Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 15-Ιαν-2023 20:00

    Οι ελπίδες για January Effect και το στοίχημα των 1.000 μονάδων στο Χρηματιστήριο έπειτα από οκτώ χρόνια

    Κατρακύλα στο Χρηματιστήριο Αθηνών με απόνερα.... Wall Street
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Ελευθερίας Κούρταλη

    Ελπίδες για January Effect –το γνωστό "ράλι του Ιανουαρίου"− έχουν καλλιεργηθεί στις διεθνείς αγορές, καθώς και στο Χρηματιστήριο Αθηνών, έπειτα και από την υπεραπόδοση που σημείωσε η ελληνική αγορά το 2022 − τη στιγμή που μεγάλοι βασικοί δείκτες του εξωτερικού κατέγραψαν απώλειες άνω του 20%, με τον Γενικό Δείκτη να έχει ήδη επιστρέψει σε επίπεδα στα οποία βρισκόταν πριν από το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία και την κρίση που προκάλεσε σε αγορές και οικονομίες. 

    Σύμφωνα με τον "ορισμό" του January Effect, εάν η αγορά "ανέβει" τον πρώτο μήνα του έτους, τότε όλη η υπόλοιπη χρονιά θα είναι bullish και, αν υποχωρήσει, τότε το υπόλοιπο έτος θα είναι bearish. Με λίγα λόγια, ο πρώτος μήνας του χρόνου, και ειδικά οι πρώτες συνεδριάσεις, τείνουν να υποδεικνύουν την τάση της χρονιάς.

    Σύμφωνα με αναλυτές, το ισχυρό comeback του τραπεζικού δείκτη έχει όλα τα εχέγγυα να στηρίξει την κατοχύρωση τετραψήφιων μονάδων του Γενικού Δείκτη έπειτα από μία οκταετία περίπου. Η τελευταία φορά που το Χ.Α. είδε τις 1.000 και πλέον μονάδες ήταν στις 3 Δεκεμβρίου του 2014, και πριν από το καταστροφικό 2015, όπου το φάντασμα του Grexit στοίχειωνε τη χώρα. 

    Είναι σημαντικό ότι ακόμα και στις συνεδριάσεις της τελευταίας εβδομάδας, όπου η κίνηση στο Χ.Α. ήταν πιο ήπια σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο διάστημα, η αγορά κατάφερε να κρατήσει όλα τα κεκτημένα, κάνοντας μόνο ενδοσυνεδριακές διορθώσεις. Αυτό έγινε χάρη και στο υποστηρικτικό διεθνές κλίμα, με τα χρηματιστήρια να έχουν αποτιμήσει πλήρως την περαιτέρω άνοδο των επιτοκίων των κεντρικών τράπεζων το αμέσως επόμενο διάστημα, αλλά να βλέπουν ότι η σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής θα χαλαρώσει στη συνέχεια, με βοήθεια και από την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. 

    Διεθνείς και εγχώριοι αναλυτές υπογραμμίζουν τις ισχυρές προοπτικές που έχει το 2023 το Χ.Α. χάρη: α) στην ισχυρότερη εγχώρια μακροοικονομική προοπτική, με την ελληνική οικονομία να αναμένεται να καταγράψει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, τη στιγμή που πολλές χώρες είναι αντιμέτωπες με μηδενική ανάπτυξη ή και ήπια ύφεση, β) την πολύ πιθανή και "δίκαιη" πλέον αναβάθμιση της Ελλάδας σε επενδυτική βαθμίδα, γ) την πιθανή διανομή μερισμάτων από τις τράπεζες, οι οποίες άφησαν πλέον πίσω τους το ζήτημα των NPEs και στρέφουν το επίκεντρό τους στην κερδοφορία – ενώ οι εξελίξεις με την αποεπένδυση του ΤΧΣ εκτιμάται πως μακροπρόθεσμα θα είναι άκρως θετικές για την αγορά και δ) την ανθεκτική κερδοφορία των ελληνικών εισηγμένων. 

    Ειδικά το δεύτερο μισό του τρέχοντος έτους, οπότε και το "αγκάθι" της αβεβαιότητας που φέρνουν οι εκλογές −και η εκλογική διαδικασία, η οποία ενδέχεται να είναι χρονοβόρα, προκαλώντας ελαφρά αστάθεια στην αγορά– θα έχει φύγει, αναμένεται να είναι ιδιαίτερα δυναμικό για τις ελληνικές μετοχές. Τότε αναμένεται και η ανάπτυξη να κερδίσει έδαφος, ύστερα από το δύσκολο πρώτο μέρος του έτους, και το investment grade να έχει ανακτηθεί ή να είναι κοντά στο να κερδηθεί, ανοίγοντας τον δρόμο και για την επιστροφή του Χ.Α. στην κατηγορία των ανεπτυγμένων αγορών, από τις αναδυόμενες όπου είχε υποβαθμιστεί το 2013 από την MSCI και το 2015 από τον FTSE (με ισχύ το 2016), ως συνέπεια των όσων συντελέστηκαν μετά τα capital controls. Αυτός, άλλωστε, αποτελεί έναν από τους κύριους στόχους της νέας διοίκησης του ομίλου Χρηματιστηρίου Αθηνών, όπως έχει επισημάνει και ο CEO της ΕΧΑΕ, Γιάννος Κοντόπουλος.

    Αισιόδοξοι οι εγχώριοι αναλυτές

    Όπως σημειώνει ο Δημήτρης Τζάνας, διευθυντής επενδύσεων της Κύκλος Χρηματιστηριακή, αν και η ελληνική οικονομία βιώνει επιβαρυντικά το δυσμενές εξωτερικό περιβάλλον, που δεν αναμένεται να βελτιωθεί στο εγγύς μέλλον, είναι πιθανό να συνεχίσει να καταγράφει θετική επίδοση στο ΑΕΠ για τρίτο συνεχόμενο έτος, εκτίμηση στην οποία συνομολογούν όλοι οι διεθνείς επενδυτικοί οίκοι, με διαφορετικό βαθμό αισιοδοξίας. Θα είναι το αποτέλεσμα:

    - Της αύξησης των επενδύσεων λόγω των αυξημένων ροών ευρωπαϊκών κονδυλίων (Ταμείο Ανάκαμψης και ΕΣΠΑ κυρίως).

    - Της εξωστρέφειας των επιχειρήσεων, που καταγράφουν εξαιρετικές επιδόσεις.

    - Ακόμα μίας καλής χρονιάς για τον τουρισμό, σε συνέχεια εκείνης του 2022, με τις ταξιδιωτικές εισπράξεις για το 2023 να φτάνουν τα 20 δισ. ευρώ.

    Ωστόσο η διενέργεια των εκλογών, πιθανότατα μετά το α’ τρίμηνο, αναμένεται να επιβραδύνει τις αποφάσεις, ιδιαίτερα εκείνες που αφορούν τα επενδυτικά σχέδια του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, και να επιδράσει αρνητικά στην καταναλωτική συμπεριφορά των νοικοκυριών. Στον βαθμό, ωστόσο, που οι εκλογικές διαδικασίες οδηγήσουν στον σχηματισμό βιώσιμης κυβέρνησης, αναμένεται να επιταχυνθούν οι διαδικασίες προώθησης των επενδυτικών σχεδίων μέσω και της απορρόφησης ευρωπαϊκών κονδυλίων, για να εκπληρωθεί ο στόχος του +15,5% στις επενδύσεις που προβλέπει ο Προϋπολογισμός του 2023.

    Οι εξελίξεις αυτές θα αποτυπωθούν στα μεγέθη των εισηγμένων εταιρειών, καθιστώντας το Ελληνικό Χρηματιστήριο πόλο έλξης αυξημένων εισροών, τόσο από το εξωτερικό όσο και από τους μέχρι τώρα ελάχιστα συμμετέχοντες Έλληνες, με τους δείκτες του να είναι ιδιαίτερα ελκυστικοί. Η ποθητή επενδυτική βαθμίδα θα έρθει, εκτός απροόπτου, το 2023, πιθανότατα όμως μετά τις εκλογές, μέχρι τις οποίες η επιφυλακτικότητα θα διατηρείται, συντηρώντας τις συναλλαγές χαμηλά. Αν όμως η ελληνική οικονομία επιβεβαιώσει ότι έχει ξεκινήσει ένας μακρόχρονος ενάρετος κύκλος ουσιαστικού παραγωγικού μετασχηματισμού και πολυετούς ανάπτυξης, είναι θέμα χρόνου να ακολουθήσουν και στο Χρηματιστήριο εξελίξεις που σε βάθος χρόνου θα οδηγήσουν στην οργανική ενσωμάτωσή του στα νέα δεδομένα.

    Στον δρόμο για τις 1.000 μονάδες

    Το βέβαιο είναι ότι το 2023 θα είναι ακόμα μία συναρπαστική χρονιά για τις αγορές, με το Ελληνικό Χρηματιστήριο, εν μέσω των παθογενειών του, να έχει και τις προϋποθέσεις να ξεχωρίσει. Βραχυπρόθεσμα, κατά τον κ. Τζάνα. Η υπέρβαση των 950 μονάδων οδηγεί στην αναμέτρηση με την περιοχή των 971-973 μονάδων, όπου στις 11 Φεβρουαρίου 2022 είχε καταγραφεί η υψηλότερη περσινή επίδοση, όπως επισημαίνει. 

    Όπως σημειώνει ο Πέτρος Στεριώτης, ανώτατο στέλεχος ΚΕΠΕΥ, το Ελληνικό Χρηματιστήριο συνεχίζει να "χτίζει" στην καλή παρακαταθήκη του προηγούμενου έτους, με τα πολυετή υψηλά του Γενικού Δείκτη να βρίσκονται σε απόσταση βολής. Ο Γενικός Δείκτης συντομότατα θα κληθεί να πάρει ξεκάθαρη "θέση" είτε υπέρ της ανοδικής διάσπασης των πολυετών υψηλών αντιστάσεων είτε υπέρ της κατοχύρωσης των πρόσφατων κερδών και της εσωστρέφειας.

    Από την πλευρά του, ο Ηλίας Ζαχαράκης της Fast Finance υπογραμμίζει πως το σημαντικό είναι ότι πλέον η αγορά έχει επιχειρηματικά νέα καθημερινά, ενώ σημαντικές αυξήσεις κεφαλαίου, τόσο σε μεγάλες όσο και σε μικρές εταιρείες, δείχνουν ότι το ενδιαφέρον είναι συνεχώς αυξανόμενο για το μέλλον. "Καλώς ή κακώς οι επενδυτές έρχονται συνήθως όταν η αγορά ανεβαίνει", σημειώνει χαρακτηριστικά. Η ελληνική αγορά, τουλάχιστον στο εσωτερικό της, είχε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον το 2013, όπου και κορύφωσε στις 1.390 μονάδες. Έκτοτε είχαμε μικρότερες εισροές στις ΑΜΚ των τραπεζών το 2016 και, τέλος, το προεκλογικό 2019, όταν κάποια κεφάλαια τοποθετήθηκαν περιμένοντας σημαντική άνοδο. Η ορμή, όμως, ανακόπηκε από την πανδημία αλλά και τον πόλεμο.

    Παρ’ όλα αυτά, ο Γενικός Δείκτης δεν αντικατοπτρίζει το τι έχει συμβεί σε αρκετές περιπτώσεις εταιρειών, μιας και κάποιες έχουν καταγράψει ακόμα και ιστορικά υψηλά ή σημαντικές αποδόσεις από τότε. Όλο αυτό το διάστημα έντεχνα ξένοι θεσμικοί αύξησαν θέσεις επιλεκτικά σε αρκετές εταιρείες, με το Χ.Α. να έχει καταφέρει να δείξει μια τελείως διαφορετική εικόνα σε σχέση με την πτώση των ξένων, κάτι που μαρτυρά ότι έχει κάτι να περιμένει στο άμεσο μέλλον.

    Όπως παρατηρεί ο Νικόλας Πετράκης, τεχνικός αναλυτής της Whitetip Investments, η ζώνη των 950-970 μονάδων παραμένει το ισχυρότερο επίπεδο αντίστασης της αγοράς από το 2014, ενώ σε αντίστοιχο κομβικό σημείο βρίσκεται και ο τραπεζικός δείκτης, όπου στις 710-750 μονάδες κρίνεται η μακροχρόνια πτωτική τάση από την ανακεφαλαιοποίηση του 2016. Μια υπέρβαση των 750 μονάδων θα αλλάξει άρδην την εικόνα των τραπεζών, υποστηρίζοντας έτσι την κατοχύρωση τετραψήφιων μονάδων του Γενικού δείκτη έπειτα από μία oκταετία.

    Μεγάλο ερωτηματικό, ωστόσο, παραμένει εάν αυτές οι μακροχρόνιες κρίσιμες αντιστάσεις μπορούν να διασπαστούν ανοδικά υπό τις παρούσες μακροοικονομικές συνθήκες και εν όψει εθνικών εκλογών ή αν επιχειρείται μια πρώτη κρούση με στόχο την υπέρβασή τους το δεύτερο εξάμηνο του έτους, κατά το οποίο θα έχουμε μια πιο ξεκάθαρη εικόνα της κατάστασης.

    Bullish και οι ξένοι για Χ.Α. και τράπεζες

    Τα μηνύματα και των διεθνών οίκων τις πρώτες μέρες του έτους για την πορεία του Χ.Α. είναι αισιόδοξα, έπειτα από την υπεραπόδοση που σημείωσε το 2022 έναντι των μεγάλων διεθνών αγορών. Ειδικότερα, σε νέες τους εκθέσεις, οι HSBC και Wood εμφανίστηκαν ιδιαίτερα θετικές για τις ελληνικές μετοχές το 2023, με στήριξη από την ανθεκτικότητα και τις καλές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, καθώς και τις επιδόσεις του τραπεζικού κλάδου.

    Κατά την HSBC, η Ελλάδα είναι μια φθηνή αγορά μακροπρόθεσμα, που στηρίζεται στην εγχώρια ζήτηση, και έτσι διατηρεί τη θετική της στάση στις ελληνικές μετοχές. Έπειτα από μια μακρά ύφεση οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης είναι ελπιδοφόρες, όπως τονίζει, ενώ οι αποτιμήσεις των ελληνικών μετοχών είναι ελκυστικές, με τις τράπεζες να παραμένουν στο επίκεντρο του ελληνικού story.

    Από την πλευρά της, και η Wood τονίζει πως παραμένει θετική για τις ελληνικές μετοχές και αναμένει ότι η υπεραπόδοση θα συνεχιστεί, λόγω της ανάκαμψης των ελληνικών τραπεζών και της ισχυρής βελτίωσης της κερδοφορίας στον μη χρηματοπιστωτικό κλάδο, τη στιγμή που η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας είναι "στα σκαριά". 

    Σε ό,τι αφορά τους κινδύνους για τις προοπτικές του Χ.Α., σε αυτούς τοποθετεί την αποεπένδυση του ΤΧΣ από τις τράπεζες, η οποία μπορεί να προκαλέσει κύμα διάθεσης μετοχών στην αγορά, ασκώντας έτσι πιέσεις στις τιμές τους (αν και μακροπρόθεσμα θα αποτελέσει θετικό παράγοντα), τους παγκόσμιους μακροοικονομικούς κινδύνους, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τον τουρισμό και τις επενδύσεις, και την αστάθεια που θα μπορούσε να δημιουργηθεί από τις εκλογές – με την πιθανότητα εύθραυστων συνασπισμών, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε περιορισμένη πολιτική δράση και με συνεχή κίνδυνο πρόωρων εκλογών. Τονίζει, ωστόσο, ότι η Ελλάδα έχει γυρίσει σελίδα και η πολιτική είναι πολύ λιγότερο σημαντική από ό,τι στην περίοδο της κρίσης μεταξύ 2010 και 2019. Η χώρα έχει αποκτήσει ανταγωνιστικότητα, ο δείκτης χρέους βρίσκεται σε πτωτική τροχιά και οι επενδύσεις αυξάνονται. Παράλληλα, η διάθεση για επιστροφή στον λαϊκισμό είναι μάλλον περιορισμένη, παρά τις προκλήσεις που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης.

    Ειδικά για τις τράπεζες, η Wood αναφέρει πως για σχεδόν 10 χρόνια αποτελούσαν βαρίδι για το Χ.Α., λόγω του επίμονου κινδύνου ανακεφαλαιοποιήσεων, βάσει πολύ υψηλού επιπέδου μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. Αυτό έχει πλέον αντιστραφεί και, το 2022, ο ελληνικός τραπεζικός δείκτης αυξήθηκε κατά 11%, έναντι πτώσης 5% για τον ευρωπαϊκό τραπεζικό δείκτη. Η Εθνική και η Eurobank ήταν δύο από τις τράπεζες με τις καλύτερες επιδόσεις στην Ευρώπη (+28% και +18%, αντίστοιχα).

    Το ζήτημα της ποιότητας του ενεργητικού για τις ελληνικές τράπεζες έχει ξεκάθαρα τελειώσει, τονίζει ο οίκος. Τα θεμελιώδη μεγέθη τους είναι πολύ ενθαρρυντικά, με επιστροφή στην αύξηση των δανείων (έπειτα από 10 χρόνια απομόχλευσης), με υψηλή ρευστότητα και αξιοπρεπή κεφάλαια. Οι τράπεζες έχουν (ή πλησιάζουν) υπερβεί τον στόχο του 10% της απόδοσης ιδίων κεφαλαίων ROTE και επωφελούνται από τις υψηλότερες αυξήσεις επιτοκίων της ΕΚΤ.

    Οι τάσεις για το 2023 παραμένουν υποστηρικτικές και η Wood αναμένει αύξηση περίπου 15% σε ετήσια βάση στην κερδοφορία των τραπεζών, με τους κύριους οδηγούς να είναι οι εξής δύο:

    - Αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους το 2023E κατά 10%-12% περίπου, εν μέσω αύξησης 6%-7% στην απόδοση των δανείων και ώθησης από υψηλότερα επιτόκια (αντισταθμίζοντας και με το παραπάνω το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης). Αυτό θα αποτελέσει σημαντικό μοχλό για τα προ προβλέψεων κέρδη, καθώς η πίεση στις λειτουργικές δαπάνες είναι σχετικά περιορισμένη (λόγω σχεδίων για εθελούσιες εξόδους, κλεισίματος υποκαταστημάτων και λογικών συμφωνιών με συνδικάτα για αυξήσεις μισθών).

    - Οριακή αύξηση του κόστους κινδύνου (COR). Η πιστωτική αύξηση στην Ελλάδα ήταν οριακή τα τελευταία 10 χρόνια και το τρέχον χαρτοφυλάκιο δανείων έχει περάσει από πολλαπλά "stress tests" μετά την ελληνική κρίση. Επιπλέον, οι προβλέψεις βρίσκονται ήδη σε σχετικά υψηλά επίπεδα, παρέχοντας ένα ισχυρό μαξιλάρι ασφαλείας.

    Λαμβάνοντας υπόψη τις ισχυρές αυτές προοπτικές για τον κλάδο, η Wood πιστεύει ότι η ισχυρή επίδοση των ελληνικών τραπεζικών μετοχών που καταγράφηκε το 2022 θα συνεχιστεί και το 2023, καθώς οι αποτιμήσεις παραμένουν σε αξιοπρεπή discounts σε σχέση με άλλες τράπεζες της Ευρώπης.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ