Τετάρτη, 14-Ιαν-2026 17:46
Bank of America: Η νέα εποχή επαναξιολόγησης των ευρωπαϊκών τραπεζών φέρνει την Ελλάδα στο προσκήνιο
O ευρωπαϊκός τραπεζικός κλάδος εισέρχεται σε έναν πολυετή κύκλο ισχυρής αύξησης κερδών, έχοντας ήδη καταγράψει υπεραπόδοση για περισσότερα από τρία χρόνια και ένα έντονο re-rating μέσα στο 2025. Παρ’ όλα αυτά, οι αποτιμήσεις παραμένουν ελκυστικές, με τις τράπεζες να διαπραγματεύονται στις 9–10 φορές τα κέρδη, περίπου 1,4 φορές τη λογιστική αξία (P/TBV) και με απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROTE) κοντά στο 16%.
Η εικόνα ενισχύεται από ιστορικά υψηλούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας (CET1) και συνολική απόδοση προς τους μετόχους 7–8%, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για περαιτέρω επαναξιολόγηση του κλάδου, καθώς η βιωσιμότητα της ανάπτυξης αρχίζει να αποτιμάται πληρέστερα από την αγορά. Τα κέρδη ανά μετοχή (EPS) αναμένεται να αυξάνονται με διψήφιο ετήσιο ρυθμό την επόμενη τριετία.
Παράλληλα, το discount αποτίμησης έναντι των αμερικανικών τραπεζών έχει επανέλθει κοντά στο 30%, επίπεδο που θεωρείται πλέον δύσκολο να δικαιολογηθεί, δεδομένης της σύγκλισης στην κερδοφορία μεταξύ ευρωπαϊκών και αμερικανικών τραπεζών.
Το περιβάλλον επιτοκίων στην Ευρώπη σταθεροποιείται, ενώ οι απότομες καμπύλες αποδόσεων δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για διατηρήσιμη αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους (NII), στηρίζοντας τα επίπεδα ROTE κοντά στο 16%.
Καθοριστικό ρόλο παίζει η επέκταση των ισολογισμών, και ειδικά η αύξηση των χαμηλού κόστους καταθέσεων, καθώς η ποιότητα του τραπεζικού franchise αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία. Η πιστωτική ανάπτυξη δεν θα είναι ομοιόμορφη: οι ισχυρότερες επιδόσεις αναμένονται στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, την Ιρλανδία, την Ιβηρική και την Ελλάδα, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει ανθεκτικό. Βελτίωση προβλέπεται και για τη Γερμανία και την Ιταλία από το δεύτερο εξάμηνο του 2026, υπό την προϋπόθεση επιτυχούς δημοσιονομικής ώθησης.
Με την κερδοφορία σε υψηλά επίπεδα και τα κεφαλαιακά αποθέματα ισχυρά, οι ευρωπαϊκές τράπεζες υιοθετούν πιο πειθαρχημένη στρατηγική κατανομής κεφαλαίου. Για την περίοδο 2026–27, ο κλάδος εκτιμάται ότι θα προσφέρει συνολική απόδοση περίπου 16%, με σαφή μετατόπιση της προτίμησης προς τα υψηλότερα μερίσματα, εις βάρος των επαναγορών μετοχών.
Οι συγχωνεύσεις και εξαγορές παραμένουν βασικό εργαλείο αξιοποίησης κεφαλαίων, τόσο μέσω εσωτερικής συγκέντρωσης σε κατακερματισμένες αγορές όσο και μέσω εξαγορών σε όλη την τραπεζική αλυσίδα αξίας.
Η τεχνητή νοημοσύνη μετασχηματίζει τις στρατηγικές κόστους των τραπεζών, με το 2026 να αναμένεται ως χρονιά κορύφωσης των επενδύσεων πριν γίνουν εμφανή τα οφέλη στην αποδοτικότητα. Οι εφαρμογές AI μπορούν να μειώσουν διαρθρωτικά τα λειτουργικά έξοδα, να αυξήσουν την παραγωγικότητα και να επιτρέψουν τη μεταφορά πόρων σε πρωτοβουλίες μετασχηματισμού, στηρίζοντας υψηλότερη μακροπρόθεσμη κερδοφορία. Οι τράπεζες που θα κινηθούν πρώτες θα έχουν πλεονέκτημα έναντι των ψηφιακών παικτών.
Παρά τις πρόσφατες πτωχεύσεις private credit στις ΗΠΑ και την υποτονική ανάπτυξη στην Ευρώπη, η ποιότητα ενεργητικού των ευρωπαϊκών τραπεζών παραμένει ανθεκτική. Η αγορά ιδιωτικής πίστης στην Ευρώπη είναι μικρότερη και λιγότερο διασυνδεδεμένη με τις τράπεζες, ενώ η έκθεση σε μη τραπεζικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς είναι περιορισμένη και συγκεντρωμένη. Η εταιρική πίεση φαίνεται να έχει κορυφωθεί, με τις τράπεζες να έχουν αποφύγει τον υπερβολικό κίνδυνο και να έχουν ενισχύσει την κάλυψη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.