Δευτέρα, 05-Ιαν-2026 12:00
Ποια είναι η αξία των κοιτασμάτων πετρελαίου της Βενεζουέλας και πώς κρατικοποιήθηκαν από τον Τσάβες
Του Χάρη Φλουδόπουλου
Η Βενεζουέλα είναι η χώρα-παράδοξο της παγκόσμιας πετρελαϊκής γεωπολιτικής: "κάθεται" πάνω στο μεγαλύτερο απόθεμα αργού στον πλανήτη, αλλά παράγει και εξάγει πολύ λιγότερο από όσο υπαγορεύει το μέγεθος αυτού του πλούτου. Το γιατί έχει να κάνει με τη φύση των κοιτασμάτων (κυρίως εξαιρετικά βαρύ πετρέλαιο), με τις επενδύσεις και την τεχνογνωσία που απαιτούνται, με τις κυρώσεις – και, βεβαίως, με τη διαδρομή κρατικοποίησης και επανακρατικοποίησης που κορυφώθηκε επί Ούγκο Τσάβες.
Με βάση τα στοιχεία της αμερικανικής EIA, η Βενεζουέλα διέθετε το 2023 περίπου 303 δισ. βαρέλια αποδεδειγμένων αποθεμάτων, περίπου 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων, με το μεγαλύτερο μέρος να βρίσκεται στη ζώνη του Ορινόκο και να είναι extra-heavy (εξαιρετικά βαρύ) αργό.
Αν κάποιος πολλαπλασιάσει "ωμά" τα 303 δισ. βαρέλια με μια υποθετική τιμή πετρελαίου, προκύπτουν νούμερα που ζαλίζουν:
στα 70 δολ./βαρέλι → 21,21 τρισ. δολάρια "ακαθάριστης αξίας"
στα 60 δολ./βαρέλι → 18,18 τρισ. δολάρια
στα 50 δολ./βαρέλι → 15,15 τρισ. δολάρια
Όμως αυτό το μέγεθος είναι περισσότερο ένας θεωρητικός παρά ρεαλιστικός ισολογισμός πλούτου. Η πραγματική αξία ενός κοιτάσματος δεν είναι η "τιμή επί τα βαρέλια", αλλά η καθαρή παρούσα αξία (NPV): τι μένει αφού αφαιρεθούν κόστος παραγωγής/αναβάθμισης, μεταφοράς, επενδύσεις, χρόνος υλοποίησης, ρίσκο χώρας, φορολογία/royalties, πολιτικός κίνδυνος και –στην περίπτωση της Βενεζουέλας– ο παράγοντας κυρώσεων και περιορισμένης πρόσβασης σε τεχνογνωσία/κεφάλαια.
Η καρδιά των αποθεμάτων βρίσκεται στη Faja/Orinoco Belt, μια τεράστια περιοχή περίπου 55.000 τ.χλμ. στην ανατολική Βενεζουέλα, με αποθέματα εξαιρετικά βαρέος αργού που συχνά απαιτούν ανάμιξη με αραιωτικά (diluents) και επεξεργασία/αναβάθμιση (upgrading) για να γίνουν εμπορεύσιμα σε μεγάλη κλίμακα.
Αυτό μεταφράζεται σε τέσσερις "κόφτες" αξίας:
Υψηλό κόστος και μεγάλη ένταση κεφαλαίου (CAPEX) σε σχέση με ελαφρά/μεσαία crudes.
Έκπτωση τιμής (heavy discount) έναντι Brent, που σε περιόδους περιορισμών/κυρώσεων γίνεται ακόμη μεγαλύτερη (discounts, δυσκολία σε ναύλωση/ασφάλιση, "σκιώδης στόλος" κ.λπ.).
Ανάγκη τεχνογνωσίας και υπηρεσιών πετρελαϊκών εταιρειών/servicers, που η χώρα δυσκολεύτηκε να κρατήσει ή να προσελκύσει.
Υποδομές διύλισης: ακόμη και το μεγάλο διυλιστικό σύμπλεγμα έχει υπολειτουργήσει για χρόνια, περιορίζοντας την εσωτερική "αλυσίδα αξίας".
Οι αιρέσεις αυτές αποτυπώνονται στην πραγματική παραγωγή της χώρας: η EIA καταγράφει για το 2023 παραγωγή περίπου 742 χιλ. βαρέλια/ημέρα, πολύ χαμηλότερα από μια δεκαετία πριν.
Η ειρωνεία είναι ότι η πετρελαϊκή βιομηχανία της Βενεζουέλας είχε κρατικοποιηθεί πολύ πριν τον Τσάβες. Το 1976 η χώρα εθνικοποίησε επίσημα τον κλάδο και ιδρύθηκε η PDVSA, με το κράτος να αποκτά τον έλεγχο των παραχωρήσεων/λειτουργιών.
Τη δεκαετία του ’90, όμως, η πραγματικότητα των ώριμων πεδίων και κυρίως το "βουνό" του extra-heavy Ορινόκο οδήγησε στο άνοιγμα προς ξένους παίκτες: η λεγόμενη Apertura Petrolera προσέλκυσε διεθνείς εταιρείες σε projects βαρέος αργού, ακριβώς γιατί η PDVSA δεν μπορούσε μόνη της να σηκώσει το τεχνολογικό/χρηματοδοτικό βάρος.
Ο Ούγκο Τσάβες (εκλέγεται το 1998, αναλαμβάνει το 1999) αντιμετώπισε το πετρέλαιο ως πολιτικό εργαλείο κυριαρχίας και αναδιανομής. Η "πετρελαϊκή πρόσοδος" έπρεπε να χρηματοδοτήσει κοινωνικά προγράμματα και να μειώσει την εξάρτηση από "ξένα συμφέροντα". Η σύγκρουση δεν ήταν μόνο οικονομική· ήταν ιδεολογική.
Κομβικό σημείο αποτέλεσε ο Νόμος Υδρογονανθράκων του 2001, που ενίσχυσε τον ρόλο του κράτους/PDVSA στη δομή ελέγχου και έβαλε τις βάσεις για αυστηρότερους όρους συμμετοχής ιδιωτών.
Στα επόμενα χρόνια, το καθεστώς άλλαξε τους δημοσιονομικούς όρους προς πιο "κρατικιστική" κατεύθυνση: αυξήσεις σε royalties/φόρους, αναθεωρήσεις συμβολαίων και μετατροπή σχημάτων συνεργασίας, με στόχο μεγαλύτερο κρατικό take.
Το 2007 ήταν η χρονιά-ορόσημο. Η κυβέρνηση Τσάβες απαίτησε οι μεγάλες ξένες εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στα mega-projects του Ορινόκο να δεχθούν μετατροπή των σχημάτων σε μεικτές εταιρείες (empresas mixtas) με την PDVSA σε θέση πλειοψηφίας και ελέγχου.
Όσοι αποδέχθηκαν, έμειναν με αναθεωρημένους όρους. Όσοι δεν αποδέχθηκαν, αποχώρησαν/εκδιώχθηκαν: χαρακτηριστικά, ExxonMobil και ConocoPhillips εγκατέλειψαν projects αντί να παραδώσουν τον έλεγχο, ανοίγοντας έναν μαραθώνιο δικαστικών/διαιτητικών διεκδικήσεων.
Η διεθνής διαιτησία "σφράγισε" το κόστος αυτής της κίνησης: ενδεικτικά, το Reuters έχει καταγράψει απόφαση που επιδίκασε στην Exxon περίπου 908 εκατ. δολάρια σε μία από τις υποθέσεις που σχετίζονταν με την εθνικοποίηση του 2007 (με τις συνολικές αξιώσεις να είχαν φτάσει πολύ ψηλότερα).
Εδώ βρίσκεται και το κρίσιμο οικονομικό συμπέρασμα: η αξία των κοιτασμάτων της Βενεζουέλας δεν μειώθηκε επειδή "εξαφανίστηκε" το πετρέλαιο, αλλά επειδή αυξήθηκε εκθετικά το ρίσκο να μη μετατραπεί ποτέ σε σταθερή, μακροχρόνια ταμειακή ροή.
Το κράτος πήρε περισσότερο έλεγχο και μεγαλύτερο ποσοστό προσόδου βραχυπρόθεσμα.
Όμως ο κλάδος χρειάζεται συνεχή επανεπένδυση και τεχνική επάρκεια για να κρατήσει/αυξήσει παραγωγή, ειδικά σε extra-heavy πεδία. Η EIA περιγράφει ακριβώς αυτή τη "θηλιά": περιορισμένη συμμετοχή διεθνών εταιρειών λόγω κυρώσεων, δημοσιονομική ασφυξία της PDVSA και έλλειψη ειδικευμένου προσωπικού.
Με απλά λόγια: μπορεί να έχεις "το μεγαλύτερο κοίτασμα", αλλά αν το πλαίσιο δεν επιτρέπει επένδυση, τεχνολογία, πρόσβαση σε αγορές και σταθερούς κανόνες, η αξία μένει θεωρητική – κάτι που αποτυπώνεται και σε πρόσφατες αναλύσεις για το πόσο δύσκολο είναι να μεταφραστεί το απόθεμα σε πραγματικό supply shock.
Η κρατικοποίηση του 2007 δεν ήταν ένα "μεμονωμένο επεισόδιο". Ήταν το αποκορύφωμα μιας στρατηγικής που:
μετέτρεψε την PDVSA σε βραχίονα εσωτερικής πολιτικής και κύρια πηγή χρηματοδότησης του κράτους, μειώνοντας την ικανότητα επανεπένδυσης,
έστειλε μήνυμα ότι οι συμβάσεις μπορούν να αναθεωρηθούν μονομερώς, ανεβάζοντας το country risk και το απαιτούμενο "ασφάλιστρο κινδύνου" για κάθε νέο δολάριο,
οδήγησε σε πολυετείς δικαστικές διαμάχες που, πέρα από το άμεσο κόστος αποζημιώσεων, έπληξαν τη δυνατότητα της χώρας να "κλειδώσει" συνεργασίες με ισχυρούς διεθνείς παίκτες.
Εν κατακλείδι, η Βενεζουέλα διαθέτει πετρελαϊκό απόθεμα που, σε ακαθάριστη αποτίμηση, ισοδυναμεί με δεκάδες τρισεκατομμύρια δολάρια. Όμως η πραγματική του αξία εξαρτάται από παραμέτρους που σήμερα παραμένουν ασταθείς: πολιτική/θεσμική αξιοπιστία, επενδυτική/τεχνική ικανότητα και γεωπολιτική πρόσβαση στις αγορές.