Σάββατο, 10-Ιαν-2026 12:00
Γιατί το 2026 θα είναι έτος των τραπεζικών μετοχών
Του Νίκου Κωτσικόπουλου
Εισροές κεφαλαίων και επενδυτικό ενδιαφέρον για τις ελληνικές τράπεζες καταγράφεται ήδη από την αρχή της χρονιάς στο ΧΑ, ενώ έχουν ήδη ξεκινήσει reratings στις τιμές των μετοχών από τους ξένους οίκους, πριν οι ελληνικές τράπεζες ανακοινώσουν το σχεδιασμό τους για το 2026. Ήδη στην εκπνοή του 2025, η Ενδιάμεση Έκθεση της ΤτΕ περιελάμβανε στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία στο ΧΑ δεν παρατηρήθηκαν εκροές μετά τον Αύγουστο όπως συνέβη σε άλλες αγορές της Ευρωζώνης που εισέρχονταν διεθνή κεφάλαια.
Αναφέρει μάλιστα, ότι από το 2023 έχουν εισέλθει στο ΧΑ επενδυτικά κεφάλαια 23,2 δισ. ευρώ, ενώ στο επτάμηνο διάστημα Μαΐου-Νοεμβρίου, καταγράφηκαν εισροές οι οποίες κατά μέσο όρο ξεπερνούσαν τα 40 εκατ. δολάρια ανά μήνα, συγκεντρώνοντας 300 εκατ. δολάρια στο διάστημα αυτό.
Την προηγούμενη εβδομάδα η μετοχή της Alpha Bank έκανε συναλλαγές που ξεπέρασαν το 1 δισ. ευρώ σε 5 συνδριάσεις, καθώς πέρασαν τα πακέτα μετοχών που είχε διασφαλίσει με παράγωγα η UniCredit, η οποία ενημέρωσε ότι το ποσοστό της ενδέχεται να αυξηθεί μελλοντικά περαιτέρω έως κάτω από 33%. Η Πειραιώς έκανε συναλλαγές άνω του μισού δισ. ευρώ, ενώ και η Eurobank και η Εθνική Τράπεζα είχαν αθροιστικά συναλλαγές που προσέγγισαν τα 600 εκατ. ευρώ.
Οι διεθνείς οίκοι και οι αναλυτές έχουν καλή γνώση των πεπραγμένων των ελληνικών τραπεζών. Εκτιμούν τώρα, ότι το 2026 θα είναι χρονιά των τραπεζικών μετοχών και διακινούνται σενάρια για εξαγορές, καθώς ο τραπεζικός κλάδος σε όλη την Ευρώπη έχει βγει ενισχυμένος από τη διετία των αυξήσεων στα επιτόκια.
Τις παραμονές των εορτών το Δεκέμβριο, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Eurobank, Φωκίων Καραβίας σε συνέντευξή του στο business daily, προέβλεψε μεγάλες αλλαγές στην αρχιτεκτονική του τραπεζικού συστήματος την ερχόμενη πενταετία.
Μάλιστα, δεν απέκλεισε κινήσεις από μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες στην ελληνική αγορά, αντίστοιχες με τη στρατηγική συμμετοχή της UniCredit στην Alpha Bank. "Έχουμε ήδη δει μια μεγάλη ευρωπαϊκή τράπεζα να έχει μετοχική συμμετοχή σε μια ελληνική τράπεζα. Δεν μπορώ να αποκλείσω να δούμε αντίστοιχες κινήσεις από άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες", είχε πει.
Στο μεταξύ οι ελληνικές οι ελληνικές τράπεζες έχουν κάνει ήδη άλματα προόδου. Τα ίδια κεφάλαιά τους είναι ήδη στο μέσο όρο των ευρωπαϊκών τραπεζών, ενώ παράλληλα εξυγιάνθηκαν. Αύξησαν τα κέρδη τους, έκαναν εξαγορές, σχεδιάζουν να δημιουργήσουν ομίλους, αύξησαν κέρδη και κεφαλαιοποιήσεις και έδωσαν ανταγωνιστικά μερίσματα με τις ευρωπαϊκές τράπεζες.
Παρόλα αυτά οι ελληνικές τράπεζες με δείκτη δανείων προς καταθέσεις στο 62% έναντι 97% και άνω των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών, έχουν περαιτέρω περιθώρια ανάπτυξης, υψηλή ρευστότητα, έχουν αυξήσει τα κεφάλαιά τους ενώ παραμένουν φθηνές.
Η Goldman Sachs αναφέρει ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν από τα πιο ελκυστικά αφηγήματα στην Ευρώπη και δίνει τιμή-στόχο: Alpha Bank τα 4,20 ευρώ, Εθνική τα 15,10 ευρώ, Πειραιώς τα 8,00 ευρώ και Eurobank τα 3,50 ευρώ.
Εκτιμά ότι ο κλάδος θα συνεχίσει να εμφανίζει ισχυρούς ρυθμούς κερδοφορίας, χαμηλό κόστος κινδύνου και υγιή πιστωτική επέκταση, επισημαίνοντας ότι πιθανές εξαγορές από τις τράπεζες - που δεν περιλαμβάνονται στις τρέχουσες εκτιμήσεις - μπορούν να προσφέρουν πρόσθετη ανοδική προοπτική.
Η JP Morgan σημειώνει ότι οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να είναι περίπου 15% φθηνότερες από τις ευρωπαϊκές τράπεζες.
Η Deutsche Bank υπολογίζει ότι οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με φθηνότερες αποτιμήσεις, με μέσο δείκτη P/E περίπου 20% χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο με βάση εκτιμήσεις για το 2027. Αναφέρει ότι αυτό οφείλεται μερικώς στην περιορισμένη επενδυτική προσοχή λόγω της κατάταξής τους στις αναδυόμενες αγορές, αλλά αναμένει ότι η αναβάθμιση του MSCI θα αλλάξει την εικόνα αυτή.
Το 2025 λειτούργησε ως έτος "θεμελίωσης": κεφαλαιακή ενίσχυση, δραστική μείωση των κόκκινων δανείων, αύξηση χορηγήσεων, εξαγορές και υψηλή κερδοφορία με επιστροφές κεφαλαίου στους μετόχους. Το 2026, όμως, είναι η χρονιά της απόδοσης. Η ολοκλήρωση του RRF επιβάλλει επιτάχυνση έργων, ενώ στον ορίζοντα έρχεται νέο ευρωπαϊκό πρόγραμμα με έμφαση στην άμυνα, τις υποδομές και τις τεχνολογίες αιχμής, δημιουργώντας νέο κύκλο χρηματοδοτήσεων, ενώ ήδη οι τράπεζες έχουν χτίσει χαρτοφυλάκια υγιών δανείων που θα συνεχίσουν να αποδίδουν τόκους.
Παράλληλα, οι ελληνικές τράπεζες δεν περιορίζονται πλέον στην παραδοσιακή τραπεζική. Επεκτείνονται επιθετικά σε τραπεζοασφαλιστικά προϊόντα, διαχείριση κεφαλαίων, private banking και επενδυτική τραπεζική, διευρύνοντας τις πηγές εσόδων τους. Η γεωγραφική διαφοροποίηση –από την Κύπρο και τη Βουλγαρία έως την Ευρωζώνη και τον Κόλπο– μειώνει τον κίνδυνο και αυξάνει τις δυνατότητες ανάπτυξης, ενώ η ναυτιλιακή χρηματοδότηση είναι ένα πεδίο στο οποίο οι ελληνικές τράπεζες αύξησαν το αποτύπωμά τους.
Με τις εξαγορές μεγάλων ασφαλιστικών εταιριών στη χώρα, οι Eurobank και Πειραιώς επενδύουν στην αύξηση των εσόδων πέραν των τόκων και στοχεύουν να συνδέσουν τα τραπεζοασφαλιστικά με τη διαχείριση κεφαλαίων.
Μετά από τρία χρόνια μεγάλης προόδου, οι τράπεζες αλλάζουν το μοντέλο τους και διαφοροποιούνται μεταξύ τους. Η Eurobank διαφοροποιείται γεωγραφικά με ισχυρές θέσεις στην Κύπρο και τη Βουλγαρία, ενώ κινείται οργανωμένα και με σχέδιο παίρνοντας επίκαιρη θέση στην Ινδία και τη Μέση Ανατολή.
Η Πειραιώς επενδύει στη δημιουργία ομίλου με ψηφιακή neobank και δική της μεγάλη ασφαλιστική εταιρία. Η Εθνική Τράπεζα και η Τράπεζα Κύπρου έχουν ισχυρά κεφάλαια και χτίζουν ισχυρές σχέσεις με τους μετόχους τους και ανταγωνίζονται τις ιταλικές τράπεζες Intesa Sanpaolo και UniCredit στα μερίσματα, ενώ και η Eurobank παρά τις εξαγορές, δίνει το μήνυμα για τα μερίσματα κάθε φορά.
Καθοριστικός είναι και ο τεχνολογικός παράγοντας. Το 2026 βρίσκει τις τράπεζες να ολοκληρώνουν μεγάλες ψηφιακές μεταβάσεις, με εκσυγχρονισμό του core banking της Εθνικής, νέα ψηφιακά κανάλια και neobanks, μειώνοντας κόστος και βελτιώνοντας την εμπειρία πελάτη, με στόχο να γίνει η τεχνολογία ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.