00:04 16/02
Η Γενιά των Γονιών της Καληνύχτας
Παιδιά με παππούδες, γονείς με υπερφορτωμένο ωράριο και μια πολιτεία που απουσιάζει από την πιο κρίσιμη ηλικία.
Οι πρόσφατες αποκαλύψεις για υπεξαιρέσεις του δημοσίου χρήματος στον ΟΠΕΚΕΠΕ, ΓΣΕΕ μου θύμισαν αυτό που είπε ο Μανώλης Ροΐδης γύρω στο 1900, ότι "καθένας επιθυμεί να βυθίσει το κοχλιάριο (κουτάλι) του στη σούπα του κρατικού προϋπολογισμού" που ισχύει και σήμερα με τη διαφορά, ότι τώρα χρησιμοποιούν κουτάλα και κλέβουν ασύστολα, όχι μόνο τα χρήματα του κράτους, αλλά και της ΕΕ που θεωρούνται δημόσιο χρήμα και που κλέβεται ευκολότερα ιδίως από μέσα από το σύστημα πολλές φορές από ανθρώπους σε θέσεις εξουσίας, προβεβλημένους και υπεράνω υποψίας, που επιδεικνύουν τον πλούτο τους, γιατί νομίζουν ότι είναι στο απυρόβλητο. Ο λαός όλους αυτούς τους αποκαλεί κλέφτες χωρίς να ενδιαφέρεται για το νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, γιατί υπάρχουν πολλοί εναλλακτικοί τρόποι να "βουτήξεις" το δημόσιο χρήμα, ο δε α. ν. 1608/1950 χαρακτηρίζει ως καταχραστές του δημοσίου χρήματος συλλήβδην όσους με συγκεκριμένη ιδιότητα οικειοποιούνται δημόσιο χρήμα με διαφορετικούς τρόπους, τους οποίους απαριθμεί ενδεικτικά με το νομικό χαρακτηρισμό κάθε πράξης.
Η προστασία του δημοσίου χρήματος με τον α.ν. 1608/1950 λειτούργησε με επιτυχία για 70 χρόνια, ώσπου καταργήθηκε αδόκιμα με τον ν.4619/2019 (νέος ΠΚ) με πρόφαση τη βαριά καταδίκη μιας καθαρίστριας στο Βόλο, που πλαστογράφησε το απολυτήριο δημοτικού για να διοριστεί στο Δημόσιο. Έτσι δημιουργήθηκε ένα νομικό κενό προστασίας του δημοσίου χρήματος, που η Πολιτεία προσπαθεί να το καλύψει με τη δράση της Αρχής καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (ξέπλυμα βρώμικου χρήματος) με βάση το ν.4557/2018, όπως τροποποιήθηκε με το ν.4816/2021 σε συμμόρφωση με την 1675/2018 οδηγία της Ε.Ε. Η κάλυψη όμως του νομικού κενού δεν είναι πλήρης γιατί υπάρχουν βασικές διαφορές μεταξύ των δύο ρυθμίσεων: Ο ν.1608/1950 αφορούσε αιτίες-ποινές κυρίως για υπεξαίρεση -απάτη κατά του Δημοσίου και για πράξεις ακόμα και κακουργηματικού χαρακτήρα, που διαπράχτηκαν πριν την κατάργηση του το 2019 με αποτέλεσμα να παραμείνουν για έλλειψη νομικής πρόβλεψης ατιμώρητες υπό τους πανηγυρισμούς των υπόλογων και των υπερασπιστών τους, ενώ το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος τιμωρεί τη νομιμοποίηση εσόδων από οποιαδήποτε εγκληματική δραστηριότητα. Ο α.ν.1608/1950 προστάτευε αποτελεσματικά τη δημόσια περιουσία, ενώ αντίθετα ο νόμος για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος στοχεύει στη χρηματοοικονομική δραστηριότητα για την παρεμπόδιση της νομιμοποίησης παρανόμων εσόδων. Ο α.ν.1608/ 1950 προβλέπει το βασικό έγκλημα, που είναι η κατάχρηση δημοσίου χρήματος, ενώ το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος είναι ένα αυτοτελές έγκλημα, που απαιτεί ένα βασικό έγκλημα ως πηγή των παρανόμων εσόδων. Ο α.ν.1608/1950 προβλέπει δρακόντειες ποινές μέχρι ισόβια κάθειρξη για κατάχρηση άνω των 120.000 ευρώ, ενώ ο νόμος για το ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος στοχεύει στην εξάλειψη των παρανόμων κερδών από φυσικά ή νομικά πρόσωπα και στην ποινικοποίηση της διαδρομής του παρανόμου χρήματος. Επίσης ο α.ν. 1608/1950 προέβλεπε την ενοχή των προϊσταμένων ή επιθεωρητών αν παραλείψουν ακόμα και από αμέλεια να ασκήσουν έλεγχο για τις πράξεις κατάχρησης του δημοσίου χρήματος, ενώ πλέον τιμωρούνται μόνο για παράβαση καθήκοντος με τις αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 259ΠΚ. (πρόθεση με σκοπό προσπορισμού οφέλους), που δύσκολα γίνονται δεκτές από τα δικαστήρια.
Το αδίκημα της κατάχρησης δημοσίου χρήματος διαπράττουν κατά κανόνα όσοι μετέχουν με οποιοδήποτε τρόπο της δημόσιας εξουσίας ακόμα και ως συνδικαλιστές και έχουν πρόσβαση στη διαχείριση του, ενώ του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος όσοι απέκτησαν από την τέλεση αξιόποινης πράξης παράνομα περιουσιακά οφέλη ανεξάρτητα της ιδιότητας τους. Όμως μετά την κατάργηση του α.ν.1608/1950 οι καταχραστές δημοσίου χρήματος διώκονται ποινικά μόνο με τις διατάξεις του νόμου για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος. H μεγαλύτερη προβλεπόμενη ποινή για τα αδικήματα του ξεπλύματος του βρώμικου χρήματος είναι 15 χρόνια φυλάκιση, εφόσον όμως αναγνωριστούν ελαφρυντικές περιστάσεις στον κατηγορούμενο η ποινή μπορεί να μειωθεί στα έξη χρόνια, που με ευεργετικό υπολογισμό της εργασίας στις φυλακές και με την υπό όρο απόλυση ο κατηγορούμενος θα αφεθεί ελεύθερος μετά 3-4 χρόνια φυλάκιση. Φυσικά αυτό αφορά τη σωφρονιστική πολιτική της Πολιτείας, έτσι όμως φαλκιδεύεται ο σκοπός της ειδικής και γενικής πρόληψης της ποινής, που επιβάλλουν τα δικαστήρια.
Σαφώς ο πόλεμος κατά του εγκλήματος εξαρτάται και από την ταχεία και αξιόπιστη λειτουργία της δικαιοσύνης. Στη χώρα μας η δικαιοσύνη αποδίδεται αργά στα όρια της παραγραφής του αδικήματος, αλλά μόνο για τους αναλώσιμους και τους ανώνυμους, για τους επώνυμους όμως κατά κανόνα δεν αποδίδεται, γιατί απαλλάσσονται με διάφορους τρόπους εκ των οποίων ο συνηθέστερος είναι η μεθοδευμένη παραγραφή του αδικήματος ή η αθώωση λόγω αμφιβολιών στην ύπαρξη δόλου στο πρόσωπο του δράστη ακόμα και αν συλληφθεί με τη γίδα στη πλάτη και μάλιστα με απουσία του κατηγορούμενου στο δικαστήριο, που εκπροσωπείται από το πληρεξούσιο δικηγόρο του και έτσι αποφεύγει τη βάσανο του ελέγχου της απολογίας του από το δικαστήριο, το οποίο αρκείται, μολονότι θα μπορούσε να ζητήσει την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορούμενου, στην ωραιοποιημένη απολογία από το δικηγόρο του σε αντίθεση με τους μάρτυρες, που ταλαιπωρούνται από τις αναβολές δικασίμου, τις αναμονές στο ακροατήριο και τις επίμονες ερωτήσεις από τους συνήγορους υπεράσπισης.
Το ζητούμενο είναι πως η Πολιτεία θα προστατεύσει το δημόσιο χρήμα από τις καταχρήσεις στις οποίες μετέχουν δημόσια όργανα, των ΟΤΑ και συνδικαλιστικές κατά τη διαχείριση κονδυλίων και επιδοτήσεων. Η πράξη απόδειξε κυρίως από τις απάτες σε βάρος του κοινοτικού χρήματος στον ΟΠΕΚΕΠΕ την παντελή έλλειψη ελέγχου των δαπανών στην πηγή και στη μη απόδοση λογοδοσίας, η καλή λειτουργία των οποίων μπορεί να αποτρέψει τις καταχρήσεις. Επομένως πρέπει να επανέλθει ο προληπτικός έλεγχος των δημοσίων δαπανών από το Ελεγκτικό Συνέδριο, που καταργήθηκε αδόκιμα το 2017 και να ενταθεί με τη βοήθεια της ΑΑΔΕ ο κατασταλτικός έλεγχος τους, που καθυστερεί υπέρμετρα με παράλληλο έλεγχο των υπευθύνων υπαλλήλων, αν διαπιστωθεί αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και την αυτοσυγκράτηση των πολιτικών από τις παντός είδους παρεμβάσεις. Η επαναφορά του α.ν. 1608/1950, προσαρμοσμένου στα σύγχρονα δεδομένα, θα συντελέσει με τις αυστηρές ποινές του σαν γενική πρόληψη στην προστασία του δημόσιου χρήματος.
*Αρεοπαγίτης ε.τ.