Τετάρτη, 04-Φεβ-2026 07:30
ΕΕ προς κράτη μέλη: Μειώστε φόρους και εισφορές στην ηλεκτρική ενέργεια – Το χάσμα τιμών έχει μεγαλώσει για τη βιομηχανία
Του Χάρη Φλουδόλπουλου
Σαφές μήνυμα προς τα κράτη μέλη να αξιοποιήσουν στο έπακρο τις υφιστάμενες ευελιξίες του ευρωπαϊκού πλαισίου ώστε να μειώσουν φόρους, εισφορές και μη ενεργειακά βάρη στους λογαριασμούς ρεύματος στέλνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε προσχέδιο Σύστασης που έχει τεθεί σε κυκλοφορία και αναμένεται να οριστικοποιηθεί το επόμενο διάστημα.
Η Κομισιόν αναγνωρίζει ρητά ότι "το χάσμα στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ της ΕΕ και των βασικών ανταγωνιστών της έχει διευρυνθεί τα τελευταία χρόνια", επισημαίνοντας ότι οι ονομαστικές τιμές ρεύματος για έναν μεσαίου μεγέθους βιομηχανικό καταναλωτή το 2024 παρέμειναν κατά 65% υψηλότερες σε σχέση με τον μέσο όρο της περιόδου 2014-2020. Στο πλαίσιο αυτό, καλεί τα κράτη μέλη να δράσουν άμεσα, ώστε να διασφαλίσουν προσιτή ενέργεια για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αλλά και ανταγωνιστικές τιμές για τις βιομηχανίες που εκτίθενται στον διεθνή ανταγωνισμό, χωρίς να ανακόπτεται η πορεία εξηλεκτρισμού.
Στον πυρήνα της Σύστασης βρίσκεται η αξιοποίηση των δυνατοτήτων που ήδη προβλέπει η Οδηγία για τη Φορολόγηση της Ενέργειας. Η Επιτροπή προτείνει τη μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης στο κατώτατο δυνατό επίπεδο: μηδενικός φόρος για τα νοικοκυριά (0 ευρώ/MWh) και μόλις 0,5 ευρώ/MWh για τις επιχειρήσεις. Παράλληλα, καλεί τα κράτη μέλη να κάνουν πλήρη χρήση του άρθρου 17(2), το οποίο επιτρέπει μηδενική φορολόγηση του ηλεκτρισμού που χρησιμοποιείται από ενεργοβόρες βιομηχανίες.
Ανοίγει επίσης τον δρόμο για πρόσθετες, στοχευμένες απαλλαγές ή μειώσεις φόρων σε συγκεκριμένες χρήσεις, όπως ο εξηλεκτρισμός της βιομηχανικής θερμότητας ή η τηλεθέρμανση, μέσω ειδικής έγκρισης του Συμβουλίου (άρθρο 19 της Οδηγίας).
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στον ΦΠΑ, με την Επιτροπή να υπενθυμίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν μειωμένους συντελεστές έως και 5% στο ηλεκτρικό ρεύμα για τα νοικοκυριά, αξιοποιώντας τις ευελιξίες της Οδηγίας ΦΠΑ.
Ταυτόχρονα, ζητείται η πλήρης απομάκρυνση όλων των μη ενεργειακών χρεώσεων από τους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας – όπως τέλη υπέρ δημόσιας ραδιοτηλεόρασης ή συνταξιοδοτικών συστημάτων – και η χρηματοδότησή τους απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Επιπλέον, η Επιτροπή προτείνει οι εισφορές που χρηματοδοτούν πολιτικές ενέργειας – ΑΠΕ, πυρηνική ενέργεια ή συμπαραγωγή – να πάψουν να επιβαρύνουν τους λογαριασμούς ρεύματος και να μεταφερθούν στον γενικό προϋπολογισμό ή να καλυφθούν από άλλες δημοσιονομικές πηγές, συμπεριλαμβανομένων φόρων στη χρήση ορυκτών καυσίμων.
Παράλληλα, ενθαρρύνει τη χρήση των προβλέψεων των κρατικών ενισχύσεων ώστε ενεργοβόρες βιομηχανίες που εκτίθενται στο διεθνές εμπόριο να μπορούν να λαμβάνουν μειώσεις έως και 100% στις εισφορές που χρηματοδοτούν ενεργειακούς και περιβαλλοντικούς στόχους.
Στο σκέλος των μηχανισμών επάρκειας ισχύος, η Κομισιόν επιμένει στο υφιστάμενο ευρωπαϊκό πλαίσιο, προβλέποντας ότι το κόστος των μηχανισμών αυτών θα κατανέμεται στους καταναλωτές με βάση την κατανάλωση και ειδικά στις 1% έως 5% ακριβότερες ώρες κάθε έτους. Όπως σημειώνει, το μοντέλο αυτό δίνει κίνητρα για διαχείριση της ζήτησης και περιορίζει το συνολικό κόστος των παρεμβάσεων.
Μεταξύ των γενικών αρχών που θέτει η Σύσταση περιλαμβάνονται η πλήρης διαφάνεια όλων των φόρων και εισφορών που επηρεάζουν τη λιανική τιμή του ρεύματος, η σαφής κατεύθυνση οι φόροι στην ηλεκτρική ενέργεια να είναι αισθητά χαμηλότεροι από εκείνους στο φυσικό αέριο ή άλλα ορυκτά καύσιμα για την ίδια χρήση, καθώς και η ανάγκη τα δημοσιονομικά μέτρα να έχουν χρονικό ορίζοντα τουλάχιστον πενταετίας, ώστε να προσφέρουν προβλεψιμότητα στους επενδυτές.
Αναγνωρίζοντας τον δημοσιονομικό αντίκτυπο από τη μείωση των φόρων στο ρεύμα, η Επιτροπή προτείνει αντισταθμιστικά μέτρα: χρηματοδότηση από τον γενικό προϋπολογισμό, αύξηση των επιβαρύνσεων στη χρήση ορυκτών καυσίμων, αξιοποίηση εσόδων από το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS) ή περιορισμό φοροαπαλλαγών και άμεσων επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα.
Η εφαρμογή της Σύστασης θα πρέπει να ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2026, με την Επιτροπή να προαναγγέλλει ότι θα παρακολουθεί στενά την πρόοδο των κρατών μελών. Ταυτόχρονα, αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο αναθεώρησης στο μέλλον, καθώς η αυξανόμενη χρήση ηλεκτρισμού θα καθιστά τη φορολόγησή του ολοένα και πιο κρίσιμη για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.
Ωστόσο, όπως σημειώνουν παράγοντες της αγοράς, πρόκειται για μια μη δεσμευτική Σύσταση που δεν εισάγει νέα νομικά εργαλεία. Οι ίδιες πηγές εκφράζουν επιφυλάξεις τόσο για το κατά πόσο αρκεί για να γεφυρωθεί το ανταγωνιστικό χάσμα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, όσο και για το αν ο τρόπος κατανομής των χρεώσεων – ιδίως στους μηχανισμούς ισχύος – λαμβάνει επαρκώς υπόψη τις τεχνικές και οικονομικές ιδιαιτερότητες των ενεργοβόρων κλάδων.