Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 11-Ιαν-2026 10:32

    Μ. Σάλλας: Αγροτική πολιτική χωρίς διατροφική επάρκεια

    Μ. Σάλλας: Αγροτική πολιτική χωρίς διατροφική επάρκεια
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Το οξύ ζήτημα της απουσίας διατροφικής επάρκειας της Ελλάδας αναδεικνύει ο Μιχάλης Σάλλας με άρθρο του στο "Βήμα της Κυριακής" επισημαίνοντας ότι η "η Ελλάδα πρέπει να κάνει την επιλογή της για την επόμενη δεκαετία. Ή να σχεδιάσει στοιχειώδη διατροφική επάρκεια και παραγωγική ανθεκτικότητα ή να συνεχίσει να εισάγει μαλακό σιτάρι για το ψωμί της και να πληρώνει το κόστος της εξάρτησης.

    Ολόκληρο το άρθρο του Μιχ. Σάλλα: 

    Η Κοινή Αγροτική Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι απλώς ένα σύστημα επιδοτήσεων. Είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου η Ευρώπη καθορίζει τι θεωρεί στρατηγική παραγωγή, ποια γεωργία προστατεύει και ποια αφήνει να συρρικνωθεί. Στη νέα της φάση, με αυστηρότερες περιβαλλοντικές δεσμεύσεις, περιορισμό εισροών και αυξημένες απαιτήσεις συμμόρφωσης, η ΚΑΠ λειτουργεί ως επιταχυντής. Οι οργανωμένες γεωργικές μονάδες προσαρμόζονται και αντέχουν. Οι κατακερματισμένες, χωρίς συλλογικά εργαλεία και εθνικό σχέδιο, πιέζονται στα όρια της βιωσιμότητας.

    Η μεταρρύθμιση της ΚΑΠ που εφαρμόζεται από το 2023 δεν είναι ουδέτερη. Παρουσιάστηκε ως πιο "ευέλικτη", καθώς μεταφέρει σημαντικό μέρος της ευθύνης στα εθνικά στρατηγικά σχέδια. Στην πράξη όμως ευνοεί εκείνες τις χώρες και εκείνες τις εκμεταλλεύσεις που διαθέτουν ήδη μέγεθος, κεφάλαιο, τεχνογνωσία και διοικητική επάρκεια. Τα οικολογικά σχήματα, οι νέες απαιτήσεις συμμόρφωσης και η σύνδεση ενισχύσεων με δείκτες απόδοσης λειτουργούν ευκολότερα για μεγάλες και οργανωμένες μονάδες, όχι για μικρούς, ηλικιωμένους ή απομονωμένους παραγωγούς (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Cap Strategic Plans 2023-2027).

    Η Ελλάδα εισέρχεται σε αυτή τη φάση με δομικές αδυναμίες που παραμένουν πολιτικά υποτιμημένες. Και το αποτέλεσμα αποτυπώνεται καθαρά στους αριθμούς. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία εξωτερικού εμπορίου της ΕΛΣΤΑΤ και τη συνολική εικόνα του 2024, οι εισαγωγές στην κατηγορία τρόφιμα και ζώντα ζώα υπερέβησαν τα 6 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση, ενώ οι εξαγωγές κινήθηκαν γύρω στα 2,5 δισ. ευρώ, παγιώνοντας εμπορικό έλλειμμα άνω των 3,5 δισ. ευρώ (ΕΛΣΤΑΤ, Εξωτερικό Εμπόριο αγαθών, κατηγορία SITC 0). Δεν πρόκειται για συγκυριακή απόκλιση αλλά για διαρθρωτικό χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας.

    Η νέα ΚΑΠ δεν στοχεύει στην αυτάρκεια κάθε κράτους μέλους ξεχωριστά. Στοχεύει στη συνολική ισορροπία της ευρωπαϊκής αγοράς. Αυτό σημαίνει ότι η απώλεια παραγωγής σε μία χώρα μπορεί να αντισταθμιστεί από πλεονάσματα σε άλλη. Για τις μεγάλες αγροτικές οικονομίες του Βορρά και της Κεντρικής Ευρώπης, αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα. Για χώρες με χρόνια ελλείμματα τροφίμων, όπως η Ελλάδα, μεταφράζεται σε παγίωση εξάρτησης (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, EU Agricultural Outlook 2023-2025).

    Πίσω από αυτό το έλλειμμα βρίσκεται η απουσία διατροφικής επάρκειας σε βασικά αγαθά. Η εγχώρια παραγωγή γάλακτος καλύπτει περίπου το 60–65% της κατανάλωσης. Στο βοδινό κρέας, η αυτάρκεια κινείται μόλις στο 20–25%, ενώ στο χοιρινό στο 30–35%. Στα σιτηρά, η χώρα είναι σχεδόν αυτάρκης στο σκληρό σιτάρι, αλλά εισάγει πάνω από το 70% του μαλακού σίτου και μεγάλες ποσότητες καλαμποκιού. Στα όσπρια, προϊόν θεμέλιο της μεσογειακής διατροφής, η εγχώρια παραγωγή καλύπτει λιγότερο από το μισό της κατανάλωσης. Παρόμοια εικόνα εμφανίζουν οι πατάτες, οι ντομάτες εκτός εποχής και αρκετοί ξηροί καρποί.

    Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι η εξάρτηση δεν περιορίζεται στα τελικά προϊόντα. Η ίδια η παραγωγή βασίζεται σε εισαγόμενες εισροές. Πάνω από το 80% των λιπασμάτων που χρησιμοποιούνται στη χώρα προέρχεται από το εξωτερικό, γεγονός που συνδέει άμεσα το κόστος παραγωγής με τις διεθνείς τιμές ενέργειας και φυσικού αερίου (Eurostat/Fertilizers Europe).

    Στην κτηνοτροφία, η εικόνα είναι ακόμη πιο εύθραυστη. Η παραγωγή ζωοτροφών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενο καλαμπόκι και κυρίως από εισαγόμενη σόγια και σογιάλευρο. Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική κτηνοτροφία δεν είναι απλώς εκτεθειμένη στις τιμές, αλλά και στη διαθεσιμότητα. Σε συνθήκες διεθνούς κρίσης, η επάρκεια δεν είναι δεδομένη (FAO-EU Feed Protein Balance Sheets).

    Την ίδια στιγμή, η νέα ΚΑΠ αυξάνει τις απαιτήσεις χωρίς να εγγυάται από μόνη της τα μέσα προσαρμογής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, στις επίσημες προοπτικές της για την επόμενη δεκαετία, δηλώνει ότι στο βασικό της σενάριο διατηρεί τη συνολική αυτάρκεια τροφίμων. Το μήνυμα είναι σαφές. Η Ευρώπη θα βοηθήσει στην επάρκεια, αλλά θα απαιτηθεί και πρόγραμμα από κάθε χώρα μέλος.

    Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται το κενό της ελληνικής πολιτικής. Η χώρα δεν έχει σαφή εθνική στρατηγική διατροφικής επάρκειας. Δεν έχει προσδιορίσει ποια προϊόντα θεωρεί κρίσιμα, ποια θέλει να παράγει εγχώρια και με ποια εργαλεία. Η ΚΑΠ χρησιμοποιείται κυρίως ως μηχανισμός εισοδηματικής στήριξης και όχι ως μοχλός αναδιάρθρωσης.

    Αν η χώρα συνεχίσει χωρίς εθνικό πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης, το αγροτικό τοπίο σε δέκα χρόνια, το πολύ, θα είναι αρκετά χειρότερο. Ο αριθμός των ενεργών παραγωγών θα μειωθεί περαιτέρω, η μέση ηλικία θα αυξηθεί και μεγάλες εκτάσεις θα εγκαταλειφθούν ή θα υποαξιοποιηθούν. Η κτηνοτροφία θα συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο, καθώς το κόστος ζωοτροφών και ενέργειας θα καθιστά μη βιώσιμες τις μικρές μονάδες. Το εμπορικό έλλειμμα τροφίμων θα παγιωθεί σε επίπεδα πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως, επιβαρύνοντας μόνιμα το ισοζύγιο της χώρας.

    Σε περιόδους διεθνών κρίσεων, η αύξηση τιμών θα μεταφέρεται άμεσα στους καταναλωτές χωρίς εσωτερικά αποθέματα άμυνας. Η πράσινη μετάβαση, αντί να λειτουργεί ως ευκαιρία εκσυγχρονισμού, θα βιώνεται ως πρόσθετο κόστος και λόγος εγκατάλειψης της παραγωγής.

    Μια στοιχειώδης εθνική πολιτική θα όφειλε να ξεκινά από λίγους, καθαρούς στόχους, όπως επάρκεια σε βασικά τρόφιμα, ενίσχυση της ζωικής παραγωγής, μείωση εξάρτησης από εισαγόμενες εισροές, συλλογική οργάνωση της παραγωγής. Αυτά δεν απαιτούν ρήξη με την ΚΑΠ, αλλά πολιτική βούληση και στοχευμένη χρήση των εργαλείων της.

    Το πρόβλημα όμως δεν είναι ευρωπαϊκό. Είναι βαθιά εθνικό. Η ΚΑΠ αφήνει περιθώρια επιλογών για συλλογική οργάνωση, συμβολαιακή γεωργία, στοχευμένη στήριξη καλλιεργειών και επενδύσεις σε ενέργεια, νερό και υποδομές. Η Ελλάδα διαχρονικά δεν τα αξιοποιεί. Οι ενισχύσεις λειτουργούν ως εισόδημα επιβίωσης και όχι ως εργαλείο μετάβασης.

    Η πολιτική ευθύνη είναι συγκεκριμένη. Βαρύνει όσους αποδέχθηκαν ως κανονικότητα ένα εμπορικό έλλειμμα δισεκατομμυρίων στα τρόφιμα. Από τώρα η Ελλάδα πρέπει να κάνει την επιλογή της. Ή θα σχεδιάσει στοιχειώδη διατροφική επάρκεια και παραγωγική ανθεκτικότητα ή θα συνεχίσει να εισάγει μαλακό σιτάρι για το ψωμί της και να πληρώνει το κόστος της εξάρτησης".

    * Ο Μιχάλης Σάλλας είναι Πρόεδρος Lyktos Group, Επίτιμος  Πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς, πρώην καθηγητής Πανεπιστημίου

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ