Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 04-Ιαν-2026 08:00

    Πώς οι ελληνικές τράπεζες αύξησαν τα κεφάλαιά τους, παρά τις εξαγορές, τα μερίσματα και τη μείωση των DTC

    Αξιολόγηση SSM: Αλλάζουν επίπεδο οι ελληνικές τράπεζες και πρωταγωνιστούν
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Νίκου Κωτσικόπουλου

    Μια μεγάλη επιτυχία των ελληνικών σημαντικών τραπεζών αποκάλυψε η επιθεώρηση του επόπτη της ΕΚΤ, του SSM, για τις σημαντικές τράπεζες στην Ευρώπη, στην αναφορά του για το τρίτο τρίμηνο φέτος: Ο δείκτης κεφαλαίων CET1 των ελληνικών τραπεζών έπιασε τον μέσο δείκτη τραπεζών των χωρών που εποπτεύονται από την ΕΚΤ. Συγκεκριμένα, ο μέσος ευρωπαϊκός δείκτης υποχώρησε στο 16,10%, αλλά ο μέσος δείκτης των ελληνικών τραπεζών έφτασε στο 16,09%.

    Γιατί είναι εντυπωσιακό; Διότι οι ελληνικές τράπεζες εξακολούθησαν να έχουν κερδοφορία και απόδοση ιδίων κεφαλαίων διψήφια και πάνω από τον μέσο όρο, μοίρασαν μεγάλα μερίσματα και έχουν λάβει πρόβλεψη για ακόμα μεγαλύτερα μερίσματα από τα φετινά κέρδη, κάνουν και εξαγορές, μειώνουν ταυτόχρονα το επίπεδο των αναβαλλόμενων φόρων DTC στο κεφάλαιό τους με ποσοστό που φτάνει το 29% των μερισμάτων, αλλά τα ίδια κεφάλαιά τους έπιασαν, ωστόσο, αυτά των ευρωπαϊκών τραπεζών.

    Γιατί τα ίδια κεφάλαια των τραπεζών εντυπωσιάζουν 

    Δηλαδή, εμμέσως πλην σαφώς, η επίδοση των ελληνικών τραπεζών στους δείκτες ιδίων κεφαλαίων ουσιαστικά απαντά θετικά σε όλα τα ερωτήματα και στις απαιτήσεις τόσο των εποπτών όσο και των μετόχων και επενδυτών:

    - Στο θέμα της κερδοφορίας και της απόδοσης ιδίων κεφαλαίων.

    - Στο θέμα της ποιότητας των κεφαλαίων, δεδομένου μάλιστα ότι έχουν μειώσει σε ευρωπαϊκά επίπεδα τα κόκκινα δάνεια. 

    - Στο θέμα των κερδών, απόδοσης ιδίων κεφαλαίων, των δαπανών προς έσοδα, που εντυπωσιάζουν πανευρωπαϊκά.

    Επιπλέον, όμως, οι ελληνικές σημαντικές τράπεζες στη μέτρηση του δείκτη ιδίων κεφαλαίων CET1 ξεπέρασαν για πρώτη φορά όχι μόνο την Ισπανία, όπως έκαναν επί σειρά διαδοχικών τριμήνων, αλλά και την Ιταλία και τη Γαλλία, καθώς και άλλη μία συστημική τράπεζα στη Σλοβενία. 

    Ο SSM αναφέρει σχετικά για το θέμα των ιδίων κεφαλαίων CET1 των σημαντικών τραπεζών στην Ευρώπη: "Στο τρίτο τρίμηνο του 2025 ο συνολικός δείκτης κοινών μετοχών κατηγορίας 1 (CET1) και ο δείκτης κατηγορίας 1 των σημαντικών ιδρυμάτων (τράπεζες που εποπτεύονται άμεσα από την ΕΚΤ) ήταν ελαφρώς χαμηλότεροι από ό,τι το προηγούμενο τρίμηνο. Ο μέσος δείκτης CET1 διαμορφώθηκε σε 16,10% (και ο μέσος δείκτης κατηγορίας 1 διαμορφώθηκε σε 17,59%). Ταυτόχρονα, ο μέσος δείκτης συνολικών κεφαλαίων παρέμεινε σταθερός στο 20,24% σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο. Μεταξύ των χωρών, ο δείκτης ιδίων κεφαλαίων CET1 κυμάνθηκε από 13,28% στην Ισπανία έως 23,12% στη Λιθουανία το τρίτο τρίμηνο του 2025".

    Ας σημειωθεί ότι η ΕΚΤ και ο επόπτης SSM αξιολογούν αναλόγως τις σημαντικές τράπεζες και λαμβάνουν υπόψη τους τα αποτελέσματα των επιθεωρήσεων αυτών από κοινού με τα τεστ που διεξάγουν για να διαμορφώσουν την εικόνα τους για τις τράπεζες, και οι ελληνικές σημαντικές τράπεζες έχουν κερδίσει και πάλι πόντους με τις επιδόσεις τους για ακόμα ένα τρίμηνο.

    Τα μεγέθη τριμήνου των ελληνικών τραπεζών

    Με βάση τα στοιχεία που συνέλεξε ο επόπτης, οι ελληνικές σημαντικές τράπεζες είχαν στο εννεάμηνο σύνολο από καθαρά έσοδα 6,105 δισ. ευρώ και σύνολο εσόδων από αμοιβές και προμήθειες 1,569 δισ. ευρώ. 

    Τα καθαρά κέρδη τους συνολικά στο εννεάμηνο έφτασαν τα 3,462 δισ. ευρώ, ενώ τα καθαρά έσοδα τόκων στο εννεάμηνο αποτελούσαν το 75,46% των λειτουργικών εσόδων τους και τα καθαρά έσοδα προμηθειών το 19,40% των λειτουργικών εσόδων. Σε σχέση με το εννεάμηνο του 2024, το ποσοστό έχει αυξηθεί υπέρ των προμηθειών κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες, αλλά οι τράπεζες έχουν περιθώριο να το αυξήσουν κι άλλο, όπως είναι ο στόχος τους, αξιοποιώντας τραπεζοασφαλιστικά και διαχείριση κεφαλαίων.

    Σύμφωνα με τα στοιχεία του SSM, ο μέσος δείκτης των σημαντικών τραπεζών που εποπτεύει είναι 29% για έσοδα από προμήθειες στο σύνολο των λειτουργικών εσόδων. Οι σημαντικές τράπεζες της Γαλλίας, με ποσοστά 34% και άνω, προηγούνται. Ακολουθούν αυτές της Ιταλίας με ποσοστά 32% και άνω, της Γερμανίας με 31% και άνω, ενώ για το Βέλγιο αναφέρουν ποσοστό πάνω από 29%.

    Το trading των Ευρωπαίων

    Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι σημαντικές τράπεζες στην Ευρώπη είχαν πολύ μεγάλα έσοδα που εμπίπτουν στην κατηγορία των μη επαναλαμβανόμενων εσόδων, τα οποία επιπλέον είναι και αβέβαια. Πρόκειται για καθαρά έσοδα από trading και επενδύσεις, με τον μέσο όρο στην Ευρώπη να διαμορφώνεται σχεδόν στο 8% των εσόδων (7,99%). 

    Οι ελληνικές τράπεζες είχαν έσοδα από trading και επενδύσεις στο εννεάμηνο μόλις 1,74% στο σύνολο των εσόδων τους. Συνεπώς, οι ελληνικές τράπεζες επικεντρώθηκαν στα έσοδα και στις δραστηριότητες που έχουν σημασία, και θα φέρουν επαναλαμβανόμενα έσοδα και κέρδη με τις εξαγορές και τη δανειακή επέκταση που πέτυχαν. 

    Οι γερμανικές τράπεζες, με ποσοστό 14,01% επί του συνόλου των εσόδων, είχαν τα μεγαλύτερα έσοδα από trading, ακολουθούμενες από τις γαλλικές τράπεζες, που είχαν ποσοστό εσόδων από trading 12,57%. Αλλά και οι ισπανικές τράπεζες έχουν σχεδόν τριπλάσιο ποσοστό εσόδων από trading (4,77%) από τις ελληνικές, ενώ και ιταλικές έχουν διπλάσιο, με ποσοστό 3,28%. 

    Το ποσοστό αυτό κάνει τη διαφορά στους δείκτες κερδοφορίας εννεαμήνου RoE, όπου οι ελληνικές σημαντικές τράπεζες έχουν μέσο ποσοστό απόδοσης ιδίων κεφαλαίων 12,45%, έναντι ισπανικών και ιταλικών που μας ξεπερνούν με δείκτες RoE 14,70% και 14,12% αντίστοιχα. Οι μεγάλες ισπανικές τράπεζες έκαναν τη διαφορά με κέρδη από trading, αλλά το ερώτημα κατά πόσον είναι επαναλαμβανόμενα παραμένει ένα ισχυρό επιχείρημα στη φαρέτρα των ελληνικών τραπεζών, οι οποίες είχαν συνολικά σχεδόν 49 εκατ. ευρώ απώλειες από παράγωγα για να αντισταθμίσουν τις απώλειες στα επιτόκια από μειώσεις της ΕΚΤ.
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ