Τετάρτη, 21-Ιαν-2026 07:30
Πώς επηρεάζει το αμερικανικό LNG η ένταση στις σχέσεις ΗΠΑ – ΕΕ
Του Χάρη Φλουδόπουλου
Παρά τον νέο κύκλο έντασης στις διατλαντικές σχέσεις, με αφορμή τις απειλές του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για επιβολή δασμών σε ευρωπαϊκά προϊόντα, η αγορά ενέργειας εκπέμπει σαφές μήνυμα: το αμερικανικό LNG δύσκολα θα βρεθεί στο επίκεντρο μιας εμπορικής ή γεωπολιτικής διελκυστίνδας μεταξύ Ευρωπαϊκή Ένωση και Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι εκτιμήσεις αναλυτών συγκλίνουν ότι οι Βρυξέλλες δεν προτίθενται να καθυστερήσουν το χρονοδιάγραμμα απαγόρευσης του ρωσικού φυσικού αερίου, ενώ ταυτόχρονα η Ουάσινγκτον θα παραμείνει –τουλάχιστον στο ορατό μέλλον– ο βασικός προμηθευτής LNG της Ευρώπης, ανεξαρτήτως της πολιτικής "φασαρίας" γύρω από δασμούς και εμπορικά αντίμετρα.
Η ΕΕ έχει ήδη αποφασίσει τη διακοπή των εισαγωγών ρωσικού LNG από τις αρχές του 2027 και την πλήρη απαγόρευση κάθε ροής ρωσικού φυσικού αερίου από το φθινόπωρο του ίδιου έτους, ως απάντηση στον πόλεμο στην Ουκρανία. Σύμφωνα με αναλυτές της αγοράς, τυχόν αναβολή του μέτρου δεν θα εξυπηρετούσε την ενεργειακή ασφάλεια αλλά θα αποτελούσε καθαρά πολιτική κίνηση, με υψηλό κόστος αξιοπιστίας για την Ένωση.
Όπως επισημαίνεται, από καθαρά ποσοτική άποψη μια παράταση θα μπορούσε θεωρητικά να μειώσει την εξάρτηση από το αμερικανικό LNG. Ωστόσο, μια τέτοια επιλογή θα άνοιγε εκ νέου το ενεργειακό "παράθυρο" προς τη Μόσχα, ενισχύοντας τη διαπραγματευτική ισχύ της Ρωσίας σε μια περίοδο που η ΕΕ επιχειρεί ακριβώς το αντίθετο.
Τα στοιχεία της αγοράς αποτυπώνουν το μέγεθος της εξάρτησης: το 2025 η Ευρώπη εισήγαγε ποσότητες-ρεκόρ αμερικανικού LNG, που αντιστοιχούν σχεδόν στο 60% των συνολικών εισαγωγών LNG της ηπείρου. Οι όγκοι αυτοί αυξήθηκαν θεαματικά μετά το 2022, καθώς η ΕΕ επιτάχυνε τη διαφοροποίηση από το ρωσικό αέριο.
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει διαμηνύσει ότι, σε επιχειρησιακό επίπεδο, το εμπόριο LNG με τις ΗΠΑ παραμένει σταθερό και διέπεται από καθαρά αγοραίες συνθήκες. "Οι εταιρείες αγοράζουν όταν υπάρχει προσφορά και οι προμηθευτές πωλούν όταν υπάρχει ζήτηση", σημειώνουν κοινοτικές πηγές, υπογραμμίζοντας ότι το LNG δεν βρίσκεται –τουλάχιστον προς το παρόν– στο τραπέζι των εμπορικών αντιποίνων.
Κατά τους αναλυτές, η ενέργεια δεν προσφέρεται ως εργαλείο πίεσης της ΕΕ απέναντι στις ΗΠΑ, κυρίως επειδή κάτι τέτοιο θα ήταν οικονομικά και πολιτικά αυτοϋπονομευτικό. Η Ευρώπη χρειάζεται το αμερικανικό LNG ως "καύσιμο εξισορρόπησης" του συστήματος, ιδίως τον χειμώνα και σε περιόδους διαταραχών στις ροές αγωγών.
Μια σκόπιμη μείωση των εισαγωγών θα οδηγούσε σε αύξηση του οριακού κόστους προμήθειας, διεύρυνση των χειμερινών risk premia και εντονότερο ανταγωνισμό με την Ασία για ευέλικτα φορτία. Χωρίς ένα πλήρως συντονισμένο εναλλακτικό σχέδιο –είτε με πρόσθετες ποσότητες LNG από άλλες πηγές είτε με δραστική μείωση ζήτησης– το αποτέλεσμα θα ήταν υψηλότερες τιμές και μεγαλύτερη μεταβλητότητα για την ευρωπαϊκή αγορά.
Σε κάθε περίπτωση η απειλή επιβολής δασμών από την πλευρά Τραμπ –με αιχμή ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες– δημιουργεί πολιτικό θόρυβο, όμως μέχρι στιγμής δεν μεταφράζεται σε ανατροπή των ενεργειακών ροών. Ακόμη και το πακέτο ευρωπαϊκών αντιμέτρων που συζητείται δεν περιλαμβάνει το LNG, αλλά περιορίζεται σε ορισμένα πετρελαϊκά προϊόντα.
Η εκτίμηση της αγοράς είναι ότι τόσο η ΕΕ όσο και οι ΗΠΑ θα αποφύγουν να "φορτώσουν" τη διατλαντική αντιπαράθεση με το βάρος της ενέργειας. Μια τέτοια εξέλιξη θα αποδυνάμωνε και τις δύο πλευρές και θα ενίσχυε, τελικά, τον ρόλο της Ρωσίας – εξέλιξη που καμία από τις δύο δεν επιθυμεί.
Στον ορίζοντα της επόμενης δεκαετίας, η πραγματική απάντηση της Ευρώπης στην υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή δεν είναι η επιστροφή στο ρωσικό αέριο, αλλά η μείωση της συνολικής κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων. Ο εξηλεκτρισμός, η ενεργειακή αποδοτικότητα και η επιτάχυνση των ΑΠΕ προβάλλουν ως τα βασικά εργαλεία για τη σταδιακή αποδυνάμωση της "γεωπολιτικής ισχύος" του LNG.
Μέχρι τότε, όμως, το αμερικανικό LNG παραμένει αναγκαίο κακό – ή, πιο σωστά, αναγκαίος εταίρος. Και σε αυτή τη φάση, όπως συνοψίζουν παράγοντες της αγοράς, δύσκολα θα μετατραπεί σε πεδίο σύγκρουσης στο ευρύτερο παζλ των σχέσεων ΗΠΑ – ΕΕ.