Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 23-Αυγ-2021 00:09

    Απομάγευση;

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Χρήστου Χωμενίδη 

    "Πότε πεθαίνει ο έρωτας κανένας δεν το ξέρει, αφού τ’αστέρι της χαράς είν’και τού πόνου αστέρι…" τραγουδούσε η Νάνα Μούσχουρη τους στίχους του Νίκου Γκάτσου μελοποιημένους από τον Μάνο Χατζιδάκι. Στίχους διαχρονικότατους. Η απομάγευση, το τέλος του έρωτα, αποτελεί τον εφιάλτη των ερωτευμένων καθώς σπανιότατα επέρχεται ταυτόχρονα και για τους δύο. Κατά κανόνα, ο ένας στρέφει αλλού το βλέμμα αφήνοντας τον άλλον άναυδο, καραβοτσακισμένο, αισθηματικά ορφανό. 

    Και ενώ στα ειδύλλια ουδείς μπορεί να μαντέψει ποιος θα αποχωρήσει πρώτος -τα σιγανά ποταμάκια να φοβάστε-, στην πολιτική το τέλος είναι προβλέψιμο. Νομοτελειακό. Ο λαός θα ξενερώσει. Οι πολίτες θα χάσουν στην αρχή τον ενθουσιασμό τους, θα αποσύρουν κατόπιν την εμπιστοσύνη τους, θα στείλουν τέλος την κυβέρνηση στον αγύριστο. 

    Σε πόσο καιρό; Η Μεταπολίτευση απαντάει κατηγορηματικά. Σε δύο τετραετίες το περισσότερο. Για την ακρίβεια, ένας μονάχα πρωθυπουργός μακροημέρευσε τόσο. Ο Κώστας Σημίτης, ο οποίος συμπλήρωσε στο Μέγαρο Μαξίμου οκτώ χρόνια και ενάμισυ μήνα. Και ένας πέτυχε το ακόμα πιο δύσκολο. Το σχεδόν μυθικό. Να ηττηθεί σε τρεις εκλογές και στις τέταρτες, το 1993, να επανέλθει εν δόξη και τιμή. Ο Ανδρέας Παπανδρέου. 

    Πού έγκειται το όλο ζήτημα; Στο πώς θα διαχειριστεί η εκάστοτε κυβέρνηση το πολιτικό κεφάλαιο, τον ούριο άνεμο που την έφερε στα πράγματα. Στο αν θα καταφέρει -αυτό φαντάζει πολύ δυσκολότερο- να προσποριστεί, κατά τη διάρκεια της θητείας της, επιπλέον πολιτικό κεφάλαιο. 

    Ο Αλέξης Τσίπρας απεδείχθη σε αυτό παραδειγματικά ασύνετος. Σε επτά μόλις μήνες από τον θριαμβό του τον Ιανουάριο του 2015, κατασπατάλησε με το δημοψήφισμα τα καύσιμά του. Όσοι ψήφισαν "ΝΑΙ" δεν του συγχώρεσαν ποτέ ότι έσυρε την πατρίδα στο χείλος σχεδόν του γκρεμού. Πολλοί από όσους ψήφισαν "ΟΧΙ" απογοητεύτηκαν, πληγώθηκαν, με τη μεγαλειώδη κωλοτούμπα του πριν αλέκτωρ λαλήσει. Και μπορεί μεν να ανανέωσαν -βαριά καρδιά- την εμπιστοσύνη τους τον Σεπτέμβριο του 2015, η νίκη του όμως ήταν πύρρειος. Σε πολύ λίγους μήνες, η Νέα Δημοκρατία είχε πάρει κεφάλι στις δημοσκοπήσεις. (Διαβάστε επ’αυτού τη διαυγέστατη ανάλυση του Ευτύχη Βαρδουλάκη στο βιβλίο του "Διλήμματα μιάς Πενταετίας".)

    Στον Κυριάκο Μητσοτάκη έλαχε κάτι μοναδικό. Προτού καν συμπληρώσει ένα χρόνο στην εξουσία, κλήθηκε να ανταπεξέλθει σε μια κατάσταση εντελώς απρόβλεπτη. Βγαλμένη σάμπως από ταινία επιστημονικής φαντασίας. Η πανδημία κυριάρχησε στη ζωή μας. Η κυβέρνηση κατέστη εκ των πραγμάτων κυβέρνηση εκτάκτου ανάγκης, για να μην πω σωτηρίας.

    Τα κατάφερε μέχρι σήμερα; Συγκρίνοντας την Ελλάδα με άλλες χώρες με τις οποίες χωρεί σύγκριση (όχι -εννοώ- με αυταρχικά καθεστώτα τύπου Κίνας ούτε με παραδείσιους κήπους στους αντίποδες όπως η Νέα Ζηλανδία), θα ήμασταν μικρόκαρδοι εάν τού βάζαμε κακό βαθμό. Μετά την εξαιρετική επίδοση του πρώτου τετραμήνου, η οποία στάθηκε συλλογικό μας επίτευγμα, και λάθη έγιναν ασφαλώς και γκάφες και μικροπολιτικά παιχνίδια παίχτηκαν και κοινωνικές ομάδες αδικήθηκαν. Ανάλογα όμως συνέβαιναν παντού στην Ευρώπη. Όσο για την Αμερική, ο Πρόεδρος Τραμπ υπεδείκνυε πέρυσι τέτοιο καιρό σαν φάρμακο για τον κορονοϊό τη χλωρίνη.  

    Άφησε εν μέσω υγειονομικής θυέλλης ο Κυριάκος Μητσοτάκης το πρόγραμμα για το οποίο είχε ψηφιστεί στην άκρη; Τουναντίον. Η πανδημία λειτούργησε ως καταλύτης για την ψηφιοποίηση τού δημοσίου. Σε αρκετούς άλλους τομείς η κυβέρνηση νομοθέτησε μεταρρυθμιστικά, ενίοτε και ρηξικέλευθα, όπως φυσικά η ίδια εννοεί τις λέξεις. Στο οικογενειακό δίκαιο, στην παιδεία, στην εργασία... Κατηγορήθηκε μάλιστα από τον ΣΥΡΙΖΑ ότι εκμεταλλεύεται τις έκτακτες συνθήκες για να επιβάλει τη "νεοφιλελεύθερη" ατζέντα της δίχως να αντιμετωπίζει μαζικές λαϊκές διαμαρτυρίες.

    Έγραψαν τα παραπάνω θετικά ή αρνητικά στη συλλογική συνείδηση; Όχι και τόσο. Η αίσθηση που κυριαρχούσε στους πολίτες ήταν ότι η παρούσα κυβέρνηση -θες δεξιά, θες κεντροδεξιά- κρατάει γερά το πηδάλιο. Ξέρει να αποφεύγει τις μοιραίες στραβοτιμονιές. Αυτό έδινε στη Νέα Δημοκρατία ένα τόσο εντυπωσιακό προβάδισμα επί δύο συναπτά χρόνια. Αυτό χάθηκε -ή κινδυνεύει να χαθεί- τις τελευταίες τρεις εβδομάδες. 

    Στη Βαρυπόμπη και στην Ολυμπία, στην Εύβοια και στα Βίλια κλονίστηκε το αίσθημα ασφάλειας των Ελλήνων. Θόλωσε η εικόνα της κυβέρνησης παντός καιρού. Των υπουργών κομάντος. Έχει ενδιαφέρον ότι ο πρώτος που έφαγε τις πέτρες, που έγινε αποδιοπομπαίος τράγος, ήταν ο πιο ακάματος, ο πανταχού σχεδόν παρών σε κάθε κρίση. Ο Νίκος Χαρδαλιάς. Σαν να τον τιμωρούσε η κοινή γνώμη που ετούτη τη φορά δεν τα κατάφερε, απέτυχε να φανεί αντάξιος των προσδοκιών της. Σαν να προοικονομούσε το καρδιακό επεισόδιο που θα τον έβγαζε -προσωρινά;- εκτός μάχης...

    Η επαναλαμβανόμενη υπενθύμιση πως δεν θρηνήσαμε ανθρώπινες ζωές λίγο παρηγόρησε. Η συγγνώμη που ζήτησε ο πρωθυπουργός εκτιμήθηκε μεν ως δείγμα πολιτικού θάρρους δεν είμαι εντούτοις σίγουρος ότι έγινε δεκτή από την πλειονότητα των πολιτών. Τα μέτρα υπέρ των πυρόπληκτων, οι εξαγγελίες άμεσης αναδάσωσης, η τοποθέτηση του εμβληματικού Σταύρου Μπένου εκτιμήθηκαν τόσον όσον. Η ουσία είναι πως η κυβέρνηση αποχαιρετά το θέρος πληγωμένη, υποδέχεται το φθινόπωρο σφίγγοντας τα δόντια εν όψει τού ξαναφουντώματος των θανάτων και των διασωληνώσεων λόγω κόβιντ.

    "Τι σημασία έχει" θα παρατηρήσετε ίσως οργισμένοι "το κλίμα στου Μαξίμου όταν αποτεφρώθηκαν κοντά στο ένα εκατομμύριο στρέμματα;" Όση σημασία έχει ποιός και πώς κουμαντάρει το εθνικό σκάφος σε γαλήνη ή σε θύελλα. 

    Μπορεί η κυβέρνηση να ξαναβρεθεί καβάλα στο κύμα; Ίσως όχι. Μακάρι όχι. 

    Η ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας που δημιουργούσε η διψήφια διαφορά με τον ΣΥΡΙΖΑ, η πεποίθηση ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει τις προσεχείς εκλογές στο τσεπάκι του, αποτελούσε την αχίλλειο πτέρνα του. Θα μπορούσε δε να τον οδηγήσει και σε χειρότερα στραπάτσα, με τους πολίτες να πληρώνουν -πάντα- τον λογαριασμό. Εάν αντιθέτως τα δεινά του Αυγούστου γίνουν αφετηρία αναστοχασμού, υπενθυμίσουν ότι "κυβερνάω σημαίνει κινούμαι στην κόψη του ξυραφιού", πως δεν υπάρχει περιθώριο ούτε για αναβλητικότητες ούτε για συμβιβασμούς με τις παθογένειες του κράτους και της κοινωνίας, πιθανόν κάτι πολύ καλό να βλαστήσει μες στις στάχτες. 

    "Γιατί κόπτεσαι" θα απορήσετε "για την τύχη της κυβέρνησης; Όψιμος έγινες οπαδός της Νέας Δημοκρατίας;" 

    Κάθε άλλο. Πιστεύω απλώς ακράδαντα ότι ύστερα από δέκα χρόνια διαψεύσεων, διχασμών, περιπλανήσεων στον χώρο του ανέφικτου, δημιουργήθηκε για τους Έλληνες, απ’τους Έλληνες, μια ιστορική ευκαιρία να υπερβούμε τον κακό εαυτό μας και να ανοιχτούμε στο μέλλον. Όπως συμβαίνει κάθε είκοσι περίπου χρόνια. Όπως κληρώνει άπαξ για την κάθε γενιά. Έχω κουραστεί στη ζωή μου να μετράω χαμένες ευκαιρίες.

    * Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας 

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ