Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 16-Αυγ-2022 00:05

    Τα καλοκαίρια της μεγάλης χαράς

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Χρήστου Χωμενίδη 

    Το δηλώνω ορθά-κοφτά. Αντιπαθώ τη νοσταλγικότητα. Τη θεωρώ ένδειξη γήρατος. Όσοι εξιδανικεύουν τα "παλιά καλά χρόνια", υποκαθιστούν τη μνήμη με τη φαντασία. Εγκωμιάζουν, λόγου χάρη, την Ελλάδα των ασπρόμαυρων ταινιών, πως τότε κυριαρχούσε ισχυρίζονται η ανθρωπιά και η λεβεντιά και το φιλότιμο. Ξεχνούν ότι η χώρα αιμορραγούσε από τις πληγές του Εμφυλίου, ο κόσμος αγκομαχούσε για να επιβιώσει, η υγεία και η παιδεία για την πλειονότητα του πληθυσμού αποτελούσαν είδη εν απολύτω ανεπαρκεία, μυριάδες μετανάστευαν αναζητώντας το πικρό ψωμί στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές. Όσοι έχουν για καραμέλα το "κάθε πέρυσι και καλύτερα", αρνούνται να προσαρμοστούν στο σήμερα. Καθηλώνονται ψυχολογικά στην εποχή που οι ίδιοι περνιόντουσαν για χρυσές ελπίδες. Που ήταν πράγματι θηρία ανήμερα - το στομάχι τους άλεθε ό,τι κι αν σαβούριαζαν στα σουβλατζίδικα και στις πιτσαρίες, τρεις ώρες ύπνος τους αρκούσε, με ένα κρύο ντουζ γιάτρευαν το χανγκόβερ από τα ποτά-μπόμπες. 

    Κάθε γενιά, εισερχόμενη στη μέση ηλικία, κουνάει το δάκτυλο στους επόμενους. Αντιπαθέστεροι εκείνοι που δεν χάρηκαν τα νιάτα τους, που παλεύουν γκριζάροντας με απωθημένα και με τύψεις. Τύψεις απέναντι στον ίδιο τον εαυτό τους – "γιατί να μην τολμήσω;", "γιατί να βολευτώ;"... Κάθε γενιά σπρώχνεται, στην αρχή γκρινιάζοντας, στο τέλος κλαψουρίζοντας, προς το περιθώριο της Ιστορίας. Είναι ο νόμος της ζωής, να καταντάμε γερνώντας συχνότερα καταγέλαστοι παρά σεβάσμιοι. Η νοσταλγικότητα μας το επιτείνει.

    Τούτων λεχθέντων, θα πέσω στο ολίσθημα να αναπολήσω τα 80΄ς και τα 90’ς. Τη χρυσή δεκαετία από τον θρίαμβο της Εθνικής Μπάσκετ στο Πανευρωπαϊκό ως την επίσημη ανάθεση στην Ελλάδα της τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων. Τα καλοκαίρια ιδίως, που διαρκούσαν τρεις γεμάτους μήνες. Από τη λήξη της εξεταστικής του Ιουνίου μέχρι την έναρξη της εξεταστικής του Σεπτεμβρίου. Όχι, δεν υπήρξα αιώνιος φοιτητής. Απλώς και στα τριάντα και στα τριανταπέντε -και στα σαράντα μου ακόμα- διατηρούσα την ανεμελιά της μετεφηβείας, έχοντας ευτυχώς απαλλαγεί από τις ονειρώξεις της. 

    Οι διακοπές αποτελούσαν ασκήσεις αυτοσχεδιασμού. Διαλέγαμε νησί του Αιγαίου ουσιαστικά τυχαία, επειδή κάποιος κάτι μάς είχε πει είτε μας είχε δείξει κάναδυό φωτογραφίες. Κατεβαίναμε στον Πειραιά, σπανιότερα στο Λαύριο, κουβαλώντας το σλίπινγκ-μπαγκ μας – ακόμα και αν αντιπαθούσαμε το κάμπινγκ, μεριμνούσαμε για την περίπτωση που δεν θα βρίσκαμε δωμάτιο. Εάν μπαίναμε αγουροξυπνημένοι σε λάθος πλοίο, δεν έτρεχε κάστανο. Τι Σίκινος, τι Φολέγανδρος! 

    Τα επιβατηγά που ταξίδευαν τότε στο Αιγαίο, ήταν παλιά -αγορασμένα συχνά δεύτερο ή τρίτο χέρι από ξένες εταιρείες- και ογκωδέστατα. Με πλημμελή μέτρα ασφαλείας, χωρούσαν ίσαμε χίλιους ανθρώπους. Στα σαλόνια τους γινόταν λαϊκό προσκύνημα. Οικογένειες με γιαγιάδες και μωρά, Ρομά ("γύφτους" τους λέγαμε δίχως να νοιώθουμε για αυτό ρατσιστές), παπάδες και νησιώτες που κουβαλούσαν ζεμπίλια και κοφίνια. Εάν το ταξίδι ήταν νυχτερινό, μετά τις δέκα όλο εκείνο το πλήθος γλάρωνε. Μετά τις έντεκα ροχάλιζε στεντόρεια, άμα δεν πάθαινε ναυτία και έκανε εμετό όπου δει. Δεν μπορούσες να σταθείς. Θέλοντας και μη έβγαινες στο κατάστρωμα.

    Οι ώρες αναχώρησης και άφιξης στα λιμάνια -που τις μετέδιδε και το κρατικό ραδιόφωνο- τηρούνταν μέχρι μέσα Ιουνίου το αργότερο. Οι καθυστερήσεις προστίθονταν η μία στην άλλη, το πρόγραμμα απορρυθμιζόταν, στις οκτώ το περίμενες το καράβι, καλά μεσάνυχτα εμφανιζόταν. Ακόμα τότε δε, υπήρχαν νησιά χωρίς κατάλληλους μώλους – βάρκες, λάντζες, παραλάμβαναν τους επιβάτες και τους έβγαζαν στη στεριά.

    Στη στεριά περίμεναν οι ρουμλετάδες. Η ενοικίαση οποιουδήποτε στοιχειωδώς κατάλληλου -ή και εντελώς ακατάλληλου- χώρου ενίσχυε την τοπική οικονομία. Στη ντάλα του καλοκαιριού, οι νησιώτες διέθεταν τη νυφική παστάδα τους, την αποθήκη, ακόμα και τον ορνιθώνα τους. (Το 1986, στην Παροικιά της Πάρου -το ορκίζομαι- μια συμπαθής κυρία πρότεινε να μας νοικιάσει το κοτέτσι της, με τα πουλερικά μέσα, για να απλώσουμε τους υπνοσάκκους μας!) Υπήρχαν ασφαλώς και τα κανονικά δωμάτια, με κρεββάτια από ανοιχτόχρωμο σουηδικό ξύλο και στρώματα που οι έρωτες των παραθεριστών τα είχαν προ πολλού ξεχαρβαλώσει. Ένας ανεμιστήρας λογιζόταν ως πολυτέλεια. Τα ψυγειάκια σπάνιζαν εξαιρετικά – εάν παίρναμε τίποτα φρούτα, τα βάζαμε για δροσιά στα περβάζια των παραθύρων. Η σχέση κόστους-παροχών ήταν εντούτοις απολύτως συμφέρουσα. Όλη τη δεκαετία του 1990, έκλεινα μία -ας την πούμε- γκαρσονιέρα στο Κάστρο της Σίφνου, με συγκλονιστική θέα στο πέλαγο, δίνοντας στην αρχή τριακόσιες, στο τέλος εξακόσιες δραχμές τη βραδιά. Το σπιτάκι δεν ήταν και στην καλύτερη κατάσταση, πιθανόν να είχε βαφτεί τελευταία φορά προτού καταργηθεί η βασιλεία στην Ελλάδα – και λοιπόν;

    Οι διακοπές για τα παιδιά της μεσαίας τάξης -η οποία μεσαία τάξη διαρκώς τότε διευρυνόταν, έφτανε στην Αθήνα από τις δυτικές συνοικίες έως το Μαρούσι- ήταν ό,τι πιο δημοκρατικό έχω βιώσει. Όλοι πηγαίναμε στις ίδιες θάλασσες. Στις ίδιες ταβέρνες. Στα ίδια μπαρ. Όλοι γινόμασταν κάθε νύχτα λιάρδα στις ντισκοτέκ ή στα μαγαζιά που έπαιζαν λαϊκορεμπέτικα. Έπρεπε να’σαι ασυγχώρητα φλώρος για να επιδεικνύεις τα λεφτά σου. Πριν της ώρας σου μανταμίτσα για να καμώνεσαι με "επώνυμα" ρούχα και καλλυντικά. Οι Έλληνες δεν είχαν διχαστεί, όπως θα συνέβαινε από το 2010 και μετά. Υπήρχαν βέβαια τα πράσινα και τα γαλάζια καφενεία, στην ύπαιθρο κυρίως και στις γειτονιές, απευθύνονταν όμως σε μεγαλύτερες ηλικίες. Ποιος έδινε τότε έναν παρά για το εάν ψήφιζες Πασόκ ή Κουκουέ, εάν διάβαζες κάτω από τον ήλιο τον "Τσελεμεντέ του Αναρχικού" ή κάποιο λάιφ στάιλ περιοδικό; Πιο συχνά τσακωνόμασταν για συγκροτήματα και για ποδοσφαιρικές ομάδες παρά για κόμματα. Είχε η Γενιά της Αλλαγής μπουχτίσει από την υπερπολιτικοποίηση της Γενιάς του Πολυτεχνείου; Ίσως. Ίσως να την παρέσερνε ένα σπαρταριστό παρόν, που δεν είχε ανάγκη από θεωρητική τεκμηρίωση, από κυβερνητική ή αντιπολιτευτική κάλυψη...

    Το ζήτημα (το ζητούμενο έστω) του ελληνικού καλοκαιριού ήταν ο έρωτας. Στη σαρκικότερη έκφανσή του. Μπορεί η σεξουαλική επανάσταση να είχε λήξει άδοξα με το έιτζ και τη συντηρητικοποίηση των κρατούντων ηθών, οι άνθρωποι ωστόσο φλέρταραν ενθουσιωδώς. Συνουσιάζονταν όπου έβρισκαν. Απιστούσαν, τσακώνονταν, καψουρεύονταν, μεθούσαν... Το τραγούδι του Λουκιανού Κηλαηδόνη που ξεκινάει "Τα έφτιαξε ο Μηνάς με την Ανέτα που τα’χε με τον Δήμο τον τρελό..." κι αραδιάζει έπειτα καμιά πενηνταριά ονόματα, αποδίδει ακριβέστατα την ατμόσφαιρα.

    Υπήρχε πατριαρχία; Καταπίεση των γυναικών; Συχνά φαινόμενα κακοποίησης, κυριαρχία του σεξιστικού λόγου; Αστείο και να το συζητάμε. Τα αγόρια έκοβαν ίσως την τράπουλα μα τα κορίτσια μοίραζαν τα χαρτιά. Το γεγονός και μόνο ότι το τόπλες συνιστούσε τον κανόνα στις παραλίες δείχνει πως καμία δεν ένοιωθε απειλούμενη. "Βυζάκια έξω λοιπόν..." που έλεγε και η Μελίνα Τανάγρη. Το 1987 συνέβη ένα φρικαλέο έγκλημα. Ένας Παναγιώτης Φραντζής σκότωσε και κατακρεούργησε τη νεαρότατη σύζυγό του Ζωή Γαρμανή. Η κοινή γνώμη συγκλονίστηκε. Δεν είχε ούτε πρόσφατο προηγούμενο ούτε βρήκε ο Φραντζής μιμητές.   

    "Εσύ ήσουν" θα μού πείτε πιθανόν "ετεροφυλόφιλος. Δεν έχεις ιδέα πώς περνούσαν οι Λοάτκι..." Έχω και παραέχω. Στην Αθήνα της μεσαίας τάξης, στο κέντρο, λειτουργούσαν και έσφυζαν από κόσμο τα γκέι κλαμπ. Το "Alexander’s", ο "Αλέκος", το "Λάμδα". Οι "Κούκλες" έφεραν στην πόλη το ντραγκσόου και έκαναν θραύση. Η Μύκονος ήταν ακόμα τότε νησί εναλλακτικό, όχι νεόπλουτο. Η Ερεσσός αποτελούσε τον αγαπημένο προορισμό των λεσβιών. "Σύμφωνοι, οι οικογενειακές ωστόσο και οι κοινωνικές αντιδράσεις;" Ένας ομοφυλόφιλος δυσκολευόταν τότε, δίχως αμφιβολία, ασύγκριτα περισσότερο από όσο σήμερα να κάνει το άουτινγκ. Με τη διαφορά πως οι ομοφυλόφιλοι εκείνων των καιρών διήγαν εξ’ορισμού ατίθασα, επικίνδυνα, έξω νου και νόμου. Καμιά σκασίλα δεν είχαν να τους αποδεχθεί η θεία τους. Ή ακόμα και ο νομοθέτης. Ο δρόμος προφανώς που έχει έκτοτε διανυθεί, τα δικαιώματα που έχουν με αγώνες κερδηθεί πρέπει να κάνουν την κοινότητά τους υπερήφανη. Τότε ωστόσο εμείς οι στρέιτ θαυμάζαμε τους γκέι που έφτυναν στα μούτρα ή λοιδορούσαν έμπρακτα το τρίπτυχο "Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια". Που ήταν καταπώς τους ήθελε ο Καβάφης, "ανδρείοι της ηδονής"...

    "Τι μέρα έχουμε; Πόσες του μηνός;" Η ερώτηση γινόταν στα σοβαρά. Το καλοκαίρι ο χρόνος ρευστοποιούνταν, οι ώρες κυλούσαν απ’τις χούφτες μας... "Αύριο -το πολύ μεθαύριο- θα ανέβω στη χώρα. Να δω αν μού έστειλε η μάνα μου με το ταχυδρομείο λεφτά... Να αγοράσω κι ένα παντελόνι, πού να το πλένω αυτό;" Το καλοκαίρι στα νησιά δεν διαβάζαμε εφημερίδες, που έφταναν έτσι κι άλλιώς με καθυστέρηση, δεν μαθαίναμε τα νέα. Δημιουργούσαμε τις δικές μας ειδήσεις.

    Τη ζημιά την έκαναν τα κινητά. Την ολοκλήρωσε το διαδίκτυο, τα σόσιαλ μίντια. Να έχεις μια παράλληλη, ψηφιακή ζωή, να ποζάρεις για σέλφι, να μη σού αρκεί καμιά στιγμή εάν δεν κοινοποιηθεί, άμα δεν εγκριθεί με λάικς από τους ακολούθους σου... Να καμώνεσαι μέρα-νύχτα τον κεφάτο, τον άνετο, τον κουλ. Να πρέπει σώνει και καλά να ανήκεις σε μια ομάδα -κατά προτίμηση εναλλακτική- καθώς δεν σε καλύπτει ο εαυτός σου κι ας είσαι εξ’ορισμού μοναδικός, διαφορετικός, ανεπανάληπτος. Φτουράει η διαφορετικότητα έτσι και δεν της έχουν βάλει ταμπέλα; Στον καιρό μας, αλοίμονο, όχι...

    Νοσταλγώ; Το ομολογώ. Απολογούμαι. Υπάρχουν σίγουρα και σήμερα μέρη που οι εικοσάρηδες, οι τριαντάρηδες ξεσαλώνουν. Διονυσιάζονται. Κλινοπαλεύουν και ακροβατούν. Ζουν τα καλοκαίρια της μεγάλης χαράς.

    * Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας 

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ