Πέμπτη, 22-Ιαν-2026 08:25
Το σήμα της ΕΚΤ για την πορεία των επιτοκίων – Ο ρόλος του πληθωρισμού
Του Νίκου Κωτσικόπουλου
Ελάχιστες είναι τώρα οι πιθανότητες για μία αύξηση επιτοκίων φέτος και όσο η χρονιά προχωράει οι πιθανότητες αυτές όλο και θα γίνονται μικρότερες. Ταυτόχρονα όμως πολύ μικρές είναι και οι πιθανότητες για μία νέα μείωση των επιτοκίων φέτος, γεγονός που διαμορφώνει σταθερό έδαφος στις τράπεζες και τις επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται στην Ευρωζώνη για να προγραμματίσουν τις κινήσεις τους.
Και τα νοικοκυριά όμως μαζί με τις επιχειρήσεις μπορούν να κάνουν την ίδια άσκηση γνωρίζοντας ότι για μία περίοδο τουλάχιστον ενός έτους η τάση είναι να παραμείνει το επιτόκιο της ΕΚΤ στο 2%, εφόσον όλα εξελιχθούν ομαλά.
Βεβαίως το βασικό σενάριο που έδωσε η ΕΚΤ και εντός του οποίου κινείται τώρα ο πληθωρισμός και οι επιμέρους παράμετροι, προβλέπουν πληθωρισμό 2% για τρία έτη. Ωστόσο κανείς δεν μπορεί να ξέρει αν σε αυτό το αρκετά μεγαλύτερο διάστημα θα εξελιχθούν όλα ομαλά και κυρίως οι εξωγενείς παράγοντες που προκάλεσαν τον πληθωρισμό μετά το 2020 . Για την ώρα πάντως τα βασικά μεγέθη κινούνται εντός των προβλέψεων του βασικού σεναρίου της ΕΚΤ.
Τα παραπάνω, κάποια από αυτά ευθέως και εντελώς ξεκάθαρα και άλλα έμμεσα, προκύπτουν από συνέντευξη που έδωσε στην ιταλική La Stampa, ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ και μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της, Philip R. Lane, πρώην Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Ιρλανδίας πριν λίγες ημέρες.
Όπως είπε, ο "συνολικός πληθωρισμός είναι ήδη περίπου 2%, αλλά αν εξετάσουμε τη σύνθεση, βλέπουμε ότι ο πληθωρισμός εξαιρουμένης της ενέργειας εξακολουθεί να είναι περίπου 2,5%, ενώ ο πληθωρισμός στην ενέργεια, είναι στην πραγματικότητα αρνητικός".
Σύμφωνα με τον κ. Lane, κατά "τη διάρκεια του τρέχοντος έτους, αναμένουμε μια μετάβαση προς έναν πιο βιώσιμο πληθωρισμό 2%, όπου τόσο ο πληθωρισμός των υπηρεσιών όσο και ο πληθωρισμός των μισθών θα μειωθούν. Αυτό θέτει τη σταθεροποίηση του πληθωρισμού στον στόχο μας του 2% σε πιο ασφαλή βάση".
Με άλλα λόγια, με το πλεονέκτημα του αρνητικού πληθωρισμού στην ενέργεια κι έχοντας την εκτίμηση ότι μισθοί και υπηρεσίες που ανατιμήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια στην Ευρώπη θα μείνουν εντός ορίων, η εκτίμηση είναι ότι ο πληθωρισμός θα σταθεροποιείται όλο και περισσότερο φέτος και ίσως και τα επόμενα χρόνια.
"Οι προβολές μας τον Δεκέμβριο, προβλέπουν πληθωρισμό εκτός της ενέργειας περίπου στο 2% έως το 2026, το 2027 και το 2028 και μόνο μικρές αποκλίσεις του ονομαστικού πληθωρισμού από το 2%".
Σήμερα λέει ο κ. Lane "βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου τόσο το ονομαστικό επιτόκιο όσο και ο πληθωρισμός είναι περίπου 2%, επομένως το πραγματικό επιτόκιο προσαρμοσμένο στον πληθωρισμό είναι κοντά στο μηδέν και οι προοπτικές ανάπτυξης βελτιώνονται.
Υπό αυτές τις συνθήκες, κανείς δεν αναμένει πολύ μεγάλες διακυμάνσεις στα επιτόκια. Τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του τρέχοντος επιτοκίου 2% έναντι ενός ελαφρώς χαμηλότερου ή ελαφρώς υψηλότερου είναι μια πιο "φυσιολογική" συζήτηση για τη νομισματική πολιτική.
Στο βασικό μας σενάριο προβλέπουμε, πράγματι, μια αξιοσημείωτα σταθερή κατάσταση. Αλλά ζούμε σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από υψηλό επίπεδο αβεβαιότητας. Γι' αυτό τονίζουμε ότι εάν δούμε εξελίξεις που μας απομακρύνουν από το βασικό μας σενάριο, θα προσαρμόσουμε τη νομισματική πολιτική όπως απαιτείται".
Κάτω από ποιες συνθήκες θα μπορούσε η ΕΚΤ να αυξήσει ξανά τα επιτόκια;
Στο σημείο αυτό ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ απαντάει, ότι θα πρέπει να δούμε μεγάλη ανάπτυξη που θα δημιουργήσει υπερθέρμανση των οικονομιών για να οδηγηθεί η ΕΚΤ σε αυξήσεις επιτοκίων. Αντίθετα τυχόν αναστατώσεις στην παγκόσμια οικονομία και προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες, προκαλούν ύφεση κι όχι πληθωρισμό.
Τέλος ο κ. Lane υπενθυμίζει, ότι οι νέες πολιτικές της κυβέρνησης των ΗΠΑ που ενισχύουν το ευρώ, είναι αντιπληθωριστικές για την ευρωζώνη.
"Για να είμαστε πάνω από το βασικό σενάριο θα πρέπει να δούμε μια σημαντική επιτάχυνση της οικονομίας. Ένα άλλο σενάριο θα ήταν μια σημαντική αναστάτωση στην παγκόσμια οικονομία, περισσότερο όπως είδαμε το 2021-2022, δημιουργώντας σημαντικά σημεία συμφόρησης και διαταράσσοντας τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Αλλά αυτό είναι περισσότερο ένα εφιαλτικό σενάριο, το οποίο έχει και υφεσιακή δυναμική".
Ένας κρίσιμος παράγοντας ήταν η συμπεριφορά του δολαρίου ΗΠΑ: πέρυσι δεν είδαμε ισχύ δολαρίου, αλλά μάλλον αδυναμία. Οι επενδυτές επανεκτίμησαν τις θέσεις τους σε δολάρια ΗΠΑ μετά τις νέες πολιτικές της κυβέρνησης των ΗΠΑ, οδηγώντας το ευρώ σε ανατίμηση από περίπου 1,08 δολάρια ΗΠΑ τον περασμένο Μάρτιο σε έως και 1,18 δολάρια ΗΠΑ τον Ιούνιο, πριν σταθεροποιηθεί γύρω στα 1,16-1,18 δολάρια ΗΠΑ. Αυτή η ανατίμηση αποτελεί αντιπληθωριστικό αποτέλεσμα για την ευρωζώνη".