Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 04-Ιαν-2021 00:05

    Χαρούμενη χρυσή Πρωτοχρονιά

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    του Χρήστου Χωμενίδη

    Ερυθριώντας, χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής, έχω να σάς εξομολογηθώ ότι πέρασα μία από τις καλύτερες Πρωτοχρονιές της ζωής μου. Το ίδιο ισχύει και για τα Χριστούγεννα.

    Όχι, δεν πήγα στο Ντουμπάι. Ούτε έκανα εγχώριο αντάρτικο σε παράνομα πάρτι, σε κατακόμβες ή σε αμπαρωμένα κλαμπ, όπου έμπαινες ψιθυρίζοντας σε έναν πορτιέρη με στολή παραλλαγής (μεταμφιεσμένο σε πλανόδιο λαχειοπώλη) σύνθημα και παρασύνθημα. Ούτε είμαι -θεός φυλάξοι!- ζηλωτής του προτεσταντισμού, να φρονώ πως πρέπει οι άνθρωποι να κοιμούνται με τις κότες και να αποφεύγουν τις πολλές στενές συναναστροφές, που εξόν να διασπείρουν μολυσματικές ασθένειες, διασαλεύουν και τα ήθη. Ούτε οπαδός του σκληρού κράτους, να ηδονίζομαι με τις περιπολίες στους δρόμους και με το άτεγκτο ύφος των αρμόδιων – ύφος που μάλλον ομαδάρχες κατασκήνωσης θύμιζε παρά υπουργούς.

    Ε τότε;

    Μήπως είμαι κάνας μαγκούφης, κανένας ανεόρταστος, μια μετενσάρκωση του γέρο-Σκρουτζ όπως τον έπλασε ο Ντίκενς κι όχι ο Ντίσνεϊ; Το αντίθετο! Για μένα παράδεισος σημαίνει στρωμένο τραπέζι που ξεχειλίζει από νοστιμιές κι από το οποίο περνάει κάθε καρυδιάς-καρύδι. Ένα αέναο γλέντι. Μουσικές, χοροί, πειράγματα, "εβίβα!", άσπρο πάτο και φλερτ.

    Ε τότε;

    Ε τότε θυμηθείτε τα προηγούμενα δωδεκαήμερα, από παραμονές Χριστουγέννων μέχρι του Άι Γιαννιού. Θυμηθείτε τους δρόμους να φρακάρουν απ’ τα πλήθη. Τα μαγαζιά να ξεχειλίζουν από ανθρώπους ζαλωμένους με σακκούλες. Τον εαυτό σας να ξεροσταλιάζει στο προχώλ ενός εστιατορίου – τι κι αν έχετε κάνει κράτηση; οι προηγούμενοι καθυστερούν. Την καλή σας να ρίχνει νευρικές ματιές στο ρολόι, να σκύβει πάνω από το ημερολόγιο, να αγχώνεται για να συνδυάσει τα ασυνδύαστα. "Απόψε στις εννιά μάς έχουν καλέσει τα ξαδέλφια σου. Πρέπει προηγουμένως να περάσω από τα βαφτιστήρια μου – κι από τα δύο. Αύριο, πρωί-πρωί, μού ζήτησε η μαμά να τη συνοδέψω στο νεκροταφείο, να ανάψει το καντήλι του μπαμπά. Μετά έχω κομμωτήριο… Ρεβεγιόν πού θα κάνουμε; Στους Σωτηρίου ή στους Λιακόπουλους; Πρέπει να αποφασίσουμε επιτέλους, να βρούμε και μιά πειστική δικαιολογία για εκείνους που δεν θα τους προτιμήσουμε…".

    "Αχ, ας μέναμε σπίτι μας!" λαχταρούσατε να πείτε. Μα και σε εσάς τους ίδιους φαινόταν σχεδόν ιεροσυλία να μην προϋπαντήσετε το νέο έτος φορώντας τα καλά σας, ανταλλάσσοντας ευχές και φιλιά με γνωστούς και άγνωστους, με ανθρώπους που αγαπάτε και με άλλους που κατά βάθος απεχθάνεστε. Και η καλή σας -πιστέψτε με- τα ίδια ανομολόγητα σκεφτόταν…

    Χειρότερος κι από τον ψυχαναγκασμό της δουλειάς είναι ο ψυχαναγκασμός τής διασκέδασης. Η ιδέα ότι δύο ή τρεις φορές τον χρόνο, σε καθορισμένες μέρες, οι άνθρωποι οφείλουν να συναγελάζονται και να το ρίχνουν έξω, σε σπίτια, κέντρα ή σε πλατείες. Η πεποίθηση ότι το κέφι κι όταν δεν υπάρχει, έρχεται. Αρκεί να χλαπακιάσεις και να κατεβάσεις μερικά ποτήρια και να ανεβεί η ένταση της μουσικής. Πως όταν πιάσει ο βασιλιάς της πίστας το μικρόφωνο και ξεκινήσει τσιφτετέλια και ζεϊμπέκικα ή όταν τρίξουν απ’ τα ντεζιμπέλ τα ηχεία του κλαμπ, πρέπει να είσαι ντιπ ξενέρωτος για να μη βγεις εκτός εαυτού. Κι όσο χειρότερο χανγκ-όβερ (ελληνιστί καρηβαρία) έχεις την επομένη, τόσο πιο φίνα έχεις περάσει. Και ας μην το συνειδητοποιείς. Θα φτάσει ο καιρός που θα νοσταλγείς τις ρεβεγιόν και τα Πάσχα τής πρώτης και της δεύτερης -και της τρίτης ακόμα- νιότης σου…

    Λειτουργεί, θα μού πείτε, χιλιετίες τώρα. Ακόμα και στις πιο αποτρόπαιες εποχές, ο κόσμος ξέδινε τις χρονιάρες μέρες. Επί Κατοχής -το μαρτυρούν πλήθος πηγές- γίνονταν τα καλύτερα πάρτυ. Νιώθοντας μια ανάσα από τον θάνατο, οι άνθρωποι δίνονταν στον έρωτα.

    Στον έρωτα, μάλιστα. Όχι στην νευρωτική κατανάλωση. Όχι στη βεβιασμένη κοινωνικότητα. Περισσότερο έρωτα έχω δει σε απόμερες γωνιές των πάρκων, σε νυχτερινές βουτιές, σε απροσδόκητα συναπαντήματα στα πιο απίθανα μέρη παρά σε οργανωμένες και χρυσοπληρωμένες γιορτές.

    Ας το παραδεχτούμε. Εδώ και πολλά χρόνια, οι γιορτές μας σκηνοθετούνταν, προκατασκευάζονταν από την κυρίαρχη περί life style αντίληψη. Όλες σχεδόν οι ηλικίες, όλες σχεδόν οι κοινωνικές ομάδες -εκτός από τους πάρα πολύ νέους και όσους ηθελημένα ή αθέλητα διαβιούν στην απέξω- ακολουθούσαν τα ίδια βήματα μιας μαζικότατης χορογραφίας. Και "αφρίζει-ξαφρίζει" έψηναν τους εαυτούς τους πως έτσι τη βρίσκουν.

    Ήρθε λοιπόν η πανδημία και τα ακύρωσε φέτος. Και μας έκλεισε μέσα. Και μάς υποχρέωσε να διαλέξουμε οκτώ μόλις συνδαιτημόνες για να τσουγκρίσουμε τα ποτήρια. Τους πιο κοντινούς μας; Τους πιο χαριτωμένους; Τους πιο εύκαιρους; Δεν έχει κατά βάθος και τόση σημασία.

    Είδατε τι συνέβη με την αλλαγή του χρόνου στο κέντρο της Αθήνας; Γεμάτες οι κορυφές των κτηρίων από ανθρώπους που θαύμαζαν την Ακρόπολη και το Λυκαβηττό και τον ανοιξιάτικο ουρανό να φωταγωγείται από τα πυροτεχνήματα. Που από ταράτσες και βεράντες αντήλλασσαν ευχές. Που λίγο ήθελαν να κάνουν καντάδα ο ένας στον άλλον. "Άντε να ξανασμίξουμε!", ήταν η ευχή.

    Θα ξανασμίξουμε;

    Θα ξανασμίξουμε!

    Μακάρι με τον δικό μας τρόπο.-

     

    *Ο Χ. Χωμενίδης είναι συγγραφέας

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ