Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 05-Ιουλ-2021 00:07

    Απόσταγμα

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Χρήστου Χωμενίδη

    Γνώρισα χθες το βράδυ τον πιο προικισμένο νέο καλλιτέχνη στην Ελλάδα. Το μεγαλύτερο ταλέντο που έχω απολαύσει επί σκηνής εδώ και δεκαετίες. 

    Το εξωφρενικό είναι πως μέχρι χθες σχεδόν τον αγνοούσα – δεν προτιμώ το είδος τέχνης που υπηρετεί, ποτέ άλλωστε δεν έχει απασχολήσει την κοινή γνώμη με κοινωνικοπολιτικές δηλώσεις και παρεμβάσεις.  

    Μετά το χειροκρότημα τον πήραν κάτι κοινοί μας φίλοι, πήγαμε όλοι μαζί σε μια ταβέρνα με θαλασσινά. Κάθισε στην καρέκλα με συστολή μαθητή, μάς ζήτησε την άδεια να ξεκοκκαλίσει το κεφάλι της συναγρίδας, "με ενθουσιάζουν τα μάτια των ψαριών..." δήλωσε. Κι έπειτα, για αρκετή ώρα, δεν είπε κουβέντα. Δεν έβγαλε κιχ.

    Είμαι καχύποπτος απέναντι στη σεμνότητα. Συνήθως πρόκειται για πόζα. Φοβού τους μουλωχτούς που σαν τους χαμαιλέοντες παίρνουν το χρώμα του περιβάλλοντος και σκαρφαλώνουν αθόρυβα από κλαδί σε κλαδί. Το παιδί όμως -ο τριαντάρης με το παιδικό πρόσωπο- που είχα διαγωνίως απέναντί μου δεν είχε κανένα λόγο να παριστάνει τον ντροπαλό. Όταν λουσμένος απ’τους προβολείς γοητεύεις, μαγεύεις, το χάρισμα και το εκτόπισμά σου είναι αυταπόδεικτο.

    "Κουράστηκες;" τον ρώτησα ευθαρσώς. "Μπα..." χαμογέλασε. "Τον καιρό που είχα πρωτοξεκινήσει έφηβος να παίζω, στο νησί μου, χτύπαγα οκτάωρα… Δεκάωρα… Οι άλλοι σχεδόν λιποθυμούσαν κι εγώ συνέχιζα!" "Άρα μάλλον εδώ, τώρα, βαριέσαι" το χόντρυνα. "Ίσα-ίσα! Σάς παρακολουθώ όλους προσεκτικά. Λέτε πολύ ενδιαφέροντα πράγματα...".

    Σιγά τα ενδιαφέροντα που λέγαμε! Ό,τι κουβεντιάζεται στις παρέες παγκοσμίως. Για τον εμφύλιο εμβολιασμένων-αντιεμβολιαστών. Όλοι ανήκαμε προφανώς στο πρώτο στρατόπεδο. Κάποιοι απλώς φρονούσαν ότι τα αδέλφια μας, τους αρνητές, κάλλιο να τους πάρουμε με το μαλακό. Κάποιοι άλλοι -εγώ συγκεκριμένα- επέμενα πως το μπόλι πρέπει να επιβληθεί δια ροπάλου. Οι ενδοιασμοί, τα σούξου-μούξου να διώκονται μέχρι και ποινικά.

    "Εσένα η γνώμη σου ποιά είναι;" του’κανα με έναν φόβο, ότι θα αποκαλυπτόταν ως ψεκασμένος. "Συμφωνώ μαζί σου..." "Και γιατί δεν με υποστηρίζεις;" "Δεν έχεις ανάγκη!" μειδίασε ξανά. 

    Άρχιζε να με εκνευρίζει. Εγώ στην ηλικία του έψαχνα -ή και δημιουργούσα- αφορμές για να πω την άποψή μου. Όσο πιο αιρετική ηχούσε στα αυτιά των άλλων, τόσο ηδονιζόμουν. Έριχνα σε όποιον έβρισκα σχεδόν το γάντι. Χώριζα τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες: σε εκείνους που λαχταρούσα να χορέψουμε και σε εκείνους που ήλπιζα να παλέψουμε.

    "Το να κρατάς τόσο χαμηλούς τόνους αποτελεί επικοινωνιακή στρατηγική;" συνέχισα να τον τσιγκλάω. "Δηλαδή;" "Δεν δίνεις συνεντεύξεις... δεν εμφανίζεσαι στην τηλεόραση... στα σόσιαλ μίντια έχεις λογαριασμούς;" "Μπα..." "Έχεις φτιάξει άρα ένα προφίλ απόμακρο. Έως και μυστηριώδες." 

    "Περιφρουρώ απλώς τη ζωή μου. Γιατί να ξέρει ο κόσμος με ποιόν κοιμάμαι, εάν έχω παιδιά και πόσα, πού πηγαίνω διακοπές; Γιατί να κάνω δηλώσεις για την πανδημία, την κλιματική αλλαγή, το me too, τον Κουφοντίνα; Περνιέμαι μήπως για ειδικός; Μπορεί να είμαι καλός στην τέχνη μου και κατά τα λοιπά ένας ηλίθιος. Ή ένα κάθαρμα..."

    "Και η ευθύνη του καλλιτέχνη;" πετάχτηκε μια κύρια παραδίπλα του.

    "Ο καλλιτέχνης αποκαλύπτεται στο έργο του. Στο απόσταγμα της ύπαρξής του. Εάν κανείς με παρακολουθεί προσεκτικά στη σκηνή, καταλαβαίνει τα πάντα για μένα. Δεν θέλω -ούτε μπορώ- να εκφράζομαι με άλλον τρόπο...". "Καν στις παρέες...".

    "Κάντε λιγάκι υπομονή. Με το κρασί λύνεται η γλώσσα μου..." είπε. Κατέβασε το ποτήρι άσπρο πάτο και το ξαναγέμισε. "Οι άνθρωποι, στις μέρες μας, κατασκευάζουν διασημότητες για να τις καταναλώνουν. Προβάλλουν σε όποιον στέκει κάτω από τα φώτα τις ελπίδες και τα απωθημένα τους. Δεν τους αρκεί να είσαι μάγειρας ή τραγουδίστρια. Πρέπει να μοιάζεις με τον φανταστικό γιό τους, με την ιδανική τους γκόμενα. Και αν στραβοπατήσεις -λόγω, έργω ή διανοία-, και αν πέσεις, χυμάνε και σε κατασπαράζουν. Κομματάκια σε κόβουν. Σάμπως να τους προσέβαλες, να τους πρόδωσες προσωπικά."

    "Οπότε εσύ φυλάς τα ρούχα σου...". 

    "Μη με νομίζετε για τόσο συντηρητικό. Απλώς... Απλώς είχα πατέρα αγιογράφο. Μού έμαθε τι σημαίνει εκείνο το "δια χειρός” που γράφουν στο κάτω μέρος της εικόνας πριν από το όνομά τους. Ότι το χέρι και το μυαλό και το ταλέντο είναι απλώς όργανα. Στην υπηρεσία του Άλλου...".
    "Ποιανού Άλλου;"
    "Καταλαβαίνετε..." είπε και σήκωσε για μια στιγμή τα μάτια του ψηλά.
    "Πιστεύεις στον Θεό;"
    "Σπανίως εκκλησιάζομαι. Μα εξομολογούμαι κάθε βράδυ στη σκηνή."
    "Και το κοινό σού δίνει άφεση αμαρτιών;"
    "Η τέχνη η ίδια είναι συγχώρεση."

    Η παραδιπλανή κυρία πήρε ανοήτως αφορμή κι άρχισε να μιλάει για τους παπάδες, να κατακεραυνώνει τη στάση τους κατά την πανδημία. Η συζήτηση κατέληξε ανασκόπηση των κυριοτέρων ειδήσεων. Καθένας έλεγε το κοντό και το μακρύ του. Για την ινδική μετάλλαξη, το έγκλημα στα Γλυκά Νερά, τη δημοσκοπική ηγεμονία Μητσοτάκη. Μια παρέα ήμασταν που βομβούσε περιμένοντας να νυστάξει. Ο τριαντάρης με το παιδικό πρόσωπο είχε ξανά και οριστικά σιωπήσει.

    Ασυναίσθητα έχωσα την παλάμη μου στο πανέρι με το ψωμί. Ανάμνηση από τα νηπιακά μου χρόνια να κάνω την ψίχα μπαλίτσες και να τις εκτοξεύω στους μεγάλους. Θα στοιχημάτιζα ότι δεν είχε μείνει ούτε ψίχουλο. Κι όμως. Πρώτα άγγιξα, μετά κατάπληκτος τράβηξα την πετσέτα. Και αντίκρυσα ένα ολόκληρο ζεστό καρβέλι. Ο τριαντάρης με το παιδικό πρόσωπο μού έκλεισε το μάτι.

    "Εάν όμως πρέπει να δεις για να πιστέψεις" νόμισα πως τον άκουσα να ψιθυρίζει "δεν θα πιστέψεις και να δεις..."

    * Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας 

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ