Δευτέρα, 02-Φεβ-2026 07:30
Υπάρχει πραγματικά απειλή από την Κίνα και τη Ρωσία στη Γροιλανδία;
Του Andrei Dagaev
Έχοντας στο παρελθόν απασχολήσει τα πρωτοσέλιδα σχεδόν αποκλειστικά στο πλαίσιο της υπερθέρμανσης του πλανήτη, η Γροιλανδία βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της παγκόσμιας προσοχής, καθώς ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ διερευνά τρόπους για να θέσει το νησί υπό αμερικανικό έλεγχο. Ο Αμερικανός ηγέτης υποστηρίζει ότι μια τέτοια κίνηση είναι αναγκαία για να αποτραπεί η Κίνα και η Ρωσία από το να αυξήσουν την παρουσία τους στην Αρκτική σε επικίνδυνα επίπεδα κοντά στο βόρειο σύνορο των Ηνωμένων Πολιτειών. Προς το παρόν, ωστόσο, οι ενέργειες της Ουάσινγκτον αποδεικνύονται πιο αποσταθεροποιητικές από την εξαιρετικά περιορισμένη επιρροή της Μόσχας και του Πεκίνου στη Γροιλανδία.
Το ενδιαφέρον του Τραμπ για τη Γροιλανδία είναι κατανοητό. Αυτό το αυτοδιοικούμενο έδαφος της Δανίας αποτελεί ένα καίριο γεωστρατηγικό σημείο και, καθώς ο θερινός θαλάσσιος πάγος στην Αρκτική συρρικνώνεται, η Γροιλανδία θα βρίσκεται στη διασταύρωση δυνητικά σημαντικών ναυτιλιακών οδών, συμπεριλαμβανομένου του Βορειοδυτικού Περάσματος ΗΠΑ–Καναδά και της Διαπολικής Θαλάσσιας Διαδρομής.
Το νησί διαθέτει επίσης σημαντικά αποθέματα ορυκτών κάτω από τον πάγο. Η υποχώρηση των παγετώνων αποκαλύπτει κοιτάσματα σιδηρομεταλλεύματος, γραφίτη, βολφραμίου και άλλων πόρων. Το σημαντικότερο είναι ότι η Γροιλανδία κατέχει τα όγδοα μεγαλύτερα αποθέματα σπανίων γαιών στον κόσμο, γεγονός που σημαίνει ότι θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κρίσιμο κρίκο των εφοδιαστικών αλυσίδων για τις βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας και άμυνας.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Γροιλανδία θα μπορούσε επίσης να λειτουργήσει ως βόρεια αμυντική γραμμή. Το νησί φιλοξενεί ήδη τη Διαστημική Βάση Pituffik των ΗΠΑ, η οποία παρακολουθεί τις τροχιές πυραύλων που εκτοξεύονται προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, ανεξάρτητα από το αυξανόμενο ενδιαφέρον των ΗΠΑ και άλλων δυνάμεων, η Γροιλανδία έχει τα δικά της περιφερειακά συμφέροντα και τα δικά της οράματα για το μέλλον.
Ο νόμος της Δανίας του 2009 για την Αυτοκυβέρνηση της Γροιλανδίας παρέχει στο νησί ευρείες εξουσίες για τη διαχείριση των φυσικών του πόρων και έναν ορισμένο βαθμό διεθνούς δράσης, διατηρώντας όμως για την Κοπεγχάγη τις αποφάσεις που αφορούν την εξωτερική πολιτική και την άμυνα. Η Δανία χρησιμοποιεί ενεργά το νησί για να ενισχύσει τη θέση της στο ΝΑΤΟ και στην Αρκτική, αλλά το πράττει σε στενή συνεργασία με την πρωτεύουσα του νησιού, το Νουούκ.
Οι στόχοι του αρκτικού νησιού κατοχυρώθηκαν σε έγγραφο πολιτικής για την Αρκτική το 2024 με τίτλο "Η Γροιλανδία στον Κόσμο: Τίποτα για Εμάς Χωρίς Εμάς". Σε αυτό, οι αρχές της Γροιλανδίας έθεσαν ως προτεραιότητες την ενίσχυση των κρίσιμων υποδομών, την αποτροπή περαιτέρω στρατιωτικοποίησης του νησιού, τη μείωση των περιφερειακών εντάσεων και τη μετατροπή της Αρκτικής σε ζώνη ειρήνης. Για τους σκοπούς αυτούς, η υφιστάμενη περιφερειακή αρχιτεκτονική διακυβέρνησης και ασφάλειας εξυπηρετεί τη Γροιλανδία.
Οι κύριοι επενδυτικοί εταίροι του νησιού είναι η Δανία, η οποία παρέχει επιδοτήσεις, και οι Ηνωμένες Πολιτείες, που έχουν άμεσο ενδιαφέρον για τη στρατιωτική και οικονομική ανάπτυξη. Η σταδιακή επίλυση διαφορών σχετικά με σύνορα και υφαλοκρηπίδα ανοίγει ευκαιρίες για τη Γροιλανδία να επεκτείνει τη συνεργασία της με τους στενότερους γείτονές της —συμπεριλαμβανομένων του Καναδά και της Νορβηγίας— στην περιβαλλοντική προστασία της Αρκτικής, την αλιεία και την επιστημονική έρευνα. Ούτε η Κίνα ούτε η Ρωσία μπορούν να θεωρηθούν βασικοί εταίροι της Γροιλανδίας.
Η παρουσία της Κίνας στη Γροιλανδία συζητείται συχνότερα στο πλαίσιο της εξόρυξης κρίσιμων ορυκτών. Το 2016, η κινεζική Shenghe Resources αγόρασε μερίδιο στην εξορυκτική εταιρεία Greenland Minerals and Energy, αποκτώντας δικαιώματα εξόρυξης σπανίων γαιών και ουρανίου στο μεγάλο κοίτασμα Kvanefjeld, στο νότιο τμήμα του νησιού. Αυτό παρουσιάστηκε ως παράδειγμα των προοπτικών προσέλκυσης περαιτέρω κινεζικών κεφαλαίων στο μέλλον.
Ωστόσο, μελέτη των κινεζικών επενδύσεων στην Αρκτική τα τελευταία δεκαοκτώ χρόνια δείχνει ότι κανένα από τα δυνητικά εξορυκτικά έργα στα οποία εμπλέκονταν κινεζικές εταιρείες στη Γροιλανδία δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί. Το κοίτασμα Kvanefjeld, όπου η εξόρυξη απαγορεύτηκε το 2022 για περιβαλλοντικούς λόγους, δεν αποτελεί εξαίρεση.
Παρόμοια τύχη είχε και η απόκτηση δικαιωμάτων εξόρυξης από την κινεζική εταιρεία άνθρακα και σιδήρου General Nice Development Limited στο κοίτασμα Isua, στο νοτιοδυτικό τμήμα του νησιού, καθώς και πλήθος έργων εξόρυξης χρυσού και χαλκού στη Γροιλανδία που χρηματοδοτήθηκαν από την Κίνα. Οι λόγοι περιλαμβάνουν τη χαμηλή κερδοφορία, τους δανικούς περιορισμούς στις εξαγωγές, τεχνικά προβλήματα και την έλλειψη υποδομών. Η κινεζική συμμετοχή σε επενδυτικά έργα στη Γροιλανδία περιορίζεται επίσης από πολιτικές πιέσεις εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών και της Δανίας.
Παρότι η Κίνα καταβάλλει προσπάθειες να τονίσει τον μη στρατιωτικό χαρακτήρα της αρκτικής της πολιτικής, η Ουάσινγκτον εδώ και καιρό ανησυχεί για την παρουσία του Πεκίνου στη Γροιλανδία. Οι αμερικανικές αρχές φοβούνται ότι οι κινεζικές υποδομές ενέχουν κινδύνους για το βόρειο σύνορο των Ηνωμένων Πολιτειών. Το 2018, υπό πίεση από τις ΗΠΑ και τη Δανία, οι αρχές της Γροιλανδίας απέρριψαν πρόταση σύμφωνα με την οποία Κινέζοι θα κατασκεύαζαν τρία αεροδρόμια στο νησί.
Η Κίνα παραμένει ανοιχτή στη συνεργασία με τη Γροιλανδία, αλλά προς το παρόν προτιμά να τηρεί στάση αναμονής και να αποφεύγει την πρόκληση υποψιών περί ύπαρξης κρυφών κινήτρων. Επιπλέον, το Πεκίνο δεν διαθέτει την ικανότητα και την τεχνολογία για τη διατήρηση στρατιωτικής παρουσίας σε τόσο μεγάλη απόσταση και υπό τόσο απαιτητικές κλιματικές συνθήκες.
Η αρκτική πολιτική της Ρωσίας δεν αναφέρει καν τη Γροιλανδία ξεχωριστά από άλλες χώρες. Η έμφαση δίνεται στη ρωσική αρκτική επικράτεια και στους πόρους της, καθώς και στην ανάπτυξη της Βόρειας Θαλάσσιας Οδού. Η Μόσχα υποστηρίζει την υπεροχή της κυριαρχίας στην Αρκτική και, όπως και το Νουούκ, τάσσεται υπέρ του χαρακτηρισμού της Αρκτικής ως ζώνης ειρήνης και συνεργασίας.
Τα τελευταία χρόνια, η Ρωσία επιταχύνει τη στρατιωτική της ενίσχυση στην αρκτική επικράτειά της, επαναλειτουργώντας παλιές στρατιωτικές βάσεις, ενισχύοντας τον Βόρειο Στόλο της και δημιουργώντας νέες υποδομές. Αυτό έχει προκαλέσει ανησυχίες στην Ουάσινγκτον ότι μια ενδεχόμενη επίθεση κατά των Ηνωμένων Πολιτειών θα μπορούσε να προέλθει από αυτή την κατεύθυνση. Το Κρεμλίνο, από την πλευρά του, κατηγορεί τις χώρες του ΝΑΤΟ για στρατιωτικοποίηση της περιοχής.
Η Γροιλανδία και η Ρωσία αλληλεπιδρούν κυρίως έμμεσα στο πλαίσιο του Αρκτικού Συμβουλίου. Πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία υπήρχε κάποια συνεργασία στον τομέα της αλιείας, αλλά μετά το 2022 ο διάλογος της Ρωσίας με τις άλλες αρκτικές χώρες διακόπηκε απότομα.
Παρόλα αυτά, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η Μόσχα σκοπεύει να μετατρέψει την Αρκτική ή τη Γροιλανδία σε πραγματική γραμμή μετώπου. Η πολιτική της Ρωσίας σε αυτόν τον τομέα εξελίσσεται περισσότερο προς την άμυνα και την αποτροπή της δυτικής στρατιωτικής υποδομής.
Όσον αφορά τις σχέσεις της Γροιλανδίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες εδώ και καιρό ενδιαφέρονται για το δυναμικό πόρων και τη γεωστρατηγική αξία του νησιού, δεν υπάρχουν πραγματικά σοβαρά εμπόδια στη συνεργασία ακόμη και χωρίς επίσημη προσάρτηση. Η Συμφωνία του 1951 για την Άμυνα της Γροιλανδίας παρέχει στον αμερικανικό στρατό όχι μόνο το δικαίωμα λειτουργίας της Διαστημικής Βάσης Pituffik, αλλά και τη δυνατότητα επέκτασης της παρουσίας του σε άλλα εδάφη κατόπιν ενημέρωσης των δανικών και γροιλανδικών αρχών. Τον Δεκέμβριο του 2025, ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας, Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν, επιβεβαίωσε αυτό το δικαίωμα, γεγονός που σημαίνει ότι η διασφάλιση της ασφάλειας δεν καθιστά αναγκαία την προσάρτηση.
Τα προβλήματα της εξόρυξης ορυκτών στη Γροιλανδία δεν σχετίζονται τόσο με ζητήματα κυριαρχίας όσο με οικονομικές παραμέτρους. Η προσάρτηση του νησιού δεν θα επιλύσει το υψηλό κόστος παραγωγής, τις υλικοτεχνικές δυσκολίες, τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις κ.ο.κ.
Σήμερα, ο Τραμπ βλέπει τον έλεγχο της Γροιλανδίας όχι μόνο ως εγγύηση της αμερικανικής ασφάλειας στην Αρκτική, αλλά και ως το κλειδί για την απόκτηση οικονομικών πλεονεκτημάτων. Στην πραγματικότητα, όμως, οι υποτιθέμενες απειλές από την Κίνα και τη Ρωσία συνιστούν πολύ μικρότερο κίνδυνο τόσο για τη Γροιλανδία όσο και για την Αρκτική από ό,τι το ενδεχόμενο μιας ανέντιμης κατάληψης του νησιού.
Η τελευταία δεν θα υπονόμευε μόνο τη διατλαντική εταιρική σχέση και δεν θα δημιουργούσε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο προηγούμενο αναθεώρησης συνόρων, αλλά θα έθετε τέλος και στην αρχή της αρκτικής αποκλειστικότητας, η οποία εγγυόταν την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην περιοχή ακόμη και εν μέσω της μεγάλης αντιπαράθεσης μεταξύ Ρωσίας και Δύσης.
Διαβάστε το άρθρο στην αρχική του δημοσίευση εδώ.
Επιμέλεια - Απόδοση: Νικόλας Σαπουντζόγλου