλάει ανοίκεια, φαλλοκρατικά, ενίοτε και βάναυσα στη Δήμητρα Παπαδοπούλου. Τον Βλάσση Μπονάτσο, που απατάει κατά συρροήν το κορίτσι του, δεν τον περιέλαβαν. Μάλλον επειδή έχει περάσει στη συλλογική συνείδηση ως ροκ φιγούρα – επιβεβαίωσε άλλωστε με το πρόωρο τέλος του την εμβληματική φράση "live fast, die young”… 

    Δίκιο έχουν τα παιδάκια. Με τα κριτήρια της σήμερον, οι "Απαράδεκτοι" θα ακυρώνονταν. Θα έτρωγαν κάνσελ. Πώς να συνειδητοποιήσει ο γεννημένος το 2010 ότι το να εμφανίζεις έναν ομοφυλόφιλο όχι ως αντικείμενο διαρκούς χλεύης αλλά ως ισότιμο μέλος της παρέας προϋπέθετε στις αρχές των 90’ς σεναριακή τόλμη; Συνιστούσε ρήξη προς τα συντηρητικά ήθη, που απαιτούσαν όσοι απέκλιναν από το "Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια" να μένουν ισοβίως στην ντουλάπα ή να είναι το ανέκδοτο του κοινωνικού περίγυρου. Και ότι στο πρόσωπο του Σπύρου Παπαδόπουλου συμβαίνει στους "Απαράδεκτους" κάτι ακόμα πιο ρηξικέλευθο; Για πρώτη φορά απομυθοποιείται, σατιρίζεται η γενιά του Πολυτεχνείου. 

    Η "πολιτική ορθότητα", με την οποίαν έχει εμποτισθεί η φερόμενη ως προοδευτική μερίδα των δυτικών κοινωνιών, δεν απέχει πολύ από το "σοσιαλιστικό ήθος" των παλιών, ορθόδοξων κομμουνιστών. Ή από την ηθική των θρησκόληπτων. Νιώθει την ίδια αναφυλαξία απέναντι στο σκώμμα, το οποίο υπονομεύει τα όσια και τα ιερά της. Απαιτεί όταν διαβάζει κανείς ένα μυθιστόρημα, όταν παρακολουθεί ένα έργο, οι χαρακτήρες να είναι ή καλοί ή κακοί. Οποιαδήποτε σχετικοποιήση, εσωτερική αντίφαση προκαλεί σύγχυση. Και δυσφορία.

    Το πιο φαιδρό δεν είναι ωστόσο ότι εν λόγω έφηβοι έριξαν στο πυρ το εξώτερον τους "Απαράδεκτους". Μα πως η μπάλα πήρε κι όλους εμάς, τους μπούμερς μα και τους ανήκοντες στη Generation X -τους γεννημένους από 1965 μέχρι το 1980. Τη δική μας κοσμοθεωρία, τη δική μας αισθητική υποτίθεται ότι αποτυπώνει το εν λόγω σήριαλ. Συλλογική ευθύνη εν ολίγοις, που ξεκινά από ένα τηλεοπτικό προϊόν και εκτείνεται και γιγαντώνεται και περιλαμβάνει την Ελλάδα συνολικά, όπως τη διαμορφώσαμε και θα την παραδώσουμε -ή την έχουμε κιόλας παραδώσει;- στους νεότερους. 

    Εκ μέρους της ευρύτερης παρέας μου και της πλειονότητας των συνομηλίκων μου, αρνούμαι διαρρήδην την κατηγορία. 

    Δεν μέναμε, στα εικοσιπέντε μας, μέσα τα βράδια για να δούμε τηλεόραση. Παρά μονάχα εάν ήμασταν άρρωστοι. Προτιμούσαμε να πηγαίνουμε τσάρκες, να εξερευνούμε μια Αθήνα, μια Ελλάδα που άλλαζε ραγδαία με την άφιξη των οικονομικών μεταναστών από το καταρρέον μπλοκ του "υπαρκτού σοσιαλισμού". Με την επέλαση συνάμα του λάιφ στάιλ, όπως το εξέφραζαν τα περιοδικά, τα οποία πουλούσαν τότε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα. Προτιμούσαμε να βλέπουμε ταινίες σαν το "Pulp Fiction” του Ταραντίνο και το "Underground” του Κουστουρίτσα. Να παρακολουθούμε τις παραστάσεις του Λευτέρη Βογιατζή, τα σκιρτήματα του Θεάτρου Τέχνης μετά τον θάνατο του Κουν, την αναγέννηση του Εθνικού Θεάτρου υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Νίκου Κούρκουλου. 

    Μπορεί ένα τμήμα της κοινής γνώμης να ασχολούνταν ακόμα με τις γυμνές φωτογραφίες της Δήμητρας Λιάνη και με τις ατελέσφορες προσπάθειες του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη να φιλελευθεροποιήσει την ντόπια οικονομία. Οι πιο ανήσυχοι ωστόσο νέοι είχαν συγκλονιστεί από την πτώση του Τείχος στο Βερολίνο και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Η εξέγερση και η σφαγή που την ακολούθησε στο Πεκίνο, στην πλατεία Τιέν Αν Μεν, παρέμεναν ακόμα νωπές. Η θέση του Φουκουγιάμα περί του τέλους της Ιστορίας ηχούσε εξαρχής στα αυτιά μας μάλλον απλοϊκή. 

    Ισχυρίζομαι ότι δεν είχε πάρει ποτέ το μάτι μου τους "Απαράδεκτους"; Αλίμονο! Σίγουρα είχα δει στη χάση και στη φέξη μερικά επεισόδια και τα είχα βρει χαριτωμένα, διασκεδαστικά. Σε σύγκριση ιδίως με τα σήριαλ στα οποία μας είχε συνηθίσει η κρατική τηλεόραση. Πόσο μάλλον που προηγήθηκαν από τα αμερικάνικα "Φιλαράκια" - όχι σαν σήμερα, που τα ιδιωτικά κανάλια επενδύουν διαρκώς σε προσαρμογές ξένων σειρών. Και οι "Τρεις Χάριτες" μού άρεσαν όποτε τις πετύχαινα σε μεσημεριανές επαναλήψεις. Και "Οι Δυό Ξένοι" αργότερα και βέβαια το "Περί Ανέμων και Υδάτων". 

    Να σας εξομολογηθώ κάτι; Η μαμά μου, στα πενήντα κάτι της, τα παρακολουθούσε όλα αυτά. Το να την επισκέπτομαι, να καθόμαστε πλάι-πλάι στον καναπέ και να σχολιάζουμε πλοκές και ηθοποιούς μας έφερνε κοντά. Αποτελεί για μένα μια πολύ γλυκιά ανάμνηση. 

    Πού θέλω να καταλήξω; Πως σε αντίθεση με ό,τι αρέσκονται να πιστεύουν οι κάθε φορά μεταγενέστεροι, το αποτύπωμα της κάθε γενιάς δεν εξαντλείται σε συγκεκριμένα θεάματα και ακροάματα. Οι "θρυλικές" ταινίες της Φίνος Φιλμ με τη Βουγιουκλάκη και τη Λάσκαρη αφορούσαν ένα τμήμα της κοινωνίας και πάντως όχι όσους διαδήλωναν για το "114". Ένα άλλο πάλι τμήμα, που δεν επένδυε στην οικονομική άνοδό του, ξεθύμαινε με τα τραγούδια του Καζαντζίδη και με τα μελοδράματα του Νίκου Ξανθόπουλου. Για να κάνω ένα χρονικό άλμα, εγώ δεν είχα ακούσει Βασίλη Καρρά μέχρι που πήγα στον στρατό.

    Οι νέοι τσουβαλιάζουν, ομογενοποιούν το παρελθόν και το ενοχοποιούν για τις σημερινές κακοδαιμονίες. Οι μεγαλύτεροι απορρίπτουν συλλήβδην τις καινούργιες φουρνιές. Προχθές, σε ένα τραπέζι κατακεραύνωναν τη λεξιπενία των πιτσιρικάδων, πόσο ανελλήνιστοι, πόσο ανιστόρητοι είναι τους κατηγορούσαν. "Πάντα υπήρχαν μορφωμένοι-αστοιχείωτοι" εξέφρασα ένσταση. "Τα κριτήρια εξάλλου αλλάζουν. Τον καιρό που φοιτούσα στη Νομική, οι πρεσβύτεροι δικηγόροι μάς ειρωνεύονταν επειδή δεν ξέραμε λατινικά. "Εμείς” κοκορεύονταν "διαβάζαμε τον Κώδικα και τους Πανδέκτες του Ιουστινιανού στο πρωτότυπο”…" 

    Ο πανδαμάτωρ χρόνος αλέθει, χωνεύει εξαφανίζει. Πολλά από τα θεωρούμενα στον καιρό τους ως αριστουργήματα υψηλής τέχνης έχουν παραδοθεί στη λήθη. Πολλούς "προικισμένους δημιουργούς" τους έφαγε η μαρμάγκα πριν καν τους φάει το χώμα. Για να γίνονται ακόμα οι "Απαράδεκτοι" θέμα συζήτησης μεταξύ εφήβων, σημαίνει ότι κάτι έχουν. Κάτι που αντέχει.

    * Ο Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ