Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 28-Δεκ-2020 00:11

    Καλή λευτεριά

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Χρήστου Χωμενίδη 

    Η Κλαίρη και ο Λάμπρος, ο Λάμπρος και η Κλαίρη προσπαθούν να χωρίσουν εδώ και μία σχεδόν δεκαετία. Διορθώνω. Η Κλαίρη και ο Λάμπρος, ο Λάμπρος και η Κλαίρη λαχταρούν να χωρίσουν εδώ και μία σχεδόν δεκαετία.

    Είχα πάει, θυμάμαι, στον γάμο τους, την άνοιξη του μακρινού 2007. Τον καιρό που μεσουρανούσαν τα "κτήματα". Όποιος διέθετε τρία στρέμματα στην εξοχή, με ένα κάπως παλιό σπίτι μέσα, έσπερνε γρασίδι, έσκαβε και μια πισίνα και το ονόμαζε χώρο δεξιώσεων. Και δεν πρόφταινε να το νοικιάζει για πάρτυ γάμων και βαπτίσεων. Οι πιο φιλόδοξοι "κτηματίες" έχτιζαν και ένα εκκλησάκι, αγκαζάριζαν κάθε Σαββατοκύριακο έναν παπά και δύο ψάλτες και παρείχαν φουλ σέρβις. Εάν ληφθεί υπόψη πόσοι από τους προσκεκλημένους θα φλέρταραν, θα τα έφτιαχναν και θα κατέληγαν να παντρευτούν στον ίδιο εκείνο χώρο, μιλάμε για καθετοποίηση της παραγωγής...

    Ο Λάμπρος είχε τελειώσει το 2002 το Πολυτεχνείο και είχε φύγει στη Γαλλία για μεταπτυχιακό. Το εγκατέλειψε με τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα του κι επέστρεψε άρον-άρον στην Αχαρνών. Το οικογενειακό γαλακτοπωλείο (ιδρυθέν από τον τσέλιγκα παππού του, ο οποίος είχε μέχρι και τη δεκαετία του 1960 πρόβατα στην Πάρνηθα) εξακολουθούσε να φημίζεται για το αγνότερο γιαούρτι, για τις πιο νόστιμες γραβιέρες και κασέρια στο κέντρο της Αθήνας. Ως επιχείρηση εντούτοις καρκινοβατούσε. Ο μακαρίτης είχε απλώσει τα πόδια του πολύ πέρα απ’ το πάπλωμα. Τέσσερις λογιστές άλλαξε ο Λάμπρος για να ξεμπλέξει το κουβάρι. Όταν η εικόνα επιτέλους ξεκαθάρισε, τού έγινε σαφές πως αν δεν αναλάμβανε αυτοπροσώπως τα ηνία και αν δεν τα’ σφιγγε στο μη παρέκει, τα χρέη θα τους έπνιγαν, τη μάνα του, την αδελφή του και τον ίδιο. Από αρχιτέκτονας, τυράς. Πικράθηκε αλλά το ξεπέρασε.

    Η Κλαίρη είχε διαφορετική κοινωνική προέλευση. Διευθυντής τραπέζης ο μπαμπάς της, ακτινολόγος με δικό της ιατρείο η μαμά, είχε μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον μικροαστικό το οποίο περνιόταν για μεσοαστικό και έτρεφε ώρες-ώρες ψευδαισθήσεις μεγαλείου. Ιδιωτικό σχολείο. Ταξίδια δυό φορές τον χρόνο στο εξωτερικό. Δώρο αυτοκίνητο όταν πέτυχε στο πανεπιστήμιο και ας μην πολυκαταλάβαινε ο γεννήτοράς της τι ήταν εκείνες οι "ευρωπαϊκές σπουδές" - "υπάρχουν δηλαδή και αμερικάνικες σπουδές; και ασιατικές; Και τέλος πάντων τί δουλειά θα κάνει αφού τελειώσει;" ρωτούσε τη γυναίκα του. Της ήταν αδιανόητο της Κλαίρης ότι ο Λάμπρος κάθε Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, από παιδάκι, αντί να εκδράμει στην Αράχωβα ή έστω στα Τρίκαλα Κορινθίας, ίδρωνε την ποδιά στο μαγαζί, ζυγίζοντας, τυλίγοντας τυριά. Ώσπου διαπερνούσε η άλμη τους τα νάιλον γάντια και πότιζε τα δάχτυλά του… Παρ’όλα αυτά -ίσως όμως και χάρη σε αυτά- τον ερωτεύτηκε. 

    "Έχε τον νου σου! Στα εικοσιτρία πιάνεις παιδιά στον αέρα!" την είχε προειδοποιήσει η μάνα της. Η Κλαίρη δεν πολυπρόσεξε. Ο Λάμπρος ήταν ασυγκράτητος, ταυρί, απεχθανόταν και τα προφυλακτικά – τού θύμιζαν τα γάντια στο μαγαζί...

    Θα παντρεύονταν εάν δεν έμενε έγκυος; Ερώτηση δίχως νόημα, εκτός κι αν υποθέσουμε ότι ο επόμενος ή ο μεθεπόμενος γκόμενός της θα ήταν ριζικά διαφορετικός. Ο Λάμπρος πάντως -ένα ογδονταπέντε, γυμνασμένος, μελαμψός σαν Ινδός πρίγκιπας και σοβαρός σαν άντρας παλαιάς κοπής- τη συνάρπαζε. Όσο για τους γονείς της, οι αντιρρήσεις τους κάμφθηκαν πολύ γρήγορα. Στο κάτω-κάτω ο γαμπρούλης τους παρά τη γονιδιακή σαλαμούρα διέθετε πτυχίο. 

    "Ο πεθερός μου με κατέστρεψε!" διατείνεται ο Λάμπρος. Και έχει δίκιο. Με μόνη ένσταση ότι ο πεθερός έφτιαξε μεν τη θηλειά, ο γαμπρός δε την πέρασε ενθουσιωδώς στον λαιμό του. 

    Μόλις λογοδόθηκαν, τού άνοιξε κουβέντα για τα οικονομικά. Ζήτησε με το τουπέ του έμπειρου τραπεζικού να ενημερωθεί για την κατάσταση του γαλακτοπωλείου. "Είμαστε πλέον οικογένεια, αγόρι μου… Εμπιστέψου μου και όσα κρύβεις από την εφορία." 

    Μισή ώρα αργότερα, ο πατέρας της Κλαίρης είχε καταλήξει όχι απλώς σε συμπεράσματα αλλά και σε προτάσεις. "Θα πάρετε δυό δάνεια" ανακοίνωσε στον Λάμπρο. "Ένα επιχειρηματικό για να μετακομίσεις το καταστημά σου – η Αχαρνών έχει γεμίσει ξένους, γκέτο έχει καταντήσει, ποιός νοικοκύρης θα ψωνίζει σε λίγο από σένα, όσο καλά τυριά κι αν έχεις; Κι ένα στεγαστικό δάνειο, το οποίο θα εξυπηρετεί η Κλαίρη δίκην προίκας. Πρέπει να εγκατασταθείτε κάπου ευάερα και ευήλια, παιδιά θα μεγαλώσετε!" 

    Ο πεθερός δρομολόγησε και επιτάχυνε τις διαδικασίες. Η νύφη κι ο γαμπρός έβαλαν φαρδιές-πλατιές υπογραφές. Η συνέχεια φαντάζει εκ των υστέρων τόσο αναμενόμενη που καταντάει μπανάλ.

    Το καινούργιο μαγαζί στη λεωφόρο Γαλατσίου, αντιμετώπιζε σκληρότατο ανταγωνισμό από τους τοπικούς έμπορους. Για να τους υπερφαλαγγίσει ο Λάμπρος, για να κάνει τη διαφορά, το γύρισε σε "γκουρμέ". Πλάι στα τυριά, άρχισε να πουλάει ψαγμένα αλλαντικά, κρασιά εισαγωγής, μέχρι χαβιάρια άπλωσε στις βιτρίνες, μέχρι πούρα μόστραρε σε ειδικούς υγραντήρες. Για κάνα χρόνο, η πελατεία ανταποκρίθηκε με ενθουσιασμό. 

    Η μαιζονέτα που είχαν αγοράσει στη Νέα Φιλοθέη υπερέβη κατά τριάντα τοις εκατό τον αρχικό προϋπολογισμό. Μονάχα για να αλλάξουν τα πλακάκια στην κουζίνα και στα μπάνια που είχε βάλει ο κατασκευαστής και η Κλαίρη τα’ βρισκε φρικτά κακόγουστα, έδωσαν μια μικρή περιουσία. 

    Ο γιόκας τους στον παιδικό σταθμό εμφάνισε κάποιες μαθησιακές δυσκολίες, η λογοθεραπεία στοίχιζε μισό μισθό.  

    Το 2010, παραμονές των μνημονίων, το οικογενειακό σκάφος πήγαινε ίσα βάρκα-ίσα νερά. Το 2011, ο τζίρος του μαγαζιού κατρακύλησε. Ο Λάμπρος ξαναγύρισε σπασμωδικά στις γραβιέρες και στους τελεμέδες μα η οικογενειακή τους φήμη είχε θολώσει... Το 2012, το κούρεμα των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, όπου είχαν επενδύσει τις οικονομίες τους οι γονείς της Κλαίρης, εξανέμισαν σχεδόν την "προίκα" της. Τα δάνεια άρχισαν να κοκκινίζουν. Λίγους μήνες αργότερα, γεννήθηκε η θυγατέρα τους, που είχε πιαστεί σε μια ύστατη προσπάθεια να αναθερμάνουν τη σχέση τους. Η έλευση του βρέφους έδωσε το άλλοθι στο ζεύγος να χωρίσει από κοίτης. Για να κοιμάται κάποιες ώρες αδιατάρακτα ώστε να είναι αποδοτικός στη δουλειά, ο Λάμπρος μετακόμισε στον καναπέ. Η Κλαίρη ανακουφίστηκε.

    Η ιστορία δεν έχει τραγική κορύφωση. Αποτρόπαια κατάληξη. Κανείς δεν αυτοκτόνησε, κανείς δεν μπήκε φυλακή ούτε κατήντησε καν οπαδός τής "Χρυσής Αυγής" ή του Αρτέμη Σώρρα. Μάθανε απλώς να ζουν με τρεις κι εξήντα. Να "κάνουν το σκατό τους παξιμάδι" όπως κωμικά οδυρόταν ο πατέρας της Κλαίρης. Κι αυτό τούς βγήκε σε καλό.

    Με τα πολλά, ο Λάμπρος κατάφερε να πουλήσει το μαγαζί – ελάχιστα έβαλε στο παντελόνι, απαλλάχθηκε ωστόσο από το επιχειρηματικό δάνειο. Καταπιάστηκε με ό,τι είχε σπουδάσει. Έστησε ένα συνεργείο ανακαινίσεων, καβάλησε το κύμα των "airbnb”, πήρε βαθιά ανάσα.

    Η Κλαίρη, ακόμα πιο σημαντικό, βρήκε επιτέλους τον εαυτό της. Σταμάτησε τις εξαντλητικές δίαιτες που έκανε από τα δεκατέσσερα. Απέβαλε προσέτι κάθε προσδοκία κοινωνικής ανόδου που της είχαν καλλιεργήσει οι γονείς της. Έγινε, μετά τα τριάντα της, μία τροφαντή, ξένοιαστη κοπελλάρα που περπατούσε κι έτριζαν τα πεζοδρόμια. Αρκεί να μην τη συνόδευε ο άντρας της. "Σαν την τσαπερδόνα την πεθερά μου..." το φύσαγε και δεν κρύωνε η μάνα της. 

    Μόνος νεκρός -και μάλιστα άταφος- ο γάμος τους. 

    Άργησαν να το ομολογήσουν καν στους εαυτούς τους ότι η έλξη ανάμεσά τους είχε εντελώς στραγγίξει. Πώς το άγγιγμα που κάποτε τους ηλέκτριζε, πλέον δεν τους ήταν απλώς αδιάφορο μα και ενοχλητικό. Είχαν ζυμωθεί αμφότεροι με τη διδαχή ότι τα ανδρόγυνα πρέπει να μονιάζουν ειδικά στα δύσκολα. Ότι το να παραιτηθείς απ’ το στεφάνι σου -ιδίως αν υπάρχουν παιδιά- συνιστά δεινή ήττα. "Οι παλιοί δεν χώριζαν!" τούς κατηχούσαν οι δικοί τους. Ξεχνούσαν να προσθέσουν ότι οι παλιές γυναίκες δεν είχαν δικαιώματα και οι παλιοί άντρες δεν είχαν υποχρεώσεις, πλην του να κουτσοθρέφουν την κυρά και τα κουτσούβελα...

    "Εν πάση περιπτώσει ποιός χωρίζει μες στην κρίση; Και μάλιστα με στεγαστικό δάνειο που κοκκινίζει και ξεκοκκινίζει;" εκνευριζόταν η μάνα του Λάμπρου. "Θα βάλεις στο κεφάλι σου ενοίκιο; Κάτσε στα αβγά σου, πουλάκι μου! Εκτός κι αν υπάρχει "άλλη”…".

    Για τις "άλλες" και για τους "άλλους" ανάμεσα στην Κλαίρη και στον Λάμπρο θα μπορούσαν να ειπωθούν πολλά. Τα περισσότερα δεν θα ξέφευγαν από τη σφαίρα τής φαντασίωσης.  

    Πόσες φορές δεν έφτασαν αμφότεροι στα πρόθυρα να το φωνάξουν ότι δεν πάει άλλο και να ζητήσουν διαζύγιο; Πόσες φορές δεν μαγκώθηκαν στο παραένα, δεν κατακλύστηκαν από ένα μεταφυσικό στην ουσία φόβο πως "εκεί έξω" θα κινδύνευαν, θα μαράζωναν, θα θρηνούσαν για το γκρεμισμένο σπιτικό τους; Πέρασαν τα μνημόνια, έφτασε ο γιός στην εφηβεία και η κόρη στα μισά του δημοτικού κι εκείνοι κάθε βράδυ εκεί, μπροστά ο καθένας στην ταμπλέτα του να σερφάρει στο διαδίκτυο ή -στην καλύτερη- να βλέπουν το ίδιο σήριαλ στην τηλεόραση. Κι όταν καμιά φορά ο Λάμπρος επέστρεφε από τον καναπέ στο κρεββάτι, για να ισιώνει τη μέση του, η μόνη τους σχεδόν κουβέντα να’ναι "μην μού τραβάς το πάπλωμα!"...

    Για πόσο ακόμα θα μετεωρίζονταν ανάμεσα στην πλήξη και στη δυστυχία; Στην ασφυξία και στην παραίτηση; Πιθανόν μέχρι τα γεράματα. Και δεν θα αποτελούσαν ασφαλώς την εξαίρεση. Ο Covid 19 έδρασε ευεργετικά. Σαν καταλύτης.

    Ύστερα από πέντε μήνες εγκλεισμού, νοιώθουν πλέον έτοιμοι. Μόλις αρθούν τα μέτρα, το παραπέτασμα του ναού –"ναός ο γάμος, κόρη μου, κι εσύ ιέρεια!"- θα σκιστεί. Ο Λάμπρος θα ξεκουβαλήσει. Και η Κλαίρη θα αλλάξει διακόσμηση. Μέχρι που θα ξεκρεμάσει τη φωτογραφία του πεθερού της με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, το 1958, στο πρώτο μαγαζί, στην Αχαρνών.

    Σηκώνω το ποτήρι και τους εύχομαι απ’την καρδιά μου για το 2021 "καλή λευτεριά!". Το αυτό επιθυμώ και δι υμάς.

    * Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας 

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ