Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 21-Δεκ-2020 00:19

    Με ποιον απόψε να μιλήσω, τηλεόραση, ζεστή μου γιαγιά;

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Χρήστου Χωμενίδη 

    Ζούμε, στη δεύτερη καραντίνα, τη μεγάλη επιστροφή της εθνικής μας τηλεόρασης. 

    Στον πρώτο κατ’ οίκον εγκλεισμό, όταν όλα φάνταζαν περισσότερο ηρωικά παρά πένθιμα, οι Έλληνες είχαν ερωτευτεί τις νέες τεχνολογίες. Σέρφαραν νυχθημερόν στο διαδίκτυο. Ανακάλυπταν τις δυνατότητες του skype και του zoom. Έστηναν πλατφόρμες τηλεργασίας και ψηφιακά παρτάκια με τους φίλους τους. Ως κάτι εξωτικό, ρομαντικό, το βίωναμε να σμίγουμε τα βράδια, ο ένας στην κουζίνα, ο άλλος στην τραπεζαρία του σπιτιού του, ο ένας με ένα βουνό μακαρόνια στο πιάτο του, ο άλλος με νερόβραστα λαχανικά -δίαιτα γαρ- και να τσουγκρίζουμε δήθεν τα ποτήρια, πλησιάζοντάς τα στην κάμερα. "Ακόμα ετούτη η άνοιξη, ραγιάδες..." μουρμούριζαμε.

    Οι αμυγδαλιές άνθιζαν και στις πιο υποβαθμισμένες γειτονιές. Τα γιασεμιά μοσχοβολούσαν, το καλοκαίρι ζύγωνε. Παρά τις προειδοποιήσεις των επιστημόνων, εμείς ελπίζαμε ότι ο ήλιος ο ηλιάτορας θα μάς απήλασσε οριστικά από τον ιό. Ότι η πανδημία θα αποδεικνυόταν μία πολύ σύντομη παρένθεση στη ζωή μας, πως θα’φευγε δίχως να αφήσει πίσω της εκατόμβες νεκρών παρά μονάχα ρομαντικές αναμνήσεις. Τότε που βγήκαμε στα μπαλκόνια και χειροκροτήσαμε τους νοσηλευτές και τους γιατρούς… Τότε που έπιασε στα πράσα ο Λουκάς τη Μαίρη να τσιλιμπουρδίζει στο facebook και βρήκε το κουράγιο να της ζητήσει διαζύγιο… Τότε που -μπαϊλντισμένος από την κορονοαιχμαλωσία- έγραψε ο μικρός μας ανηψιός το πρώτο του τραγούδι. Κι ενώ οι γονείς του ανησυχούσαν για τις σχολικές του επιδόσεις, εμείς το καταλάβαμε ότι ο μικρός είναι ταλεντάρα και το προεξοφλήσαμε πως θα μεσουρανούσε στις μουσικές σκηνές το 2030 και το 2040. 

    Το δεύτερο, το χειμερινό lockdown, δεν έχει τίποτε απολύτως το ευφρόσυνο. Τα κρούσματα, τα θύματα, τους διασωληνωμένους είδαμε και πάθαμε να τους περιορίσουμε αυτοπεριοριζόμενοι στο μέτρο των αντοχών μας. Και ήδη αγωνιούμε μην τον Ιανουάριο μάς μέλλεται τρίτο κύμα. Η αγορά, το λιανεμπόριο, παραμένει χρονιάρες μέρες στα γόνατα. Το Σάββατο το μεσημέρι στο κέντρο της Αθήνας ήμασταν αραία-αραία να φαινόμαστε καμιά σαρανταρέα... Τα μεγάλα καταστήματα και οι αλυσσίδες κάτι καταφέρνουν με τις διαδικτυακές παραγγελίες και με το click away. Οι μαγαζάτορες όμως της γειτονιάς νοιώθουν -και πιθανότατα είναι- είδος υπό εξαφάνισιν. Σε πείσμα της τηλεργασίας, που έχει μάλλον φτάσει στα όριά της, οι δρόμοι πολύ συχνά μποτιλιάρονται. Πολιτικά μιλώντας, η κυβέρνηση, παρά τις στραβοτιμονιές και τα ολισθήματα και μία οίηση που ακόμα ίσως ελέγχεται, διατηρεί την υπεροχή της. Και πώς αλλιώς; αφού η μείζων αντιπολίτευση δεν χάνει ευκαιρία να μας υπενθυμίζει τη μισαλλοδοξία και τον εγγενή ερασιτεχνισμό της... Ο εμβολιασμός του πληθυσμού αποτελεί το πρώτο μεγάλο στοίχημα του 2021. Εάν τελεσφορήσει κι αποδώσει, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα το πιστωθεί. Εάν -ο μη γένοιτω- χαωθούμε ή βουλιάξουμε στην κινούμενη άμμο των αντιεμβολιαστών, τότε φέρτε μαντήλια για να κλάψουμε και οι πολίτες και ο πρωθυπουργός. 

    Στο μεταξύ οι ξένες σειρές έχουν εξαντληθεί ή εμείς έχουμε μπουχτίσει από αμερικάνικα θρίλερ, τούρκικα δράματα και γαλλικές κομεντί. Έτσι, τα βράδια, με την απαγόρευση κυκλοφορίας, συντονιζόμαστε στα εγχώρια κανάλια.

    "Με ποιόνε απόψε να μιλήσω, σόμπα, γριά μου χιμπατζίνα, σιδερένια ζεστή μου γιαγιά;" ρωτούσε το 1977 ο Γιάννης Υφαντής, ο πιο αγνοημένος -αναλόγως της σημασίας του- εν ζωή ποιητής μας. Βάλτε στη θέση της σόμπας την εθνική μας τηλεόραση και θα μπείτε νύκτωρ στα ελληνικά σπίτια. 

    Η τηλεόραση είναι μια πολυπλόκαμη παρηγορήτρα. Με το κοντρόλ δίκην σκήπτρου στο χέρι, εσύ -ο βασιλιάς του καναπέ- πηδάς από συχνότητα σε συχνότητα. 

    Πέφτεις σε ριάλιτι και αηδιάζεις με το λούμπεν θέαμα – παίρνεις ωστόσο μάτι για κάνα τέταρτο, για να έχεις τάχα επιχειρήματα να τα κατακεραυνώσεις. Βρίσκεσαι έπειτα σε ενημερωτική εκπομπή. Ακούς τον εξακοσιοστό λοιμωξιολόγο να σού αναλύει τους θανάσιμους κινδύνους, δένεται κόμπος το στομάχι σου, όπου φύγει-φύγει. Προσγειώνεσαι επιτέλους σε ένα περιβάλλον φιλικό. Σε ένα πρόγραμμα που ούτε σε προσβάλλει ούτε σε τρομάζει. Εκεί αράζεις.

    Την Παρασκευή που πέρασε, τη μάχη της θεαματικότητας κέρδισε η ταινία "Ευτυχία" σε πρώτη τηλεοπτική προβολή. Προχθές τα ταμεία έσπασε ο Γιώργος Μαζωνάκης σε μια προσομοίωση live. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, εκείνο που μαγνήτισε, ενθουσίασε, γλύκανε το κοινό ήταν η νοσταλγικότητα. Το παρηγορητικό ταξίδι σε ένα παρελθόν, πρόσφατο ή απώτερο.

    "Πόσα δεν είχε τραβήξει εκείνη η γυναίκα!" έκλαιγαν νέοι και γέροι με την κινηματογραφική μεταφορά της ζωής της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου. "Και πόσα αριστουργήματα δεν μάς άφησε – τι να πρωτοθυμηθούμε; το "Δυό Πόρτες Έχει η Ζωή”; ή τα "Καβουράκια”, που της τα υπεξαίρεσε -δήθεν- ο μοναχοφάης -δήθεν- Τσιτσάνης;" 

    Ο Βασίλης Τσιτσάνης, στην πραγματικότητα, όλοι το αναγνώριζαν, από τον Μίκη Θεοδωράκη μέχρι τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, ο Βασίλης Τσιτσάνης υπήρξε η μέγιστη μουσική ιδιοφυία της σύγχρονης Ελλάδας – τη εξαιρέσει του Νίκου Σκαλκώτα… Σπίθα τού έδινες του Τσιτσάνη, πυρκαγιά σου την έκανε. 

    Μα η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, δραματοποιημένη, αποτελεί το τέλειο έναυσμα για συγκίνηση. Κάθε πτυχή της πατάει μια ευαίσθητη χορδή του συλλογικού μας συνειδητού ή ασυνείδητου. Τι η μικρασιατική καταστροφή, τι το ρεμπέτικο, τι η αριστερά απ’την οποίαν πέρασε ξυστά, τι ο άνδρας της -αστυνομικός μεν πλην με καρδιά μάλαμα… Ακόμα και το πάθος της με τη χαρτοπαιξία παραπέμπει στην εθνική μας αξιολάτρευτη χαρτοπαίχτρα, τη Ρένα Βλαχοπούλου, η οποία κάνει μία σύντομη εμφάνιση στην ταινία.

    Μην με παρεξηγήσετε! Ως συγγραφέας, έχω καταδυθεί επανειλημμένα στο παρελθόν κι έχω εξορύξει ό,τι πιο ενδιαφέρον διέκρινα. Ως θεατής, απήλαυσα στο σινεμά την "Ευτυχία". Θαύμασα την ατμόσφαιρα, τις ερμηνείες των ηθοποιών, κυρίως δε τη μαστοριά του σεναρίου. Αναρωτιέμαι όμως πάντα πώς θα αντιδρούσαμε εάν κάποιος μάς έδειχνε το 1922 ή το 1944 ή το 1965 χωρίς την ελάχιστη ωραιοποίηση. Εάν η αχλή του χρόνου δεν στρογγύλευε τις γωνίες, δεν ωραιοποιούσε τους προπάτορές μας. Το κοντινότερο παράδειγμα που μπορώ να σκεφτώ είναι το "Τρίτο Στεφάνι" του Κώστα Ταχτσή.

    Ο Γιώργος Μαζωνάκης, απ’τους ελάχιστους αυθεντικούς Έλληνες σταρ -με κάτι έκφυλο τού Μικ Τζάγκερ και κάτι αρχοντολαϊκό του Τόλη Βοσκόπουλου-, αναφέρεται επίσης σε μια εποχή που κατά τα φαινόμενα έχουμε οριστικά αφήσει πίσω μας. Ξύπνησε αντικρύζοντάς τον στη μνήμη των τηλεθεατών το παλλαϊκό ξεσάλωμα προπερασμένων δεκαετιών. Ό,τι ονομάζουμε "εποχή της αστακομακαρονάδας". Τότε που ο λουλουδοπόλεμος στα μπουζούκια, τα πούρα, τα κοστούμια με την ούγια στο μανίκι, τα gucci φορέματα εθεωρούντο όχι απλώς νόμιμα αλλά και ηθικά. Πυροδοτήθηκαν διαδικτυακές -τι άλλο;- λογομαχίες για το αν εκπροσωπεί ο Μαζωνάκης το σκυλάδικο. Για το αν όλοι μαζί τα φάγαμε. Για το αν επιτρέπεται ένας λαός που τού προσφέρθηκε το "Άξιον Έστι" και ο "Μεγάλος Ερωτικός" να μερακλώνει με το "Τέσσερις πήγε, μού είπαν πάλι φύγε"… 

    Τρίχες, με όλο τον σεβασμό, αγαπητοί φίλοι. Εάν νοιώθουμε ακόμα -στα τριανταπέντε, στα σαρανταπέντε, στα πενηνταπέντε μας- την ανάγκη να ταυτιστούμε με ένα και μόνο αισθητικό ή ιδεολογικό ρεύμα ως οπαδοί του… Να υπάρξουμε εξ αντιδιαστολής με κάποιους "κακούς" άλλους… Να γίνουμε σοβαροφανείς ιεροκήρυκες της "ποιότητας" και εισαγγελείς της "εντιμότητας"… Και όλα αυτά στην πλάτη του Γιώργου Μαζωνάκη… Ε τότε μεγαλώσαμε και μυαλό δεν βάλαμε! 

    Κι ενώ εμείς αφρίζουμε και ξαφρίζουμε και τρανταζόμαστε από έωλα πάθη στην αγκαλιά της μεγάλης μας γιαγιάς, της τηλεόρασης, στο δωμάτιό του, ο μικρός μας ανηψιός ολοκληρώνει το δέκατο τραγούδι του.

    * Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας 

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ