Πέμπτη, 05-Φεβ-2026 07:33
Αγορά Κατοικίας: Έως 200.000 ευρώ ο διαθέσιμος προϋπολογισμός της μεγάλης πλειοψηφίας των αγοραστών
Του Νίκου Ρουσάνογλου
Σε τροχιά αισθητής πτώσης της ζήτησης είναι πιθανό να τεθεί η αγορά κατοικίας τους επόμενους μήνες, καθώς είναι πλέον λίγα τα ακίνητα που ανταποκρίνονται στις οικονομικές αντοχές των ενδιαφερόμενων αγοραστών. Αυτός είναι και ο λόγος που ο αριθμός των υποψήφιων αγοραστών σταδιακά φθίνει. Την ίδια στιγμή, παρατηρείται μείωση του ποσοστού των πωλητών, που σχεδιάζει να αγοράσει νέο ακίνητο, συγκριτικά με το παρελθόν. Αυτά είναι μερικά από τα συμπεράσματα που μπορεί να εξάγει κανείς, μελετώντας τα ευρήματα του 5ου Βαρόμετρου της Αγοράς Ακινήτων, που πιστοποιούν ότι, σταδιακά, η αγορά κατοικίας "χάνει καύσιμα" σε ό,τι αφορά την μελλοντική εκδήλωση ζήτησης.
Η έρευνα του Βαρόμετρου, έγινε από τη Μονάδα Ερευνών Κοινής Γνώμης και Αγοράς του Πανεπιστημίου Μακεδονίας για λογαριασμό του blog για επενδύσεις και ακίνητα του επενδυτή και αναλυτή κ. Ηλία Παπαγεωργιάδη και παρουσιάστηκε πριν από μερικές ημέρες στο πλαίσιο της σχετικής εκδήλωσης "Ελλάδα 2026. Επιχειρείν, Ακίνητα, Επενδύσεις".
Τα παραπάνω στοιχεία συνιστούν μια εξέλιξη που εφόσον επιβεβαιωθεί, ενδέχεται να οδηγήσει και σε διόρθωση των τιμών. Παράλληλα, είναι πιθανό να υπάρξει και απόσυρση κάποιων αγγελιών ακινήτων, που σήμερα έχουν καθαρά κερδοσκοπικό χαρακτήρα, δηλαδή οι ιδιοκτήτες ενδιαφέρονται να πουλήσουν, μόνο εφόσον λάβουν το προσδοκώμενο τίμημα που έχουν ορίσει, ανεξάρτητα από το αν αυτό ανταποκρίνεται ή όχι στην εύλογη αξία του ακινήτου τους.
Από την άλλη πλευρά, μόλις το 17% των δυνητικών αγοραστών δηλώνει ότι θα προβεί σε, ή ενδιαφέρεται για αγορά κατοικίας ύψους άνω των 200.000 ευρώ και συγκεκριμένα 11% μπορούν να κινηθούν μεταξύ 200.000 και 300.000 ευρώ και μόλις 6% για ακίνητα άνω των 300.000 ευρώ. Πριν από σχεδόν ένα χρόνο, τον Νοέμβριο του 2024, τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 12% και 5%, δηλαδή χωρίς ιδιαίτερες μεταβολές. Αυτό όμως που παρουσιάζει ουσιαστική διαφοροποίηση, είναι ότι το 36% των ενδιαφερόμενων κινείται πλέον ακόμα πιο χαμηλά σε ό,τι αφορά τον διαθέσιμο προϋπολογισμό του και συγκεκριμένα από 50.000 έως 100.000 ευρώ, έναντι 27% τον Νοέμβριο του 2024. Στον αντίποδα, μειώθηκε σε 24% από 30% το ποσοστό εκείνων με προϋπολογισμό από 150.000 έως 200.000 ευρώ.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι αντί να βελτιώνονται, μειώνονται τα διαθέσιμα κεφάλαια για αγορά ακινήτων. Σύμφωνα με το 5ο Βαρόμετρο, το 73% των ερωτηθέντων σημειώνει ότι "οι Έλληνες σήμερα έχουν τη δυνατότητα να διαθέσουν λιγότερα/μάλλον λιγότερα χρήματα για την αγορά ή ενοικίαση ακινήτου, συγκριτικά με έξι μήνες πριν". Το αντίστοιχο ποσοστό πριν από σχεδόν ένα χρόνο ήταν 67%, ενώ τον Ιούνιο του 2025 είχε διαμορφωθεί σε 69%. Η εξέλιξη αυτή παρατηρείται σε μια περίοδο, κατά την οποία οι τιμές πώλησης συνέχισαν να αυξάνονται και μάλιστα με υψηλότερο ρυθμό σε σχέση με το 2024, λόγω του προγράμματος "Σπίτι Μου 2", καταδεικνύει την όλο και μεγαλύτερη δυσκολία που υπάρχει σε μεγάλη μερίδα του αγοραστικού κοινού. Επομένως, εφόσον δεν προβλέπεται κάποια άμεση βελτίωση στα οικονομικά των νοικοκυριών, η πιθανή "δεξαμενή" αγοραστών θα συνεχίσει να υποχωρεί.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το εύρημα ότι μόλις το 15% των δυνητικών πωλητών, σχεδιάζει να αγοράσει άλλο ακίνητο με τα χρήματα που θα εισπράξει. Το αντίστοιχο ποσοστό στην ίδια έρευνα Βαρόμετρου του Νοεμβρίου του 2024 είναι διπλάσιο (!) και διαμορφωνόταν σε 30%, ενώ τον Μάιο του 2024 άγγιζε το 35%. Σήμερα, το 48% των πωλητών δηλώνει ότι χρειάζεται τα χρήματα για να καλύψει άλλες ανάγκες, ενώ το 20% θα επενδύσει σε κάτι άλλο και όχι σε ακίνητα.
Επιπλέον, παρατηρείται και σημαντική βελτίωση στην οικονομική κατάσταση των πωλητών. Το 77% αναφέρει ότι βρίσκεται σε καλή/πολύ καλή οικονομική κατάσταση, έναντι 66% στο αντίστοιχο Βαρόμετρο του Νοεμβρίου του 2024 και 57% τον Μάιο του 2024.
Επομένως, οι μεν αγοραστές φαίνεται πως προτιμούν όλο και πιο φθηνά ακίνητα λόγω των οικονομικών τους δεδομένων, ενώ οι πωλητές καταγράφουν βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης. Επίσης, το 69% των συμμετεχόντων στην έρευνα εκτιμά ότι η πρόσβαση στον δανεισμό για αγορά κατοικίας είναι δύσκολη. Μάλιστα, μόλις το 3% των πωλητών και των επαγγελματιών της αγοράς ακινήτων, πιστεύουν ότι μπορεί κανείς να χρηματοδοτηθεί για να αγοράσει σπίτι. Ουσιαστικά, αυτό δείχνει ότι είναι ελάχιστοι οι δυνητικοί αγοραστές, που μπορούν να ανταποκριθούν οικονομικά στις σημερινές τιμές πώλησης.
Παρόλα αυτά, μόλις το 11% εκτιμά ότι οι τιμές στην αγορά κατοικίας θα μειωθούν σε 12 μήνες από σήμερα. Μάλιστα, το 45% εκτιμά ότι θα συνεχίσουν να αυξάνονται και το 7% μάλιστα ότι θα "εκτοξευτούν". Πάντως, μεταξύ των επαγγελματιών της αγοράς ακινήτων, το ποσοστό που πιστεύει ότι οι τιμές θα παραμείνουν σε ανοδική τροχιά έχει πλέον μειωθεί σε 30%, από 50% τον Νοέμβριο του 2024.
Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι η αγορά κατοικίας βρίσκεται σε μια μετέωρη φάση, καθώς αν δεν υπήρχε το πρόγραμμα Σπίτι Μου 2, ενδεχομένως οι εξελίξεις να είχαν επιταχυνθεί. Παράλληλα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι πλέον, έχει αρχίσει να περιορίζεται και ο αριθμός των ξένων αγοραστών, μετά τις αλλαγές στο πρόγραμμα Χρυσή Βίζα και τις απαγορεύσεις στην βραχυχρόνια μίσθωση. Επομένως, το 2026 είναι πιθανό να σηματοδοτήσει ένα σημείο καμπής σε ό,τι αφορά την πορεία της ζήτησης και των τιμών.