Παρασκευή, 23-Ιαν-2026 00:05
Οι ψηφοφόροι του Τραμπ τώρα ανακαλύπτουν τι σημαίνει "Πρώτα η Αμερική"
Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε πως ο Νικολάς Μαδούρο και η σύζυγός του θα παραπέμπονταν στη δικαιοσύνη μετά από επέμβαση των αμερικανικών Ειδικών Δυνάμεων στο Καράκας, πολλοί εστίασαν σε ένα ξεκάθαρο μήνυμα που έστειλε ο πρόεδρος. "Θα βάλουμε τις πολύ μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες μας, τις μεγαλύτερες στον κόσμο, να επενδύσουν δισεκατομμύρια δολάρια, να αποκαταστήσουν τις κατεστραμμένες υποδομές, τις πετρελαϊκές υποδομές, και να αρχίσουν να βγάζουν χρήματα για τη χώρα" — και επανέλαβε πολλές φορές την υπόσχεση αυτή.
Σε πολιτικό επίπεδο ο Τραμπ ήδη πληρώνει τίμημα για την ειλικρίνειά του. Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Κρις Μέρφι χαρακτήρισε "παράνομη" την επιδρομή και υποστήριξε ότι οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης "μας είπαν ψέματα κατάμουτρα" γι’ αυτή. Πολλοί από τους υποστηρικτές του Τραμπ δεν φαίνονται πρόθυμοι να τον συγχωρήσουν. Οι Ρεπουμπλικανοί εμπιστεύτηκαν τον Τραμπ να αναλάβει την ηγεσία του κόμματός τους που παρέπαιε, κυρίως επειδή επέκρινε την κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους που οδήγησε τη χώρα στον πόλεμο του Ιράκ με μια σειρά από παραπλανητικά επιχειρήματα σχετικά με τα όπλα μαζικής καταστροφής. Φαίνεται πως ο Τραμπ παρασύρει τις ΗΠΑ σε άλλη μια μεγάλη στρατιωτική σύρραξη για λόγους που ουδεμία σχέση έχουν με την εξωτερική πολιτική "Πρώτα η Αμερική" που είχε υποσχεθεί. Κι όμως η επίθεση στη Βενεζουέλα ήταν χαρακτηριστική του "δόγματος" Τραμπ. Η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας που δημοσιεύθηκε τον περασμένο μήνα "συμπλήρωνε" το Δόγμα Μονρόε: ένα κείμενο του 19ου αιώνα που δεσμευόταν να εμποδίσει τις ευρωπαϊκές δυνάμεις από το να υλοποιήσουν τις αυτοκρατορικές τους φιλοδοξίες στο δυτικό ημισφαίριο. Το "δόγμα" Τραμπ λέει ότι οι ΗΠΑ θα εμποδίσουν τους ανταγωνιστές τους από το να κατέχουν ή να ελέγχουν "στρατηγικής σημασίας περιουσιακά στοιχεία" στη γειτονιά τους.
Το πετρέλαιο της Βενεζουέλας και η γειτνίασή της με τις υπερωκεάνιες ναυτιλιακές οδούς είναι σημαντικά πλεονεκτήματα του Καράκας. Η Κίνα, βασικός εταίρος της Βενεζουέλας, είναι ο σημαντικότερος ανταγωνιστής των ΗΠΑ έξω από το δυτικό ημισφαίριο. Όσοι από τους απογοητευμένους οπαδούς του Τραμπ υποστηρίζουν ότι η Βενεζουέλα δεν είναι σημαντικός αντίπαλος και δεν δικαιολογείται μια τεράστια στρατιωτική "επένδυση" από πλευράς Ουάσινγκτον μάλλον έχουν δίκιο. Το θέμα όμως δεν είναι η Βενεζουέλα — αλλά η Κίνα, ακόμα και αν κανείς από την αμερικανική κυβέρνηση δεν την κατονόμασε σε σχέση με την εισβολή στη Βενεζουέλα.
Η συστηματική ενίσχυση της εμπορικής επιρροής της Κίνας στη Λατινική Αμερική είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει το Δόγμα Μονρόε τουλάχιστον κατά τον τελευταίο αιώνα. Η εμπορική δραστηριότητα της Κίνας με τη Λατινική Αμερική έχει αυξηθεί κατά 25 φορές την τελευταία 20ετία, από 18 δισ. δολάρια στις αρχές των 00s σε κάτι λιγότερο από 450 δισ. δολάρια στις αρχές της δεκαετίας του 2020. Η Κίνα έχει τεράστιες ανάγκες σε πετρέλαιο. Το 74% το εισάγει. Αντίστοιχα, η Βενεζουέλα εξάγει το 68% του πετρελαίου της στην Κίνα.
Μπορεί ο Τραμπ να μην έχει υιοθετήσει μια ολομέτωπη επιθετική στάση απέναντι στην Κίνα, όμως η επιρροή της στη Βενεζουέλα απασχολεί την κυβέρνησή του. Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ υπερασπίστηκε την επίθεση ως μέσο για να διασφαλιστεί "ότι οι ξένες δυνάμεις δεν θα έχουν βάση στο ημισφαίριό μας". Το πετρέλαιο είναι σημαντικό περισσότερο ως μέσο γεωστρατηγικής ισχύος, παρά ως εμπόρευμα.
Ίσως είναι δύσκολο για τους Αμερικανούς να εστιάσουν σε τέτοια γεωστρατηγικά ζητήματα, επειδή έχουν συνηθίσει να πιστεύουν ότι η εξωτερική πολιτική αφορά κυρίως τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το σοσιαλιστικό καθεστώς της Βενεζουέλας, δογματικό και εκφοβιστικό, προσφέρεται για μια τέτοια προσέγγιση. Τα 8 εκατ. Βενεζουελάνοι που εκδιώχθηκαν ή εγκατέλειψαν τη χώρα τους υπό τη διακυβέρνηση Τσάβες και Μαδούρο είναι το μεγαλύτερο μεταναστευτικό κύμα στην ιστορία του Νέου Κόσμου. Ο Τραμπ είναι στο πλευρό αυτών των ανθρώπων. Αλλά όχι για λόγους ηθικής. Όπως μας υπενθυμίζει η νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας, στον Τραμπ αρέσει η πιο μακιαβελική εξωτερική πολιτική της μέσης περιόδου του Ψυχρού Πολέμου. (Ο Λίντον Τζόνσον εισέβαλε στη Δομινικανή Δημοκρατία το 1965.) Είναι ένας κόσμος όπου εφαρμόζεται η θεωρία του ντόμινο — εξ ου και οι προειδοποίηση του Τραμπ προς τον πρόεδρο της Κολομβίας "να προσέχει". Είναι ο κόσμος των σφαιρών επιρροής — εξ ου και η σύγκριση της στάσης του Τραμπ με εκείνη του Βλαντίμιρ Πούτιν. "Είναι η ίδια φρικτή λογική της βίας που χρησιμοποίησε ο Πούτιν για να δικαιολογήσει τη εισβολή στην Ουκρανία", είπε ο γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς.
Φριχτή ή όχι, η λογική είναι όντως η ίδια. Τον Φεβρουάριο του 2022 ο Πούτιν έβλεπε μια εχθρική δύναμη να εξοπλίζει μια γειτονική της χώρα. Ο Τραμπ, βλέποντας μια Βενεζουέλα που συνδέεται όλο και πιο στενά με την Κίνα, κάλλιστα μπορεί να βρήκε αντιστοιχία.
Μιλώντας για την επιτυχημένη επέμβαση στη Βενεζουέλα, ο Τραμπ σπατάλησε τον χρόνο του με καυχησιολογίες για τα ποσοστά εγκληματικότητας στις μεγάλες αμερικανικές πόλεις και "ξέχασε" να πει πώς οι ΗΠΑ θα περιορίσουν τη Βενεζουέλα. Παραδόξως, μπορεί να είναι η λιγότερο τραμπική πτέρυγα του κόμματος που θα συσπειρωθεί τώρα πίσω από τον πρόεδρο, με το επιχείρημα ότι έχει ανατρέψει έναν δικτάτορα.
Αντιθέτως, το χάσμα μεταξύ Τραμπ και των παραδοσιακών υποστηρικτών του έχει βαθύνει μετά τη στρατιωτική επιχείρηση στη Βενεζουέλα. "Με το MAGA πιστεύαμε ότι ψηφίζαμε κάτι για να τερματιστούν τέτοιες πρακτικές", έγραψε στην πλατφόρμα Χ η Marjorie Taylor Greene. "Πόσο λάθος κάναμε". Απορρίπτοντας τον ιδεαλισμό των νεοσυντηρητικών που υποστήριξαν τον πόλεμο στο Ιράκ, πολλοί οπαδοί του Τραμπ συσπειρώθηκαν γύρω από τις πιο σκληροπυρηνικές απόψεις εκείνων που αντιτάχθηκαν στον πόλεμο — ιδίως τον απομονωτισμό του Πατ Μπιουκάναν, ο οποίος επίσης έλεγε ότι αγωνιζόταν για το "Πρώτα η Αμερική". Ο Τραμπ, όμως, δεν είπε ποτέ ότι με το "Πρώτα η Αμερική" τασσόταν υπέρ του απομονωτισμού.
Ο Τραμπ έχει μια πιο ρεαλιστική άποψη για τους στρατηγικούς στόχους της Αμερικής σε σύγκριση με τον Τζορτζ Μπους, αλλά εξίσου περιορισμένη όσον αφορά τα στρατηγικά μέσα για να τους πετύχει. Φαίνεται πως κάθε νέος πρόεδρος πιστεύει πως οι πόλεμοι των ΗΠΑ διεξάγονταν με λάθος τρόπο και σε λάθος χρόνο και πως ο ίδιος θα τους διεξάγει πιο αποτελεσματικά και εκεί που πρέπει.
Οι αυτοκρατορίες συνήθως χρησιμοποιούν την ισχύ τους στο έπακρο και σταματούν μόνο όταν δεν έχουν τα μέσα. Η αμερικανική παρακμή έφερε τον Τραμπ στη θέση να καθορίσει την αμερικανική εξωτερική πολιτική.
* Ο Christopher Caldwell είναι αρθρογράφος της εφημερίδας "The Times” και συντάκτης του περιοδικού "Claremont Review of Books”. Έχει συγγράψει τα βιβλία: "Reflections on the Revolution in Europe: Immigration, Islam and the West” και "The Age of Entitlement: America Since the Sixties”.
© 2025 Διατίθεται από το "The New York Times Licensing Group"