08:00 01/02
Πακτωλός επενδύσεων σε εταιρείες ΑΙ
Η ΑΙ απορροφά άνω του 50% των επενδύσεων VC στην Ευρώπη.
του Κώστα Κατίκου
Ραγδαία επιδείνωση εμφανίζουν οι κρίσιμοι δείκτες για το δημογραφικό, θέτοντας σε διαρκή δοκιμασία την πορεία του συνταξιοδοτικού συστήματος για τα επόμενα χρόνια. Τα τελευταία στοιχεία και οι εκτιμήσεις της Eurostat, που περιλαμβάνονται στις εκθέσεις που δημοσιεύει η ΕΛΣΤΑΤ, δείχνουν μεγάλη αύξηση του δείκτη γήρανσης, που σε έναν χρόνο, από το 2023 στο 2024, έκανε άλμα σχεδόν 7 μονάδων και διαμορφώθηκε στις 182 μονάδες, από 175,7 που ήταν το 2023.
Ο δείκτης γήρανσης αποτυπώνει το πόσο γρήγορα αυξάνονται οι ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών σε σχέση με τους νέους έως 14 ετών, και ο λόγος που εμφανίζει ραγδαία επιδείνωση είναι γιατί το 2024 οι γεννήσεις μειώθηκαν αισθητά και έπεσαν κάτω από τις 70.000, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η αναλογία των ατόμων άνω των 65 σε σχέση με τους νέους έως 14 ετών.
Η αύξηση του δείκτη γήρανσης για το 2024, σχεδόν κατά 7 μονάδες από το 2023, είναι η μεγαλύτερη που έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια, καθώς η μεταβολή του από έτος σε έτος είναι της τάξεως των 4 με 5 μονάδων από το 2013 και μετά.
Το 2013 ο δείκτης ήταν στο 138,5, ήδη σε υψηλό επίπεδο, και αυξάνεται σταθερά κάθε χρόνο, φτάνοντας τις 155,2 μονάδες το 2018. Την περίοδο 2019-2024 η αύξηση επιταχύνεται, με τον δείκτη να ανέρχεται από 158,6 σε 182,0. Οι ετήσιες αυξήσεις κυμαίνονται από 3 έως και πάνω από 6 μονάδες, γεγονός που δείχνει ότι η γήρανση του πληθυσμού δεν είναι απλώς σταδιακή, αλλά εντεινόμενη. Συνολικά, μέσα σε έντεκα χρόνια, ο δείκτης γήρανσης αυξάνεται κατά 43,5 μονάδες, υποδηλώνοντας ότι οι ηλικιωμένοι υπερτερούν πλέον αριθμητικά κατά πολύ των παιδιών.
Η εξέλιξη αυτή, που καταγράφεται στο τελευταίο δελτίο της ΕΛΣΤΑΤ για τις συνθήκες διαβίωσης στην Ελλάδα (Ιανουάριος 2026), είναι άκρως ανησυχητική αν λάβει κανείς υπόψη ότι η ταχεία γήρανση του πληθυσμού και η μείωση των νεότερων γενιών δημιουργούν ένα νέο "χάσμα γενεών", με τεράστιο κόστος για το ασφαλιστικό. Όσο αυξάνονται οι ηλικιωμένοι χωρίς "γενιά αντικατάστασης", θα αυξάνονται και οι δαπάνες για την καταβολή συντάξεων και θα αναζητούνται πρόσθετα έσοδα για τη στήριξη του ασφαλιστικού συστήματος, μια που οι εισφορές νέων ασφαλισμένων που θα εισρέουν στο σύστημα δεν θα επαρκούν για να συμπληρώσουν τους πόρους για τη χρηματοδότηση των συντάξεων.
Αρνητικά εξελίσσεται και ο δείκτης εξάρτησης, που εκφράζει τον λόγο του μη οικονομικά ενεργού πληθυσμού (παιδιά και ηλικιωμένοι) προς τον πληθυσμό εργάσιμης ηλικίας, ο οποίος αυξάνεται από 53,2 το 2013 σε 56,0 το 2018 και φτάνει στο 57,4 το 2024. Η ετήσια μεταβολή είναι σχετικά μικρή, συνήθως μεταξύ 0,3 και 0,6 μονάδων, όμως η σταθερότητά της είναι ιδιαίτερα σημαντική. Από το 2013 έως το 2017 παρατηρείται αύξηση κατά περίπου 0,5 μονάδες ανά έτος, ενώ μετά το 2019 η άνοδος συνεχίζεται με πιο ήπιους αλλά αδιάκοπους ρυθμούς. Συνολικά, σε διάστημα έντεκα ετών, ο δείκτης εξάρτησης αυξάνεται κατά 4,2 μονάδες, γεγονός που σημαίνει ότι όλο και λιγότερα άτομα εργάσιμης ηλικίας καλούνται να στηρίξουν έναν αυξανόμενο αριθμό εξαρτώμενων.
Η αύξηση του δείκτη εξάρτησης ασκεί πιέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα, στην αγορά εργασίας και στα δημόσια οικονομικά, καθώς μειώνεται η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους. Παράλληλα, η εκρηκτική άνοδος του δείκτη γήρανσης αποκαλύπτει τη συρρίκνωση των νεότερων ηλικιακών ομάδων, αποτέλεσμα χαμηλής γεννητικότητας και μετανάστευσης νέων. Συνολικά, τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι συγκυριακό, αλλά διαρθρωτικό, απαιτώντας μακροπρόθεσμες πολιτικές στήριξης της οικογένειας, ενίσχυσης της απασχόλησης και προσέλκυσης νεότερου πληθυσμού.
Η επιδείνωση του δημογραφικού είναι βέβαιο ότι θα φέρει αλλαγές στις ηλικίες συνταξιοδότησης το 2029, με έναρξη εφαρμογής τους από 1/1/2030 και με πιθανή αύξηση όλων των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης έως 1 έτος.
Μπορεί το προσδόκιμο ζωής μετά τα 65 να μην έχει αυξηθεί τόσο ώστε να δικαιολογούνται άμεσες παρεμβάσεις στις ηλικίες συνταξιοδότησης, πλην όμως από τη μια υπάρχει σταδιακή ανάκαμψη μετά την πανδημία και από την άλλη το ασφαλιστικό έχει εισέλθει σε κατάσταση συναγερμού λόγω δημογραφικού. Οι αλλαγές στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης είναι αναπόδραστη εξέλιξη, παρότι έχουν μπει στο συρτάρι για τα επόμενα δύο-τρία χρόνια.
Οι αλλαγές στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης έχουν συνδεθεί με την αύξηση στο προσδόκιμο ζωής των ατόμων άνω των 65 ετών. Η σύνδεση αυτή εξετάζει αν και πόσο αυξήθηκε το προσδόκιμο ζωής άνω των 65 ετών μία δεκαετία πριν από το έτος των αλλαγών και, ανάλογα με το αποτέλεσμα της εξίσωσης, θα αποφασίζεται αν και πόσο θα αυξάνονται οι ηλικίες συνταξιοδότησης.
Η τελευταία αξιολόγηση ήταν για τη δεκαετία 2024-2013, που έδειξε ότι το προσδόκιμο ζωής άνω των 65 ετών ουσιαστικά έμεινε αμετάβλητο. Στους άνδρες παρέμεινε στο 18,7 το 2024 σε σχέση με το 2013, ενώ στις γυναίκες αυξήθηκε οριακά στα 21,9 έτη το 2024, από 21,6 έτη που ήταν το 2013.
Η επόμενη αξιολόγηση είναι για το 2027 και δεν προμηνύεται αρνητική, καθώς, όπως έχει ήδη ανακοινωθεί από την ηγεσία του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης με σχετικές δηλώσεις της αρμόδιας υφυπουργού Κοινωνικής Ασφάλισης, Άννας Ευθυμίου, δεν θα εξεταστούν αλλαγές στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης το 2027.
Για το 2030, όμως, είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι οι αλλαγές θεωρούνται δεδομένες.