Κυριακή, 25-Ιαν-2026 08:00
Από το 1926 στο 2026: Τα 7 ελληνικά αιωνόβια brands που συνεχίζουν να γράφουν ιστορία
Της Ξανθής Γούναρη
Το 1926 ο δικτάτορας Πάγκαλος ανατρέπεται από τον Κονδύλη την ίδια μέρα –23 Αυγούστου– που ο παγκόσμιος κινηματογράφος πενθεί για τον χαμό του Ροδόλφο Βαλεντίνο. Ήταν η χρονιά που ιδρύθηκε ο ΠΑΟΚ και διοργανώθηκε η πρώτη Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης με την μπίρα ΦΙΞ να πωλείται 1 δραχμή το ποτήρι.
Ακριβώς πριν από έναν αιώνα, ο εγχώριος κλάδος τροφίμων και ποτών μόλις έκανε τα πρώτα του σταθερά βήματα παρά την αστάθεια της δραχμής και τα τεράστια χρέη ενός παραπαίοντος ελληνικού κράτους.
Στο σύνολο του μεταποιητικού τομέα, η διατροφή άρχισε να αποκτά ιδιαίτερο βάρος τη δεκαετία του 1920. Μέχρι το 1918 είχαν ιδρυθεί μόλις τρεις ανώνυμες εταιρείες διατροφής, έναντι 33 στον υπόλοιπο μεταποιητικό τομέα. Την περίοδο 1919-1923 προστέθηκαν τέσσερις ακόμη, έναντι 46 στον υπόλοιπο τομέα, φτάνοντας συνολικά τις επτά διατροφικές ανώνυμες εταιρείες σε σύνολο 85 μεταποιητικών – δηλαδή μόλις μία στις δώδεκα αφορούσε τρόφιμα.
Στην αμέσως επόμενη περίοδο (1924-1928), όμως, από τις 185 μεταποιητικές ανώνυμες εταιρείες, οι 48 ανήκαν στον κλάδο της διατροφής. Η αναλογία εκτοξεύθηκε στη μία στις τέσσερις, αντανακλώντας τη ραγδαία άνοδο του κλάδου και την αυξανόμενη ζήτηση για ελληνικά τρόφιμα και ποτά, σε συνδυασμό και με τη δημογραφική έκρηξη που ακολούθησε την άφιξη εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων από τη Μικρά Ασία.
Εκείνη τη χρονιά λοιπόν, που η άκρη της γυναικείας φούστας δεν απείχε από το έδαφος πάνω από 30 εκατοστά, γιατί ο χωροφύλακας τη μετρούσε με τη μεζούρα και έπεφταν βαριά πρόστιμα εάν ήταν κοντύτερη, γεννήθηκαν εταιρείες τροφίμων και ποτών που συνοδεύουν την καθημερινότητα των Ελλήνων μέχρι σήμερα.
Στην καρδιά της Αθήνας ξεκίνησε ο ελληνικός καφές BRAVO, όταν ο Χρήστος Σαμούρκας άνοιξε το πρώτο οικογενειακό καφεκοπτείο. Σταδιακά, ο καφές απέκτησε ηγετικό μερίδιο στην ελληνική αγορά, παραμένοντας συνώνυμος της ποιότητας και της παράδοσης.
Το 1995 η ολλανδική εταιρεία Sara Lee/DE NV απέκτησε το 100% των μετοχών της Bravo ΑΕ, και το 2011, μετά τον διαχωρισμό του ομίλου Sara Lee, η Bravo Greece εντάχθηκε στην D.E. Master Blenders 1753, σήμερα γνωστή ως Jacobs Douwe Egberts.
Η εταιρεία διαθέτει δύο παραγωγικές μονάδες, στα Οινόφυτα Βοιωτίας και στο Αιγάλεω Αττικής, συνεχίζοντας να προμηθεύει την ελληνική αγορά με τον καφέ που έγινε θρύλος.
Το 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία του ισολογισμού της Jacobs Douwe Egberts Εμπορία Καφέ GR ΕΠΕ, τα οποία ενσωματώνονται στις οικονομικές καταστάσεις της ολλανδικής Jacobs Douwe Egberts BV, έκλεισε με καθαρό κύκλο εργασιών (σ.σ.: χωρίς τις πρόσθετες παροχές και εκπτώσεις προς τους πελάτες) στα 81,51 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 7,7% έναντι των 75,702 εκατ. ευρώ του 2023. Τα καθαρά κέρδη διαμορφώθηκαν στα 799 χιλ. ευρώ, έναντι 1,020 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρήση, σημειώνοντας πτώση 21,7%.
Σε πλήρη αντίθεση με τον ελληνικό καφέ, που στη χώρα μας το συντριπτικό μερίδιο αγοράς ανήκει σε δύο πολυεθνικές (σ.σ.: ο Λουμίδης έχει εξαγοραστεί από τη Nestle), η ΦΑΓΕ, που ξεκίνησε την 1η Σεπτεμβρίου 1926 από τον Αθανάσιο Φιλίππου με ένα μικρό γαλακτοπωλείο στα Πατήσια, παραμένει ελληνική εταιρεία, ακόμη κι αν η έδρα της εταιρείας βρίσκεται από το 2012 στο Λουξεμβούργο.
Το 1950 οι γιοι του, Αθανάσιος και Κωνσταντίνος, αναλαμβάνουν και μετατρέπουν τη δραστηριότητα σε Φιλίππου Αδελφοί Γαλακτοκομικές Επιχειρήσεις (ΦΑΓΕ). Το 1954 δημιούργησαν το πρώτο δίκτυο μαζικής παραγωγής γιαουρτιού στην Αττική, ενώ μία δεκαετία αργότερα δημιούργησαν το πρώτο εργοστάσιο παραγωγής γιαουρτιού στο Γαλάτσι.
Το 1974 κατασκευάστηκε το σημερινό εργοστάσιο ΦΑΓΕ, ενώ το 1975 η ΦΑΓΕ τελειοποίησε την τυποποίηση παρασκευής γιαουρτιού, κάτι που άλλαξε ριζικά την ελληνική αγορά, μιας και το προϊόν απέκτησε σταθερή γεύση και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής. Νέες ποικιλίες και γεύσεις εισήχθησαν λίγο αργότερα.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 η ΦΑΓΕ ξεκίνησε την εμπορία των προϊόντων στο Βέλγιο, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ολλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Από το 2001, η τεράστια δημοτικότητά της, ακόμη και εκτός Ελλάδος, οδήγησε στη δραστηριοποίησή της στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου έχει την έδρα της στο Τζονστάουν της Νέας Υόρκης.
Το διάσημο γιαούρτι και τα γαλακτοκομικά προϊόντα υψηλής ποιότητας έχουν καθιερώσει τη ΦΑΓΕ ως ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ελληνικά προϊόντα παγκοσμίως, με την τρίτη γενιά της οικογένειας Φιλίππου να βρίσκεται στο τιμόνι της εταιρείας από το 2000.
Συμπληρώνοντας 100 χρόνια στο επιχειρηματικό στερέωμα, τα έσοδα της οικογενειακής Fage International προέρχονται κατά 90% από τις διεθνείς αγορές, με την αγορά των ΗΠΑ να κατέχει μακράν τα πρωτεία, αντιπροσωπεύοντας το 62,9% των συνολικών καθαρών πωλήσεων που ανήλθαν σε 753,9 εκατ. δολάρια το 2024.
Την ίδια χρονιά, στην καρδιά της Νάξου, ιδρύθηκε η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Νάξου από έναν μικρό αριθμό πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών, με σκοπό την εξυπηρέτηση των μελών τους και την τυροκόμηση περιορισμένων ποσοτήτων γάλακτος.
Σταδιακά, οι αγροτικοί συνεταιρισμοί στο νησί αυξήθηκαν σε 32, με 3.654 φυσικά μέλη αγροτοκτηνοτρόφους. Παράλληλα, διευρύνθηκαν και οι δραστηριότητες της Ε.Α.Σ. Νάξου. Το 1955, με την αγελαδοτροφία να αναπτύσσεται ραγδαία, οι παραγωγοί προχώρησαν στη δημιουργία δικού τους τυριού: έτσι γεννήθηκε η γραβιέρα Νάξου.
Η εμπορική επιτυχία του προϊόντος οδήγησε, το 1996, στην πιστοποίησή του ως Προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (Π.Ο.Π.). Στο μεταξύ, η Ένωση επένδυσε σημαντικά κεφάλαια στη δημιουργία σύγχρονης Μονάδας Επεξεργασίας Γάλακτος, ενώ ανέπτυξε και τη δεύτερη εμβληματική καλλιέργεια του νησιού, την πατάτα Νάξου, με πιστοποιημένο συσκευαστήριο και κατοχύρωση ως Π.Γ.Ε.
Το 2014 η Ε.Α.Σ. Νάξου μετατράπηκε σε Αγροτική Εταιρική Σύμπραξη – Ανώνυμη Εταιρεία, με μετόχους 12 πρωτοβάθμιους αγροτικούς συνεταιρισμούς.
Σύμφωνα με το TasteAtlas, η γραβιέρα Νάξου αναδείχθηκε το καλύτερο τυρί στον κόσμο για το 2025/2026, με βαθμολογία 4,6/5, σε μια λίστα όπου κυριαρχούν ελληνικά προϊόντα.
Το 2024 ο κύκλος εργασιών της εταιρείας ανήλθε σε 26,04 εκατ. ευρώ, με οριακή μείωση 0,36%, ενώ τα καθαρά κέρδη διαμορφώθηκαν σε 40.975 ευρώ.
Στα Τρίκαλα η ιστορία της Κλιάφα ξεκινά επίσης το 1926 από τον Θεόδωρο Κλιάφα. Μετά τη στρατιωτική του θητεία και την ενασχόλησή του με το εμπόριο, πριν από έναν αιώνα ίδρυσε Ψυγείο-Παγοποιείο στον Άγιο Κωνσταντίνο Τρικάλων, εισάγοντας πρωτοποριακές για την εποχή τεχνολογίες ψύξης και παραγωγής πάγου. Έναν χρόνο αργότερα δημιούργησε και μονάδα παραγωγής αναψυκτικών, με τις λεμονάδες Κλιάφα να γνωρίζουν άμεση αποδοχή από το κοινό.
Παρά τις δυσκολίες –όπως η πυρκαγιά του 1931 και η διακοπή λειτουργίας κατά την Κατοχή– η επιχείρηση συνέχισε να αναπτύσσεται. Μεταπολεμικά εκσυγχρονίστηκε δυναμικά, αύξησε θεαματικά την παραγωγή πάγου και αναψυκτικών και κυριάρχησε στην τοπική και περιφερειακή αγορά της Θεσσαλίας. Μετά τον θάνατο του ιδρυτή το 1961, τη διεύθυνση ανέλαβε ο γιος του, Κώστας Κλιάφας, υπό τον οποίο η εταιρεία γνώρισε ραγδαία ανάπτυξη, νέες επενδύσεις και μετατροπή σε ανώνυμη εταιρεία.
Από τη δεκαετία του 1970 και μετά, η Κλιάφα απέκτησε νέο, σύγχρονο εργοστάσιο, συνεργάστηκε επί δεκαετίες με την Coca-Cola (φασόν παραγωγή), ενώ η νεότερη γενιά της οικογένειας διεύρυνε την γκάμα προϊόντων της εταιρείας.
Το 2020 η Κλιάφα πέρασε στον έλεγχο του ομίλου Ελληνικά Γαλακτοκομεία της οικογένειας Σαράντη, εξασφαλίζοντας τη συνέχεια και την ανάπτυξη του ιστορικού brand, ενώ το Κέντρο Ιστορίας και Πολιτισμού Κλιάφα παρέμεινε στην οικογένεια, διατηρώντας ζωντανή την τοπική βιομηχανική και πολιτιστική κληρονομιά.
Οι επενδύσεις των αδελφών Τάκη και Μιχάλη Σαράντη στην ιστορική θεσσαλική βιομηχανία αναψυκτικών ξεπερνούν τα 22 εκατ. ευρώ.
Το 1926 ο Νίκος Παναγόπουλος δημιούργησε μία μικρή βιομηχανία αναψυκτικών στο Μαρούσι. Την ονόμασε ΗΒΗ, για να θυμίζει τη μικρή χαριτωμένη θεά που δρόσιζε τους Ολύμπιους θεούς με το νέκταρ.
Τις δεκαετίες ’50 και ’60 ξεκινάει η παραγωγή της πορτοκαλάδας ΗΒΗ – με και χωρίς ανθρακικό– ενώ λίγα χρόνια αργότερα κυκλοφορεί για πρώτη φορά στην ελληνική αγορά και η λεμονίτα.
Στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, με την εξαγορά στο Λουτράκι του εργοστασίου εμφιαλώσεως του φημισμένου νερού πηγής Καραντάνη και με τη δημιουργία των εγκαταστάσεων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, η ΗΒΗ διαμορφώθηκε σε μια ολοκληρωμένη επιχείρηση.
Την 1η Δεκεμβρίου του 1985 ο Νίκος Παναγόπουλος συνταξιοδοτήθηκε οριστικά και τα ηνία της εταιρείας ανέλαβαν οι δύο γιοι του, ο Κώστας και ο Ηλίας, οι οποίοι όμως σύντομα δημιούργησαν πολύ μεγάλα χρέη. Στις 10 Ιανουαρίου του 1989 ήρθε στην Ελλάδα ο διευθύνων σύμβουλος της PepsiCo, ο οποίος συναντήθηκε με τους Κώστα και Ηλία Παναγόπουλο, αποφασίζοντας πως για να εξυγιανθεί η εταιρεία έπρεπε να συγχωνευθεί με την PepsiCo. Τελικώς, την 1η Φεβρουαρίου εκείνου του έτους έγινε η συγχώνευση των δύο εταιρειών υπό την επωνυμία ΡepsiCo-Ήβη.
Η PepsiCo-ΗΒΗ έκλεισε το εργοστάσιο εμφιάλωσης νερού στο Λουτράκι το 2013, ενώ τρία χρόνια αργότερα έκλεισε και το εργοστάσιο των Οινοφύτων, όπου παράγονταν τα αναψυκτικά, με τα προϊόντα να εισάγονται τα τελευταία χρόνια από μονάδες παραγωγής χωρών της Ευρώπης, όπως η Ρουμανία.
Η NU AQUA του Δημήτρη Μπαμπάκου από το 2022 έχει ξαναβάλει μπρος την παροπλισμένη για μία δεκαετία μονάδα εμφιάλωσης νερού της PepsiCo στο Λουτράκι παράγοντας το Eonio Λουτράκι, το οποίο διανέμει η PepsiCo Hellas.
Πέρσι η διοίκηση της PepsiCo Hellas είχε δηλώσει την πρόθεση της πολυεθνικής για τον επαναπατρισμό του 60% της παραγωγής των αναψυκτικών της PepsiCo μέσω συνεργατών, μιας και έχει αποκλειστεί η πιθανότητα επαναδημιουργίας εργοστασίου στην Ελλάδα.
Η γλυκιά αφετηρία για τις διασημότερες καριόκες της Ελλάδας, τις καριόκες Παπαπαρασκευά, χρονολογείται το 1922, όταν ο Γεώργιος Παπαπαρασκευάς, πρόσφυγας από τις 40 Εκκλησιές της Ανατολικής Θράκης, φτάνει στην Ελλάδα και βρίσκει εργασία στο καλύτερο τότε ζαχαροπλαστείο της Ξάνθης. Το 1926 ανοίγει τη δική του επιχείρηση και το 1930 γράφει ιστορία καθιερώνοντας την καριόκα ως γλύκισμα ζαχαροπλαστείου.
Η φήμη του καταστήματος έφτασε γρήγορα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, ενώ το 1973 η εφημερίδα "Εστία" χαρακτήρισε το κατάστημα ως "το καθαρότερο ζαχαροπλαστείο της Ευρώπης". Μετά τον θάνατό του το 1974, η επιχείρηση συνέχισε την ανοδική της πορεία με τη σύζυγό του, Χρυσούλα, και τη δεύτερη γενιά με επικεφαλής τον Στέλιο Αρσένη και τον Δημήτριο Παπαγιαννόπουλο.
Σήμερα, στην τρίτη γενιά, το ζαχαροπλαστείο έχει μεταφέρει το εργαστήριό του σε σύγχρονες εγκαταστάσεις στο Πετροχώρι Ξάνθης, ενώ η εταιρεία διαθέτει υποκατάστημα και στην Αθήνα.
Πέρσι ο κύκλος εργασιών της Ζαχαροπλαστείο Παπαπαρασκευά Α.Ε. ανήλθε σε 3,678 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 8,8% σε σχέση με τα 3,381 εκατ. ευρώ του 2023. Τα καθαρά κέρδη διαμορφώθηκαν σε 466,892 χιλ. ευρώ, από 584,470 χιλ. ευρώ το 2023.
Η ΑΒΕΖ, η πρώτη βιομηχανία μακαρονοποιίας της Βόρειας Ελλάδας, ξεκίνησε την ίδια χρονιά, αλλά η ιστορία της φτάνει πίσω στην Κωνσταντινούπολη της δεκαετίας του 1880, όταν ο τσαγκάρης Κ. Μήκας σέρβιρε μακαρόνια στους πελάτες του όσο αυτοί περίμεναν να τους φτιάξει παπούτσια.
Το τσαγκαράδικο μετατράπηκε γρήγορα σε μακαρονοποιείο, που γνώρισε μεγάλες επιτυχίες μέχρι τη δεκαετία του 2000.
Οι δυσκολίες οδήγησαν στην πώληση του εμπορικού σήματος στη ΜΕΛΙΣΣΑ Κίκιζας το 2007, αφήνοντας πίσω μόνο το όνομα.
Έναν αιώνα μετά, αυτές οι επιχειρήσεις αφηγούνται κάτι περισσότερο από ιστορίες επιτυχίας ή αποτυχίας, υπενθυμίζουν ότι τα τρόφιμα είναι φορείς μνήμης, ταυτότητας και πολιτισμού.