Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία του Γιάννη Αρτσίτα και της Νίκης Χατζοπούλου*
Δύο διαφορετικές διατάξεις – το ίδιο καταστροφικό αποτέλεσμα
Η φορολογική διοίκηση καλείται να εφαρμόζει τον νόμο με συνέπεια και αυστηρότητα, όχι όμως να παράγει αποτελέσματα που αποκόπτονται πλήρως από την οικονομική πραγματικότητα και τη φοροδοτική ικανότητα των επιχειρήσεων. Στην πράξη, η εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας, ιδίως όταν γίνεται χωρίς στάθμιση και χωρίς αναλογικότητα, οδηγεί συχνά σε καταλογισμούς χωρίς μέτρο, όπου το πραγματικό κέρδος παύει να έχει σημασία για τον έλεγχο. Δύο διαφορετικές φορολογικές διατάξεις, με διαφορετική νομική αφετηρία, καταλήγουν τελικά στο ίδιο άδικο αποτέλεσμα: στην κατασκευή φορολογητέων κερδών και στην οικονομική εξόντωση επιχειρήσεων χαμηλού περιθωρίου κέρδους, κυρίως σε κλάδους εμπορίας καπνοβιομηχανικών, υγρών καυσίμων και προπληρωμένων υπηρεσιών, όπως κάρτες τηλεφωνίας.
Το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Είναι υπαρκτό, επαναλαμβανόμενο και πλέον αναδεικνύεται ξεκάθαρα μέσα από τη διοικητική νομολογία.
Πρώτο σκέλος – Η ΔΕΔ 3976/2025 και οι εξωπραγματικοί συντελεστές μικτού κέρδους
Η απόφαση ΔΕΔ 3976/2025 φέρνει στο προσκήνιο ένα σοβαρό σφάλμα που παρατηρείται συχνά στους φορολογικούς ελέγχους: την αποδοχή των αγορών μιας επιχείρησης, αλλά ταυτόχρονα την αυθαίρετη ανακατασκευή των εσόδων μέσω εφαρμογής συντελεστών μικτού κέρδους που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα του κλάδου.
Στην εξεταζόμενη υπόθεση, ο έλεγχος:
– δεν αμφισβήτησε την πραγματοποίηση των αγορών,
– δεν διαπίστωσε εικονικότητα,
– δεν εντόπισε απόκρυψη πωλήσεων,
και παρ’ όλα αυτά προχώρησε σε προσδιορισμό κερδών με βάση εξωπραγματικούς συντελεστές.
Παράδειγμα 1
Κατάστημα που πωλεί τσιγάρα με πραγματικό συντελεστή μικτού κέρδους 2,5%.
Ετήσιες αγορές τσιγάρων: 400.000 ευρώ
Πραγματικό μικτό κέρδος (2,5%): 10.000 ευρώ
Ο έλεγχος, εφαρμόζοντας αυθαίρετο συντελεστή μικτού κέρδους 15%, προσδιορίζει:
Τεκμαρτό μικτό κέρδος: 60.000 ευρώ
Διαφορά: 50.000 ευρώ
Με τον τρόπο αυτό, το πραγματικό αποτέλεσμα της επιχείρησης πολλαπλασιάζεται τεχνητά, χωρίς κανένα πραγματικό ή συγκριτικό δεδομένο. Η ΔΕΔ έκρινε ορθά ότι τέτοιου είδους προσέγγιση στερείται επαρκούς αιτιολογίας και δεν μπορεί να σταθεί νομικά.
Δεύτερο σκέλος – Οι δαπάνες άνω των 500 ευρώ και η έμμεση οικονομική εξόντωση
Η δεύτερη περίπτωση αφορά τη γνωστή διάταξη του άρθρου 23 του Ν. 4172/2013, σύμφωνα με την οποία δαπάνες άνω των 500 ευρώ δεν εκπίπτουν εάν δεν έχουν εξοφληθεί με τραπεζικό μέσο.
Τυπικά, πρόκειται για εφαρμογή του νόμου. Ουσιαστικά όμως, σε συγκεκριμένους κλάδους, η διάταξη αυτή παράγει αποτελέσματα πλήρως δυσανάλογα.
Παράδειγμα 2
Το ίδιο κατάστημα τσιγάρων, με αγορές 400.000 ευρώ, οι οποίες – από άγνοια ή πρακτική αδυναμία – δεν εξοφλήθηκαν με τραπεζικό μέσο.
Μη αναγνώριση δαπανών: 400.000 ευρώ
Φορολογικό αποτέλεσμα:
Λογιστικό κέρδος: 400.000 ευρώ
Πραγματικό κέρδος: 10.000 ευρώ
Η επιχείρηση φορολογείται για εισόδημα σαράντα φορές μεγαλύτερο από αυτό που πραγματικά απέκτησε. Το πρόβλημα επιτείνεται όταν οι ίδιες αυτές δαπάνες, οι οποίες δεν αναγνωρίζονται φορολογικά, χρησιμοποιούνται εκ νέου από τον έλεγχο στο πλαίσιο των έμμεσων τεχνικών ελέγχου (αναλογία κόστους πωληθέντων), οδηγώντας σε διπλή και πολλαπλή επιβάρυνση.
Χαρακτηριστική της ακραίας αυτής προσέγγισης είναι και η απόφαση ΔΕΔ 1759/2023, όπου ο έλεγχος, εφαρμόζοντας τυφλά τη διάταξη περί μη αναγνώρισης δαπανών άνω των 500 ευρώ, προχώρησε σε καταλογισμό δυσανάλογων ποσών φόρων, προσαυξήσεων και τόκων. Από το συνολικό προφίλ του φορολογουμένου, όπως αυτό αποτυπώνεται στην ίδια την απόφαση, προκύπτει με σαφήνεια ότι οι επιβληθείσες επιβαρύνσεις δεν είναι απλώς μη εισπράξιμες, αλλά οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια τον φορολογούμενο σε αδυναμία αποπληρωμής και, τελικώς, στον κίνδυνο ποινικής δίωξης και φυλάκισης για χρέη προς το Δημόσιο.
Το κοινό αποτέλεσμα των δύο πρακτικών
Παρά τη διαφορετική νομική τους βάση, και οι δύο πρακτικές οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα: η φορολογική επιβάρυνση αποσυνδέεται πλήρως από τη φοροδοτική ικανότητα του φορολογούμενου. Η επιχείρηση δεν φορολογείται για το πραγματικό της εισόδημα, αλλά για λογιστικές κατασκευές.
Συνταγματική διάσταση
Όταν μία επιχείρηση που αποκομίζει 10.000 ευρώ κέρδος φορολογείται σαν να κέρδισε 60.000 ή 400.000 ευρώ, τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και της συνταγματικής αρχής της ισότητας στη συνεισφορά στα δημόσια βάρη.
Τελική επισήμανση – Εκεί όπου εντοπίζεται το πραγματικό πρόβλημα
Στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή στον προσδιορισμό των κερδών μέσω έμμεσων τεχνικών ελέγχου, η εφαρμογή του νόμου δεν είναι μηχανική. Ο έλεγχος ασκεί διακριτική ευχέρεια, η οποία εξαρτάται από την οξυδέρκεια αλλά και τον υπερβάλλοντα ζήλο του ελεγκτή. Σε κάθε περίπτωση, η διακριτική αυτή ευχέρεια μπορεί και πρέπει να τίθεται εντός ορίων, όπως ακριβώς υπενθυμίζει η ΔΕΔ 3976/2025.
Αντίθετα, στην περίπτωση των δαπανών άνω των 500 ευρώ, ο ελεγκτής είναι απολύτως δέσμιος της νομοθεσίας. Δεν έχει τη δυνατότητα να εξετάσει την ουσία της συναλλαγής, ούτε να σταθμίσει την πραγματική οικονομική κατάσταση της επιχείρησης, ακόμη και όταν δεν τίθεται κανένα ζήτημα εικονικότητας.
Για το ζήτημα αυτό έχουμε αρθρογραφήσει ήδη από το 2023, επισημαίνοντας ότι η συγκεκριμένη διάταξη, όπως εφαρμόζεται, δεν πλήττει την παραβατικότητα αλλά την άγνοια και την αδυναμία συμμόρφωσης μικρών επιτηδευματιών.
Θεσμική παρέμβαση – Έκκληση
Στο σημείο αυτό απαιτείται θεσμική παρέμβαση. Καλούνται το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος και οι σύλλογοι λογιστών – φοροτεχνικών να αντιμετωπίσουν συλλογικά το πρόβλημα. Η πλημμελής εφαρμογή της νομοθεσίας από μικρούς επιτηδευματίες δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με αυτή την ακραία αυστηρότητα.
Η αναλογία που αποτυπώνει την υπερβολή
Οι ποινές και οι συνέπειες που επιβάλλονται σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις θυμίζουν ποινική δικαιοσύνη όπου, για παράβαση κοινής ησυχίας, επιβάλλεται πολυετής φυλάκιση. Όταν η κύρωση χάνει κάθε αναλογία με την παράβαση και οδηγεί σε οικονομική και ποινική εξόντωση, τότε δεν μιλάμε για φορολογική συμμόρφωση, αλλά για θεσμική αστοχία.
Συμπέρασμα
Η ΔΕΔ 3976/2025 δείχνει ότι υπάρχει ακόμη χώρος λογικής και μέτρου, όταν ο νόμος εφαρμόζεται με κρίση. Η περίπτωση του "500σαρικου" αποδεικνύει ότι χωρίς θεσμική διόρθωση, η τυφλή εφαρμογή της νομοθεσίας θα συνεχίσει να παράγει άδικα, δυσανάλογα και κοινωνικά επικίνδυνα αποτελέσματα.
* O Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.
O Γιάννης Αρτσίτας είναι Partner & Διευθυντής Φορολογίας Φυσικών Προσώπων της Artion A.E.
Η Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος Παρ’Αρείω Πάγω LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion A.E.