Πέμπτη, 12-Φεβ-2026 18:52
Γ. Στουρνάρας: Διδάγματα από την Ελλάδα με αφορμή την ένταξη της Βουλγαρίας στο ευρώ - Οι προϋποθέσεις για επιτυχή συμμετοχή σε ένα κοινό νόμισμα
Σε όσα έχει να διδάξει η ελληνική κρίση, αναφέρθηκε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), Γιάννης Στουρνάρας, στην εκδήλωση του Economist "The World Ahead 2026: Sofia Gala Dinner", με αφορμή την είσοδο της Βουλγαρίας στην Ευρωζώνη.
Όπως είπε, μεταξύ άλλων, από τη Σόφια, "η υιοθέτηση του κοινού νομίσματος αποτελεί ιστορικό ορόσημο για τη Βουλγαρία και ένα βήμα προς την περαιτέρω ενοποίηση, που κάνει την οικογένεια του ευρώ ισχυρότερη". Παράλληλα, εξέφρασε την πεποίθηση ότι "αργά ή γρήγορα θα ενταχθούν και άλλες χώρες της Ευρώπης".
Ο ίδιος αναφέρθηκε στις "δυσχέρειες" και στα "σφάλματα πολιτικής" που σημειώθηκαν κατά τη συμμετοχή της Ελλάδος στην Ευρωζώνη. "Εμείς, στην Ελλάδα, αλλά και στη ζώνη του ευρώ, επωφεληθήκαμε από την ευκαιρία για να διδαχθούμε από αυτά. Για τον λόγο αυτό, η τοποθέτησή μου σήμερα θα επικεντρωθεί στην ανάγκη για διατήρηση συνετής δημοσιονομικής πολιτικής, συνετής διαμόρφωσης των μισθών και των τιμών, ισχυρών θεσμών, διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και ισχυρής τραπεζικής εποπτείας. Αυτές είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιτυχή συμμετοχή σε ένα κοινό νόμισμα, στο πλαίσιο μιας ολοένα βαθύτερης ενοποίησης μεταξύ των κρατών-μελών", τόνισε.
Σε σχέση με όσα οδήγησαν στην κρίση, ο κ. Στουρνάρας επεσήμανε ότι "η συνδυασμένη κρίση δημόσιου χρέους και τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα, που επήλθε περίπου μία δεκαετία μετά την υιοθέτηση του ευρώ, οφειλόταν σε μια υπερβολικά επεκτατική δημοσιονομική πολιτική υπό την επίδραση του εκλογικού κύκλου, στη διαμόρφωση των πραγματικών αποδοχών σε επίπεδα που υπερέβαιναν κατά πολύ την άνοδο της παραγωγικότητας, καθώς και σε διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως η εκτεταμένη φοροδιαφυγή και ένα μη βιώσιμο σύστημα συντάξεων. Μόλις αντιμετωπίστηκαν αυτές οι αδυναμίες, σε συνδυασμό με την εξασφάλιση της αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους, η συμμετοχή στο ενιαίο νόμισμα έγινε παράγοντας σταθερότητας. Η Ελλάδα καταγράφει σήμερα πολύ ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης από ό,τι οι υπόλοιπες χώρες της ζώνης του ευρώ, ο λόγος χρέους/ΑΕΠ μειώνεται ταχύτατα, ο τραπεζικός της τομέας ευημερεί και τα δάνεια που χορηγήθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης αποπληρώνονται άνετα, και μάλιστα με πρόωρη εξόφληση".
Ολόκληρη η ομιλία του Γιάννη Στουρνάρα:
"Κυρίες και κύριοι,
Με μεγάλη χαρά βρίσκομαι εδώ στη Σόφια για να συμμετάσχω στο Gala Dinner του Economist.
Κατ’ αρχάς, θέλω να καλωσορίσω και εγώ τη Βουλγαρία στη ζώνη του ευρώ. Η υιοθέτηση του κοινού νομίσματος αποτελεί ιστορικό ορόσημο για τη Βουλγαρία και ένα βήμα προς την περαιτέρω ενοποίηση, που κάνει την οικογένεια του ευρώ ισχυρότερη. Η ένταξη της Βουλγαρίας στη ζώνη του ευρώ θα επιτρέψει στη χώρα να αποκομίσει όλα τα οφέλη της συμμετοχής στη Νομισματική Ένωση, θα εξαλείψει τις όποιες ανησυχίες για την ανθεκτικότητα του προϊσχύοντος καθεστώτος επιτροπής συναλλάγματος με πρόσδεση της ισοτιμίας σε συνθήκες πίεσης (μειώνοντας έτσι, ceteris paribus, τον κίνδυνο χώρας) και θα εδραιώσει περαιτέρω τη θέση της Βουλγαρίας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η Βουλγαρία είχε ήδη ενταχθεί στον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (ΕΕΜ) από την 1η Οκτωβρίου 2020. Από τη δημιουργία της το 1999, ο αριθμός των χωρών-μελών της ζώνης του ευρώ έχει σχεδόν διπλασιαστεί, αποδεικνύοντας την επιτυχία της. Έχω την πεποίθηση ότι αργά ή γρήγορα θα ενταχθούν και άλλες χώρες της Ευρώπης.
Η εισαγωγή του ευρώ στην Ελλάδα το 2001 προσέφερε σημαντικά οφέλη, καθώς εξάλειψε τον συναλλαγματικό κίνδυνο έναντι των εμπορικών εταίρων της χώρας, μείωσε το άμεσο συναλλαγματικό κόστος από τη μετατροπή νομισμάτων και διευκόλυνε το εμπόριο, τον τουρισμό και τις επενδύσεις. Η συμμετοχή στη ζώνη του ευρώ ενίσχυσε σημαντικά τη νομισματική αξιοπιστία και συνέβαλε στη σταθεροποίηση των προσδοκιών για τον πληθωρισμό, παρέχοντας παράλληλα πρόσβαση σε μια μεγάλη και ρευστή χρηματοπιστωτική αγορά. Ενίσχυσε επίσης την οικονομική και πολιτική ενοποίηση της Ελλάδος με την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), υποστηρίζοντας τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και σταθερότητα. Είμαι βέβαιος ότι η Βουλγαρία θα αποκομίσει παρόμοια οφέλη.
Ωστόσο, κατά τη συμμετοχή της Ελλάδος στην ευρωζώνη αντιμετωπίστηκαν δυσχέρειες και σημειώθηκαν σφάλματα πολιτικής. Εμείς, στην Ελλάδα, αλλά και στη ζώνη του ευρώ, επωφεληθήκαμε από την ευκαιρία για να διδαχθούμε από αυτά. Για τον λόγο αυτό, η τοποθέτησή μου σήμερα θα επικεντρωθεί στην ανάγκη για διατήρηση συνετής δημοσιονομικής πολιτικής, συνετής διαμόρφωσης των μισθών και των τιμών, ισχυρών θεσμών, διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και ισχυρής τραπεζικής εποπτείας. Αυτές είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιτυχή συμμετοχή σε ένα κοινό νόμισμα, στο πλαίσιο μιας ολοένα βαθύτερης ενοποίησης μεταξύ των κρατών-μελών.
Η ένταξη στη ζώνη του ευρώ συνέπεσε με μια περίοδο ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης, χαμηλού πληθωρισμού και μείωσης της ανεργίας στην Ελλάδα μεταξύ 2000 και 2007. Τα πρώτα χρόνια χαρακτηρίστηκαν από μακροοικονομική σταθερότητα, βαθύτερη χρηματοπιστωτική ενοποίηση και ενίσχυση των εμπορικών και επενδυτικών δεσμών. Οι εξελίξεις αυτές συνέβαλαν στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου και την πραγματική σύγκλιση με τους εταίρους μας στη ζώνη του ευρώ.
Ωστόσο, η Ελλάδα εισήλθε σε μια βαθιά κρίση δημόσιου χρέους σχεδόν μία δεκαετία μετά την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος. Τα κύρια γενεσιουργά αίτια της κρίσης ήταν η υπερβολικά επεκτατική δημοσιονομική πολιτική κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 2000 υπό την επίδραση του εκλογικού κύκλου, καθώς και αυξήσεις των πραγματικών αποδοχών που υπερέβαιναν κατά πολύ την άνοδο της παραγωγικότητας. Αυτά είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία των γιγάντιων "δίδυμων" ελλειμμάτων (δηλ. του δημοσιονομικού και του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών), ύψους 15% του ΑΕΠ το καθένα. Επιπλέον, η κατάσταση επιδεινώθηκε από διαρθρωτικά μακροπρόθεσμα προβλήματα, όπως η εκτεταμένη φοροδιαφυγή και το μη βιώσιμο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.
Καθώς το κόστος δανεισμού είχε μειωθεί σε επίπεδα χαμηλότερα από αυτά που δικαιολογούσαν τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη, οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες παρέπεμπαν σε κατάσταση "παράλογης ευφορίας", για να θυμηθούμε τη χαρακτηριστική φράση που είχε χρησιμοποιήσει ο πρώην Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ Alan Greenspan το 1996. Μεταξύ 2001 και 2007, οι διαφορές αποδόσεων των 10ετών κρατικών ομολόγων της Ελλάδος και της Γερμανίας υποχώρησαν σε πολύ χαμηλά επίπεδα, ενίοτε σχεδόν μηδενικά, διευκολύνοντας την αποδυνάμωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και τη διόγκωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων.
Ταυτόχρονα, οι μεγάλες εισροές κεφαλαίων και η ταχεία πιστωτική επέκταση προς όλους τους κλάδους της οικονομίας, ιδίως στον τομέα της λιανικής τραπεζικής, συνέβαλαν στη συσσώρευση ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Η ταχεία πιστωτική επέκταση συνδυάστηκε με στενή διασύνδεση μεταξύ του δημόσιου τομέα και του τραπεζικού συστήματος, καθώς οι τράπεζες διακρατούσαν στα χαρτοφυλάκιά τους σημαντικά ποσά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, γεγονός που προκάλεσε αρνητικές αλληλεπιδράσεις.
Στη συνέχεια, η Ελλάδα απώλεσε την πρόσβαση στις αγορές και εισήλθε σε μια περίοδο χρηματοδοτικής στήριξης από τον επίσημο τομέα. Συντελέστηκε εκτενής αναδιάταξη και ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος, σε συνδυασμό με ενοποιήσεις τραπεζών και εξυγίανση των ισολογισμών τους.
Τα επόμενα χρόνια χαρακτηρίστηκαν από απότομη οικονομική συρρίκνωση, πρωτοφανή δημοσιονομική προσαρμογή και σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, συνοδευόμενες από παρεμβάσεις με στόχο τη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα και την αναχρηματοδότηση του υψηλού δημόσιου χρέους. Μετά από εκτεταμένες συγχωνεύσεις και εκκαθαρίσεις, το μέγεθος του τραπεζικού συστήματος περιορίστηκε από σχεδόν είκοσι τράπεζες σε τέσσερις συστημικές, οι οποίες ελέγχουν πάνω από το 95% της αγοράς.
Έκτοτε έχουμε διανύσει μεγάλη απόσταση. Η ελληνική κρίση, μαζί με τις κρίσεις σε άλλα κράτη-μέλη, έφερε στην επιφάνεια αδυναμίες τόσο σε ορισμένες εθνικές οικονομίες όσο και στην αρχιτεκτονική της ζώνης του ευρώ. Χάρη στις μεταρρυθμίσεις που πραγματοποιήθηκαν για την αντιμετώπιση αυτών των αδυναμιών, τόσο στα κράτη-μέλη όσο και στη ζώνη του ευρώ, η νομισματική ένωση στην οποία προσχώρησε η Βουλγαρία είναι ισχυρότερη και ανθεκτικότερη σε σύγκριση με εκείνη στην οποία είχε προσχωρήσει η Ελλάδα το 2001.
Κεντρικό ρόλο στην ανασυγκρότηση της αρχιτεκτονικής του ευρώ διαδραμάτισε η δημιουργία της Τραπεζικής Ένωσης. Παράλληλα, δημιουργήθηκε ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας ως μόνιμο εργαλείο διαχείρισης κρίσεων. Ταυτόχρονα, αναπτύχθηκε πλαίσιο μακροπροληπτικής πολιτικής, ιδίως μέσω του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου, με σκοπό την αντιμετώπιση των συστημικών κινδύνων και τον περιορισμό της συσσώρευσης χρηματοπιστωτικών ανισορροπιών.
Η εμπειρία έχει αποδείξει την αποτελεσματικότητα αυτής της ενισχυμένης αρχιτεκτονικής. Χάρη στην αυξημένη κεφαλαιακή επάρκεια και τα άφθονα αποθέματα ρευστότητας, ο τραπεζικός τομέας έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα σε σοβαρές διαταραχές, όπως η πανδημία και οι γεωπολιτικές εντάσεις.
Ποια είναι τα βασικά διδάγματα;
- Πρέπει να δοθεί έμφαση σε μια ισορροπημένη οικονομική πολιτική, που θα περιλαμβάνει μια υγιή δημοσιονομική πολιτική και μια διαρθρωτική πολιτική που απελευθερώνει τις δυνάμεις του ανταγωνισμού. Μια προσέγγιση που βασίζεται αποκλειστικά σε κριτήρια ονομαστικής σύγκλισης, χωρίς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, μπορεί να συγκαλύψει τις ευπάθειες και να καθυστερήσει τις απαραίτητες προσαρμογές. Οι χώρες που προσχωρούν σε μια νομισματική ένωση πρέπει να ενισχύουν τους θεσμούς, τη διακυβέρνηση και τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα παράλληλα με την επίτευξη των κριτηρίων ονομαστικής σύγκλισης. Ειδικότερα, η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα είναι εξίσου σημαντική με την ανταγωνιστικότητα ως προς το κόστος εργασίας.
- Οι εποπτικές αρχές και οι τράπεζες πρέπει να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στη διασύνδεση μεταξύ τραπεζών και Δημοσίου, καθώς οι ανισορροπίες στα δημόσια οικονομικά μπορούν να επιδεινωθούν από ένα υπερβολικά εκτεταμένο τραπεζικό σύστημα.
- Το κόστος μιας τραπεζικής κρίσης είναι τεράστιο. Η χρηματοπιστωτική σταθερότητα δεν είναι μόνο τραπεζικό ζήτημα, αλλά και κοινωνική και οικονομική προτεραιότητα.
- Η αυστηρή εποπτεία και η διαφάνεια έχουν κρίσιμη σημασία. Η ισχυρή διακυβέρνηση είναι υψίστης σπουδαιότητας και, όπως είπε κάποτε ένας πρώην πρόεδρος του ΕΕΜ, "τράπεζες με καλή διαχείριση κινδύνων και διακυβέρνηση δεν πτωχεύουν".
- Απαιτείται η ύπαρξη ενός ισχυρού πλαισίου διαχείρισης κρίσεων και μηχανισμού εξυγίανσης.
Σίγουρα έχουμε διανύσει μεγάλη απόσταση, αλλά το έργο της δημιουργίας μιας πιο ανθεκτικής νομισματικής ένωσης – το νόμισμα της οποίας μπορεί να διαδραματίσει σημαντικότερο ρόλο στη διεθνή σκηνή – δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης – ιδίως μέσω της θέσπισης ευρωπαϊκού συστήματος εγγύησης καταθέσεων – και η δημιουργία μιας Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων θα μείωναν σημαντικά τον χρηματοοικονομικό κατακερματισμό. Αξιοποιώντας την επιτυχημένη εμπειρία του NextGenerationEU, η έκδοση ενός κοινού ασφαλούς περιουσιακού στοιχείου της ΕΕ θα μπορούσε να τονώσει τις διασυνοριακές επενδύσεις, να ενισχύσει τον διεθνή ρόλο του ευρώ και να βελτιώσει αποφασιστικά τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης.
Εν κατακλείδι, η συνδυασμένη κρίση δημόσιου χρέους και τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα, που επήλθε περίπου μία δεκαετία μετά την υιοθέτηση του ευρώ, οφειλόταν σε μια υπερβολικά επεκτατική δημοσιονομική πολιτική υπό την επίδραση του εκλογικού κύκλου, στη διαμόρφωση των πραγματικών αποδοχών σε επίπεδα που υπερέβαιναν κατά πολύ την άνοδο της παραγωγικότητας, καθώς και σε διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως η εκτεταμένη φοροδιαφυγή και ένα μη βιώσιμο σύστημα συντάξεων. Μόλις αντιμετωπίστηκαν αυτές οι αδυναμίες, σε συνδυασμό με την εξασφάλιση της αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους, η συμμετοχή στο ενιαίο νόμισμα έγινε παράγοντας σταθερότητας. Η Ελλάδα καταγράφει σήμερα πολύ ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης από ό,τι οι υπόλοιπες χώρες της ζώνης του ευρώ, ο λόγος χρέους/ΑΕΠ μειώνεται ταχύτατα, ο τραπεζικός της τομέας ευημερεί και τα δάνεια που χορηγήθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης αποπληρώνονται άνετα, και μάλιστα με πρόωρη εξόφληση.
Η Ελλάδα έχει ωφεληθεί σε μεγάλο βαθμό από τη συμμετοχή της στη ζώνη του ευρώ, αλλά και η ίδια η νομισματική ένωση έχει ωφεληθεί από την ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής της αρχιτεκτονικής. Με την ένταξη της Βουλγαρίας, η ζώνη του ευρώ αριθμεί πλέον 21 μέλη. Στο εξής, το επίπεδο των επιτοκίων της Βουλγαρίας θα αντανακλά την αξιοπιστία της ΕΚΤ, καθώς ο Διοικητής της κεντρικής της τράπεζας κ. Radev θα συμμετέχει στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ μαζί με τους διοικητές των υπόλοιπων Εθνικών Κεντρικών Τραπεζών. Η νομισματική μας ένωση έχει γίνει μεγαλύτερη και ακόμα ισχυρότερη".