Τρίτη, 10-Φεβ-2026 13:34
Β. Κορκίδης: Γιατί ο πληθωρισμός στην Ελλάδα δεν ακολουθεί τον ρυθμό της Ευρωζώνης
Του προέδρου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς, Βασίλη Κορκίδη
"Ο πληθωρισμός δεν είναι απλώς ένας αριθμός, αλλά μια εμπειρία καθημερινότητας και στην Ελλάδα αυτή η εμπειρία συχνά μοιάζει πιο βαριά από ό,τι σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης, ακόμη κι όταν τα επίσημα ποσοστά κινούνται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ο "χειμερινός πληθωρισμός" στην Ελλάδα συνεχίζει να επιμένει και να παραμένει σε υψηλά επίπεδα, όπως έδειξαν τα στοιχεία της μέτρησης από την Eurostat τον πρώτο μήνα του έτους, την ώρα που στο σύνολο της Ευρωζώνης ο δείκτης τιμών καταναλωτή επιβράδυνε πολύ κάτω από τον στόχο του 2% της ΕΚΤ. Ειδικότερα ο ΔΤΚ στην Ελλάδα έτρεξε τον Ιανουάριο του 2026 με ετήσιο ρυθμό 2,8% υποχωρώντας οριακά από το 2,9% του Δεκεμβρίου και επιβεβαιώνοντας τις ανησυχίες για τους επόμενους χειμερινούς μήνες. Στον κατάλογο που συνθέτει τον πληθωρισμό στη χώρα μας οι μεγαλύτερες ανατιμήσεις βρίσκονται και πάλι στις ομάδες διατροφής με αυξήσεις τροφίμων, της στέγασης με αυξήσεις ενοικίων, αλλά κυρίως σε πολλούς κλάδους των υπηρεσιών.
Το ερώτημα γιατί η ακρίβεια γίνεται πιο αισθητή στην ελληνική κοινωνία είναι εύλογο και οι λόγοι της απάντησης βρίσκονται λιγότερο στη νομισματική πολιτική της ευρωζώνης και περισσότερο στη δομή της ελληνικής οικονομίας. Ο πρώτος λόγος είναι πως στην Ελλάδα καταναλώνουμε διαφορετικά με το μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού να κατευθύνεται σε τρόφιμα, ενέργεια και στέγαση, δηλαδή στις κατηγορίες που παρουσιάζουν τις πιο έντονες διακυμάνσεις τιμών. Όταν ακριβαίνουν τα βασικά αγαθά, η επίπτωση είναι άμεση και οριζόντια, ενώ σε οικονομίες όπου το βάρος πέφτει περισσότερο σε υπηρεσίες και διαρκή αγαθά, η αύξηση των τιμών "απλώνεται" πιο ήπια. Ο δεύτερος λόγος είναι πως η Ελλάδα φορολογεί περισσότερο την κατανάλωση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο με τον ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης να ενσωματώνονται απευθείας στην τελική τιμή, που σημαίνει ότι κάθε ανατίμηση πολλαπλασιάζεται. Έτσι δημιουργείται ένας "φορολογικός πληθωρισμός", ο οποίος κάνει τις αυξήσεις πιο αισθητές στην τσέπη.
Η διάσταση των εισοδημάτων της Ελλάδα με την Ευρωζώνη δίνει έναν ακόμα βασικό λόγο στην απάντηση για την ακρίβεια. Παρά τις αυξήσεις των τελευταίων ετών, οι μισθοί στην Ελλάδα παραμένουν χαμηλότεροι από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Έτσι, ακόμη και ένας μέτριος πληθωρισμός μεταφράζεται σε μεγαλύτερη απώλεια αγοραστικής δύναμης, αφού δεν είναι μόνο το πόσο αυξάνονται οι τιμές, αλλά και το από πού ξεκινά το εισόδημα. 'Αλλος λόγος είναι η έντονη εξάρτηση από την εισαγόμενη ενέργεια λειτουργεί ως επιταχυντής του πληθωρισμού, επηρεάζοντας σχεδόν κάθε κλάδο της οικονομίας. Όταν ανεβαίνουν διεθνώς οι τιμές φυσικού αερίου και πετρελαίου, η επίδραση περνά γρήγορα στην ελληνική αγορά. Τέλος, ο περιορισμένος ανταγωνισμός και η υψηλή συγκέντρωση σε αρκετούς τομείς συμπληρώνει τους λόγους. Έτσι διευκολύνεται η μετακύλιση του κόστους στον καταναλωτή και επιβραδύνεται η αποκλιμάκωση των τιμών όταν οι διεθνείς πιέσεις υποχωρούν, δηλαδή, οι τιμές ανεβαίνουν γρήγορα, αλλά κατεβαίνουν αργά.
Στο σύνολο της Ευρωζώνης, ο δείκτης διαμορφώθηκε στο 1,7% ετησίως από το 1,9% της περασμένης μέτρησης, επιβεβαιώνοντας τη πρόβλεψη των αναλυτών για μείωση του μέσου ρυθμού στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Σεπτέμβριο του 2024. Στις βασικές συνιστώσες του ΔΤΚ στην ευρωζώνη και τον Ιανουάριο, οι υπηρεσίες έχουν τον υψηλότερο ετήσιο ρυθμό με 3,2% από 3,4% τον Δεκέμβριο, ακολουθούμενες από την κατηγορία τρόφιμα, αλκοολούχα, καπνικά στο 2,7% από 2,5%, τα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά στο 0,4% από 0,3%, ενώ οι τιμές της ενέργειας μειώθηκαν κατά -4,1% από το -1,9% τον Δεκέμβριο. Στο λεγόμενο δομικό επίπεδο του πληθωριστικού δείκτη, δηλαδή χωρίς την επίδραση των ευμετάβλητων κλάδων ενέργειας και τροφίμων, ο ΔΤΚ υποχώρησε οριακά στο 2,2% ετησίως από το 2,3%, ενώ οι αναλυτές περίμεναν να διατηρηθεί αμετάβλητος. Σε δομικό επίπεδο πρόκειται για τη χαμηλότερη μέτρηση από τον Οκτώβριο του 2021, ενώ στη μηνιαία σύγκριση, ο δομικός πληθωρισμός στην παρουσίασε μείωση κατά 1,1% και στο γενικό του επίπεδο κατά 0,5%. Παρά όμως την αποκλιμάκωση, οι τιμές είναι πιθανόν να παραμείνουν τοπικά υψηλότερες και να μην ακολουθήσουν τον ρυθμό του μέσου επιπέδου.
Οι προβλέψεις της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης τους χειμερινούς μήνες, πως ο ετήσιος πληθωρισμός θα υποχωρήσει το 2026 στο 1,7% και ο δομικός πληθωρισμό στο 2% το 2026, επιβεβαιώνονται από τη Eurostat. Οι μεταβλητές τιμές ενέργειας και τροφίμων, αναμένονται να εμφανίσουν κάποιες διακυμάνσεις, αλλά συνολικά η τάση είναι προς αποκλιμάκωση. Η πρόβλεψη της ΕΚΤ για την Ελλάδα είναι ότι ο πληθωρισμός αναμένεται να πέσει από το 2,8% στα 2,3%. Το βασικό σενάριο με σταθερή ενέργεια, ήπιες διεθνείς τιμές τροφίμων, ομαλή ζήτηση και κανονική εποχική πτώση των υπηρεσιών έχει περισσότερες πιθανότητες να οδηγήσει τον πληθωρισμό σε σταθεροποίηση. Ο υψηλότερος ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού τον Ιανουάριο στην Ευρωζώνη καταγράφηκε στη Σλοβακία με 4,2%, την Κροατία στο 3,6% και με τρίτη υψηλότερη μέτρηση το 2,8% στην Ελλάδα. Στον αντίποδα, η χαμηλότερη ετήσια μέτρηση ήταν στην Γαλλία με 0,4%, ακολουθούμενη με 1% από τις Ιταλία και Φινλανδία.
Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα σίγουρα μας "πονά" περισσότερο. Όχι επειδή είμαστε καταδικασμένοι σε μόνιμη ακρίβεια, αλλά επειδή το οικονομικό μας μοντέλο κάνει τις αυξήσεις πιο ορατές και πιο βαριές για τον μέσο πολίτη. Στη μηνιαία σύγκριση παρά το γεγονός ότι οι τιμές στην Ελλάδα παρουσίασαν μείωση με ρυθμό 0,8%, επιβεβαιώνεται πως η χώρα μας βιώνει πολύ πιο έντονα τις οικονομικές συνθήκες σε κόστη, προσφορά και ζήτηση, που την επηρεάζουν περισσότερο από τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Η ουσιαστική απάντηση στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού δεν βρίσκεται μόνο στα προσωρινά μέτρα. Βρίσκεται σε πιο βαθιές αλλαγές με μείωση της υπερ-εξάρτησης από την κατανάλωση ως φορολογική βάση, την ενίσχυση του ανταγωνισμού, τη σταδιακή αύξηση της παραγωγικότητας και των πραγματικών εισοδημάτων. Μόνο έτσι ο πληθωρισμός θα πάψει να είναι καθημερινό άγχος και θα επιστρέψει στον ρόλο του ως ένας οικονομικός δείκτης και όχι ως μια μόνιμη απειλή για το επίπεδο ζωής μας".
Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ