Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 27-Σεπ-2021 00:05

    Κατακερματισμός

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Χρήστου Χωμενίδη 

    Η Ελένη, τριαντατριών χρονών, με διδακτορικό στη Συγκριτική Θρησκειολογία στην Οξφόρδη, εργάζεται από πρόπερσι κειμενογράφος σε μεγάλη διαφημιστική εταιρεία. Ο μισθός της τής εξασφαλίζει μια άνετη ζωή, εισπράττει εξάλλου και το ενοίκιο ενός διαμερίσματος στα Γιάννενα από όπου κατάγεται, θυγατέρα γιατρών. Κατοικεί σε ανακαινισμένο ρετιρέ στην ανερχόμενη και εναλλακτική Κυψέλη. Ένα κυριακάτικο απόγευμα, ενώ λιάζεται στη βεράντα, ριπές ραπ στη διαπασών τη βγάζουν από τον ρεμβασμό της. Ζυγώνει στο περβάζι και διαπιστώνει ότι στην ταράτσα τής διπλανής παλιάς μονοκατοικίας κάτι εικοσάρηδες κάνουν πάρτυ. 
    Ψήνουν παϊδάκια στα κάρβουνα, πίνουν ούζο -ή ρακή;- από μια καράφα που την περνάνε από στόμα σε στόμα. Το κέφι ανεβαίνει. Ο ντιτζέι της παρέας αλλάζει μουσική, βάζει νησιώτικα, πειραγμένα νησιώτικα με πολλά μπάσα. Τα αγόρια βγάζουν τις μπλούζες τους, κατάστικτoι ανεξαιρέτως από τατουάζ στην πλάτη και στο στήθος – "ποιος ο λόγος" αναρωτιέται η Ελένη "να μοστράρουν τις κάθε άλλο παρά αγαλματένιες κορμοστασιές τους;" Το κορίτσια πετάνε απλώς τα παπούτσια τους. Αρχίζουν να χορεύουν μπάλλο, "λυγαριά, λυγαριά, εσένα έχω στην καρδιά…" Η Ελένη φοράει τα ακουστικά σαν ωτοασπίδες, ματαίως ελπίζοντας πως θα την προστατεύσουν.  "Αγαπώ μια πιτσιρίκα / είναι τρέλα, είναι γλύκα!" άδει τώρα από τα ηχεία ο Ματθαίος Γιαννούλης, ξελαρυγγιάζονται τα εικοσάχρονα. 

    Η Ελένη γίνεται έξω φρενών. Ό,τι διονυσιάζει τούς διπλανούς σε εκείνην φαντάζει ως το αποκορύφωμα της μιζέριας, τής ελληναράδικης κακομοιριάς. Τής έρχεται να τους βάλει τις φωνές. Να τους καταβρέξει με το λάστιχο. Δεν είναι ωστόσο καμιά θείτσα. Γράφει σε μια κόλλα χαρτί "ΕΙΣΤΕ ΟΙ ΧΑΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ". Την κάνει σαϊτα και τους την πετάει. Η σαϊτα περνάει ξυστά από την ταράτσα της μονοκατοικίας και καταλήγει στο πεζοδρόμιο. Μπερδεύεται στις ρόδες ενός βρεφικού καροτσιού που σπρώχνει μια μετανάστιδα από τη Νιγηρία.

    Βρίσκομαι, αρχές καλοκαιριού, σε ένα τσιμπούσι στους πρόποδες του Πηλίου. Από τους συνδαιτημόνες μου ζήτημα αν γνωρίζω τους μισούς. Ένας προγάστωρ κύριος παραδίπλα μου μού συστήνεται ως "καθηγητής-πολιτικός αρθρογράφος". "Θα με έχετε δει στην τηλεόραση!" σεμνύνεται και μού αναφέρει ένα περιθωριακό κανάλι στο οποίο –"κάθε νύχτα" μού τονίζει- εμφανίζεται. "Χαρά στο κουράγιο σας..." χαμογελάω συγκαταβατικά. 

    Μπουκωμένος από τα μεζεκλίκια αρχίζει να αγορεύει. Στην αρχή αφορίζει τα κρασιά με ετικέτες οινοποιείων -"τίγκα στα χημικά"- και εξυμνεί το παραδοσιακό γιοματάρι τής ταβέρνας. Σκέφτομαι να του απαντήσω πως το "παραδοσιακό γιοματάρι" συνήθως έρχεται στις μέρες μας από το εξωτερικό, πρόκειται για το κατακάθι του τρύγου, για ό,τι δεν αξίζει να εμφιαλωθεί. Ποιος ο λόγος ωστόσο να ξεκινήσω κόντρα; Σίγουρος πως μάς έπεισε απαξάπαντες ανεβάζει στροφές, πηδάει σε άλλο θέμα. Εκφράζει τη βαθιά του δυσπιστία για τα εμβόλια. Μνημονεύει εμβληματικές -κατά τη γνώμη του- προσωπικότητες του παρελθόντος, τον εκδότη της "Αυριανής", τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο "που τους τα’ψελνε χύμα και τσουβαλάτα! Θα μπολιαζόταν ποτέ ο Γιαννόπουλος;" ρωτάει ρητορικά. (Προσωπικά δεν έχω αμφιβολία πως θα εμβολιαζόταν...) "Εγώ είμαι δεξιός εκ γενετής" διευκρινίζει. "Μα πάνω από όλα πατριώτης. Τι δεξιά και αριστερά άλλωστε στις μέρες μας; Εδώ έχουμε πήξει στους πούστηδες! Τους αφήνουμε να παντρεύονται, τους βάζουμε και στα υπουργεία...". 

    Με τις δυό τελευταίες φράσεις του υπερβαίνει τα όρια της ανοχής μου. Δεν πρόκειται πλέον για γραφικό, κακόγουστο παραλήρημα, να πεις "ασ’το να πάει στο διάολο..." και να απολαύσεις τη θέα. Αλλά για ωμό ρατσισμό. Για κοπρολαλία. Τινάζομαι όρθιος. "Είσαι το τέρας που αν το ανεχτώ, θα του μοιάσω!" του λέω. Πληρώνω και αποχωρώ από το τραπέζι. Σιγά μην ίδρωνε το αυτί του. "Εγώ έχω πεντακόσια χιλιάρικα στην τράπεζα!" τον ακούω να καγχάζει. "Με τον παρά μου και την κυρά μου!"

    Ένας φίλος μου, πενηντάρης, τσακώθηκε τις προάλλες με τη δεκαπεντάχρονη κόρη του. Την πήγαινε με το αυτοκίνητο στο φροντιστήριο, "πάτα το κουκλίτσα μου!" απευθύνθηκε, με ανεβασμένα τζάμια, στην μπροστινή οδηγό που βραδυπορούσε. Το κορίτσι του έγινε έξαλλο. "Πώς τολμάς να τη λες "κουκλίτσα μου”, μπαμπά; Νομίζεις ότι θα ανεχτώ τον σεξισμό σου; Ντρέπομαι για λογαριασμό σου, straight middle aged white male!" τον κατακεραύνωσε. Λίγο και θα άνοιγε την πόρτα και θα κατέβαινε από το αμάξι εν κινήσει.

    Στον αποχαιρετισμό του Μίκη Θεοδωράκη στη Μητρόπολη Αθηνών, δυό-τρεις μεσόκοποι αρπάχτηκαν με εκείνους που γιουχάιζαν πολιτικούς. "Τι βρίζετε τον Μητσοτάκη; Ο Μίκης διετέλεσε υπουργός τού πατέρα του!" τους υπενθύμισαν - το "διετέλεσε" τους μάρανε... "Ξεκουμπιστείτε βρωμόγεροι! Εδώ βρίσκεται ο λαός! Όχι οι λακέδες της νεοφιλελεύθερης συμμορίας!" ανάψανε τα αίματα των άλλων, εάν δεν ξεπρόβαλλε εκείνη τη στιγμή το φέρετρο από την εκκλησία, ποιος ξέρει πού θα κατέληγαν...

    Έχω ολοένα και εντονότερη την αίσθηση πως ζούμε πλέον σε μια κατακερματισμένη κοινωνία. Ούτε καν κοινωνία. Σε ένα σύμπλεγμα από "φυλές", που έχει η καθεμία τον δικό της θεό, τη δική της ηθική και αισθητική. Αναπνέουν τον ίδιο αέρα, διασταυρώνονται εξ ανάγκης,  μόλις όμως που ανέχονται η μία την άλλη. Δεν μιλάμε για ταξική διαστρωμάτωση και σύγκρουση, για πάλη καν γενεών. Τείνει να χαθεί ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής. Αποκλίνουν ραγδαία οι τρόποι ζωής, ακόμα και τα γλωσσικά ιδιώματα που χρησιμοποιούν. Ακούστε τους στίχους ενός κομματιού "τραπ" και πείτε μου τι καταλάβατε.

    "Σιγά το νέο!" θα παρατηρήσετε ίσως. "Πόσα κοινά έχει ένα γέννημα-θρέμμα του Μπρονξ με κάποιον που ζει στο Σόχο της Νέας Υόρκης; Οι κάτοικοι των προαστίων στο Παρίσι με εκείνους του Μαραί ή του 16ου διαμερίσματος; Στον δεύτερο γύρο των πρόσφατων προεδρικών εκλογών, η Λεπέν έλαβε στη γαλλική επικράτεια 34%. Στο 16ο διαμέρισμα, μόλις 12,5%...".

    Πρέπει ίσως να πάψουμε να νοσταλγούμε ή να βαυκαλιζόμαστε με το όραμα μίας συνολικής πολιτικής ή καλλιτεχνικής απεύθυνσης. Να συμφιλιωθούμε με την πραγματικότητα των παράλληλων μικρόκοσμων. Να νοιώθουμε απόλυτη ικανοποίηση όσο ακόμα δεν αλληλοσπαράζονται. Όταν δεν καταντούν πιράνχας.

    * Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας 

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ