Δευτέρα, 09-Φεβ-2026 07:30
Πώς η ελληνική αγορά ρεύματος αποτέλεσε την εξαίρεση στον κανόνα των υψηλών τιμών στη νοτιοανατολική Ευρώπη
Του Χάρη Φλουδόπουλου
Σε καθεστώς ενεργειακής πίεσης βρέθηκε τον Ιανουάριο η Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη, με τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας να εκτοξεύεται σε επίπεδα ρεκόρ εξαιτίας του παρατεταμένου ψύχους και των έντονων χιονοπτώσεων που περιόρισαν σημαντικά την παραγωγή από φωτοβολταϊκά. Ωστόσο, μέσα σε αυτό το σκηνικό υψηλών τιμών και αυξημένων εισαγωγικών αναγκών, η Ελλάδα κατέγραψε μια αξιοσημείωτη διαφοροποίηση: κινήθηκε με σημαντική έκπτωση έναντι των γειτονικών αγορων αλλά και έναντι της Γερμανίας, επιβεβαιώνοντας τη μεταστροφή του ενεργειακού της προφίλ.
Από την Αυστρία έως τη Βουλγαρία, η εικόνα του Ιανουαρίου ήταν κοινή: αυξημένη κατανάλωση για θέρμανση και ταυτόχρονα μειωμένη ενσωματωμένη παραγωγή από φωτοβολταϊκά, λόγω χιονοκάλυψης των πάνελ. Σε αρκετές αγορές, τα επίπεδα ζήτησης κινήθηκαν στα υψηλότερα της τελευταίας τριετίας ή και πενταετίας.
Η Ουγγαρία, αγορά αναφοράς για την περιοχή, κατέγραψε ημερήσιο μέσο όρο ζήτησης 6,3 GW, αυξημένο κατά 14% σε σχέση με τα αντίστοιχα επίπεδα των προηγούμενων ετών. Στη Ρουμανία η άνοδος έφθασε το 8%, αποτυπώνοντας τη σταδιακή ηλεκτροδότηση της θέρμανσης και τη μεγαλύτερη εξάρτηση από το ηλεκτρικό σύστημα σε περιόδους ακραίων καιρικών φαινομένων.
Στην εξίσωση προστέθηκε και η Ουκρανία, η οποία αύξησε θεαματικά τις εισαγωγές ρεύματος, φθάνοντας τις 894 GWh – τη μεγαλύτερη μηνιαία ποσότητα από το 2022. Οι επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές της χώρας ενίσχυσαν τις ανάγκες διασυνοριακών ροών, ασκώντας περαιτέρω πίεση στις αγορές της περιοχής.
Το αποτέλεσμα ήταν η εκτόξευση των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά. Ουγγαρία, Ρουμανία και Βουλγαρία κινήθηκαν κοντά στα 150 ευρώ/MWh κατά μέσο όρο, από τα υψηλότερα επίπεδα στην ΕΕ.
Την ίδια στιγμή, η Γερμανία διαμορφώθηκε στα 110,09 ευρώ/MWh. Η διαφορά αυτή δημιούργησε ένα από τα μεγαλύτερα spreads των τελευταίων τριών ετών μεταξύ Κεντρικής/ΝΑ Ευρώπης και της βασικής αγοράς αναφοράς της ΕΕ, επιβεβαιώνοντας τη δομική ασυμμετρία που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική αγορά κινήθηκε αντίθετα. Τον Ιανουάριο, η μέση τιμή στην Ελλάδα διαμορφώθηκε κατά 1,41 ευρώ/MWh χαμηλότερα από τη γερμανική. Η μεταβολή είναι εντυπωσιακή αν συγκριθεί με την εικόνα πριν από τρία χρόνια, όταν η Ελλάδα διαπραγματευόταν με premium 74 ευρώ έναντι της Γερμανίας.
Η αλλαγή αυτή δεν είναι συγκυριακή. Αντανακλά τη μετάβαση της χώρας από καθαρό εισαγωγέα σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας, χάρη στην εκρηκτική ανάπτυξη των ΑΠΕ και κυρίως της αιολικής και φωτοβολταϊκής ισχύος, αλλά και στη βελτίωση της διασυνδεσιμότητας με τα Βαλκάνια.
Σε συνθήκες περιορισμένης ηλιακής παραγωγής λόγω χιονιά, η διαφοροποίηση του ενεργειακού μείγματος και η αυξημένη συμμετοχή άλλων τεχνολογιών προσέφεραν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στο σύστημα. Παράλληλα, η δυνατότητα εξαγωγών επέτρεψε καλύτερη διαχείριση των ροών και των τιμολογιακών πιέσεων.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περίπτωση της Σερβίας, η οποία κατέγραψε τον Ιανουάριο τη μεγαλύτερη έκπτωση που έχει σημειώσει ποτέ έναντι της Ουγγαρίας – στα 32,28 ευρώ/MWh. Η έναρξη εφαρμογής του ευρωπαϊκού μηχανισμού συνοριακής προσαρμογής άνθρακα (CBAM) από την αρχή του έτους έχει προσθέσει ένα στοιχείο αβεβαιότητας στην αγορά, χωρίς ωστόσο να έχει επηρεάσει ουσιαστικά τις εξαγωγικές ροές της χώρας, οι οποίες διαμορφώθηκαν στα υψηλότερα επίπεδα τριετίας προς την ουγγρική αγορά.