Κυριακή, 18-Ιαν-2026 08:00
Πώς μείωσαν τα κόστη τους οι τράπεζες λόγω χαμηλότερων επιτοκίων
Του Νίκου Κωτσικόπουλου
Αν και οι μειώσεις των επιτοκίων έβαλαν εμπόδια στην κερδοφορία των τραπεζών, οι ελληνικές τράπεζες κατάφεραν να τα ξεπεράσουν αξιοποιώντας κάθε εργαλείο που είχαν στη διάθεσή τους, μεταξύ των οποίων και το κόστος χρηματοδότησής τους, το οποίο πέτυχαν να μειώσουν σημαντικά.
Με εξοικονομήσεις από το κόστος και φθηνή χρηματοδότηση που πέτυχαν περιόρισαν στο ελάχιστο τις απώλειες από έσοδα τόκων και έβγαλαν κέρδη. Οι ελληνικές τράπεζες πέτυχαν να μειώσουν μετά τον Ιούνιο το συνολικό τους χρηματοδοτικό κόστος κάτω από το 1% και, παρά την αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων διεθνώς μετά τον Νοέμβριο, κατάφεραν να παραμείνουν σε επίπεδο κόστους κοντά στη μονάδα μέχρι το τέλος του έτους.
Παράλληλα αξιοποίησαν τα υψηλότερα περιθώρια τόκων με τα οποία λειτουργούν. Στο τρίτο τρίμηνο του 2025 είχαν το τρίτο υψηλότερο περιθώριο τόκων (NIM) στην Ευρώπη μεταξύ των συστημικών τραπεζών που εποπτεύει ο SSM και το οποίο σύμφωνα με τα στοιχεία του επόπτη ήταν 2,80%.
Ωστόσο αυτός ήταν ένας μόνος από τους παράγοντες, αν και πολύ σημαντικός, για την εξοικονόμηση που πέτυχαν και με την οποία διατήρησαν τα έσοδα των τόκων τους οριακά κάτω από το επίπεδα του 2024.
Οι βασικοί παράγοντες στην εξοικονόμηση του κόστους που πέτυχαν ήταν:
- Η μείωση των ποσών για τόκους που κατέβαλαν στους πελάτες τους λόγω της μείωσης των επιτοκίων. Οι 4 συστημικές τράπεζες κατέβαλαν στο εννεάμηνο περίπου 700 εκατ. ευρώ λιγότερα σε τόκους στους πελάτες τους λόγω μείωσης των επιτοκίων. Η συνολική εξοικονόμηση από τους τόκους εκτιμάται ότι μπορεί να φθάσει περίπου τα 900 εκατ. ευρώ για το 2025.
- Η ολοκλήρωση του δανεισμού τους από την ΕΚΤ και η πλήρης απεξάρτησή τους.
- Οι φθηνότερες εκδόσεις ομολόγων χάρη στην ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και των διαδοχικών αναβαθμίσεων που πέτυχαν, οι οποίες τόνωσαν το επενδυτικό ενδιαφέρον για τις εκδόσεις τους και μείωσαν τα ασφάλιστρα κινδύνου. Έτσι, οι τράπεζες εξέδωσαν ομόλογα με χαμηλότερα επιτόκια.
Χαρακτηριστικά, οι τράπεζες στα μέσα Δεκεμβρίου και πριν κλείσουν τη χρονιά είδαν τα senior ομόλογα που εξέδωσαν να διαπραγματεύονται με απόδοση λίγο πάνω από το 3% έπειτα από μικρή αύξηση στις αποδόσεις διεθνώς.
Ωστόσο το κόστος για άλλους τραπεζικούς τίτλους στην Ευρώπη με αντίστοιχη αξιολόγηση με τα ελληνικά τραπεζικά ομόλογα ήταν ελαφρώς μεγαλύτερο.
Ειδικότερα η μέση απόδοση-επιτόκιο χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών για τα ομόλογα senior αυξήθηκε σε 3,16% στα μέσα Δεκεμβρίου, από το 2,96% που είχε υποχωρήσει τον Νοέμβριο. Αλλά ήδη οι τράπεζες επιτύγχαναν μέση μείωση 17 μονάδων βάσης από την αρχή του έτους για αυτή την κατηγορία ομολόγων, στην οποία η μέση απόδοση στην Ευρωζώνη συνολικά για senior ομόλογα με ταξινόμηση ΒΒΒ είχε αυξηθεί στο 3,19%.
Μεγάλη εξοικονόμηση πέτυχαν οι τράπεζες και με τα χαμηλότερης κατηγορίας subordinated ομόλογα, των οποίων η μέση απόδοση αυξήθηκε μεν το Δεκέμβριο στα 3,91% (+15 μονάδες βάσης), αλλά διατήρησαν το μεγαλύτερο κέρδος από την αρχή του έτους και συνολικά 86 μονάδες βάσης.
Αυτή η εξέλιξη ήταν αποτέλεσμα των ισχυρών αποτελεσμάτων που πέτυχαν και των επιτυχιών τους στα stress tests, οι οποίες έφεραν τις αναβαθμίσεις των διεθνών οίκων.
Η ΤτΕ σχολιάζει ότι οι αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας των ελληνικών τραπεζών συνεχίζουν να επωφελούνται από τις αναβαθμίσεις του κράτους και θυμίζει ότι από την αρχή του 2025 υπήρξε μια σειρά αναβαθμίσεων στις αξιολογήσεις των ελληνικών σημαντικών τραπεζών.
Ειδικότερα υπενθυμίζει τις αναβαθμίσεις από την S&P τον Ιανουάριο, τη Moody's τον Μάρτιο και τον Οκτώβριο, τη Fitch τον Απρίλιο και τον Οκτώβριο και τέλος τη Morningstar DBRS τον Μάρτιο και τον Απρίλιο. Όπως αναφέρει., οι αναβαθμίσεις αντανακλούν το βελτιωμένο λειτουργικό περιβάλλον και τα καλύτερα θεμελιώδη μεγέθη των τραπεζών.
Μια μικρή έρευνα στα στοιχεία της ΤτΕ και του επόπτη των ευρωπαϊκών τραπεζών SSM δείχνει ότι η διάρθρωση της χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών συνέχισε να διαφοροποιείται το 2025.
Για παράδειγμα, ο δανεισμός από την ΕΚΤ έφθασε στην υψηλότερη τιμή του στο πρώτο τρίμηνο του 2022, αλλά από το πρώτο τρίμηνο του 2025 πρακτικά είναι ανύπαρκτος.
Η χρηματοδότηση των νοικοκυριών και το αποτύπωμά τους στη συνολική χρηματοδότηση των τραπεζών μεγαλώνει διαρκώς από το τρίτο τρίμηνο του 2022 και από το 2023 η συμμετοχή του στην τραπεζική χρηματοδότηση κινείται περίπου στο 60%. Έφθασε στο υψηλότερο ποσοστό πάνω από 60% τον Δεκέμβριο 2024 και στο τρίτο τρίμηνο του 2025 μετρήθηκε από τον SSM στο 59,28%. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, οι καταθέσεις των επιχειρήσεων αποτελούν το 22,46% της χρηματοδότησης των τραπεζών.
Ο δανεισμός με ομόλογα έχει συμμετοχή περίπου 10% στη χρηματοδότηση των τραπεζών και ποσοστό περίπου 7% προέρχεται από διατραπεζικό δανεισμό.
Παρά την άνοδο των συνολικών καταθέσεων, οι τράπεζες κατέβαλαν λιγότερους τόκους το 2024 στους πελάτες τους, λόγω της μείωσης των επιτοκίων και λόγω της λήξης παλαιών ακριβότερων προθεσμιακών καταθέσεων που ανανεώθηκαν με μικρότερα επιτόκια.
Στο εννεάμηνο οι σημαντικές τράπεζες κατέβαλαν για τόκους περίπου 4,7 δισ. ευρώ συνολικά. Με βάση τα στοιχεία που δημοσιοποίησαν:
- Η Eurobank κατέβαλε για τόκους στο εννεάμηνο 1,27 δισ. ευρώ, από 1,48 δισ. το 2024.
- Η Τράπεζα Πειραιώς κατέβαλε στο εννεάμηνο 1,215 δισ. ευρώ, από 1,39 δισ. ευρώ το 2024.
- Η Εθνική Τράπεζα κατέβαλε στο εννεάμηνο 1,045 δισ. ευρώ τόκους, από 1,18 δισ. ευρώ το 2024.
- Η Alpha Bank κατέβαλε 1,17 δισ. ευρώ τόκους στο εννεάμηνο, από 1,35 δισ. ευρώ το 2024.