Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 10-Οκτ-2021 20:00

    Φωτιά σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά από την ενέργεια

    Τέλος για τιςλιγνιτικές μονάδες Καρδιάς και Αμυνταίου
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Χάρη Φλουδόπουλου

    Σε συστημικό κίνδυνο που απειλεί οικονομία και επιχειρήσεις εξελίσσεται η ενεργειακή κρίση που πλήττει ολόκληρη την Ευρώπη αλλά και τη χώρα μας με τις πρωτοφανείς αυξήσεις στις τιμές του φυσικού αερίου και του ρεύματος. Κάποιοι παρομοιάζουν τις σημερινές συνθήκες και κυρίως την επίπτωση της κρίσης στο σύνολο της οικονομίας με την πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του ’70. Σύμφωνα με το ήπιο σενάριο η κρίση θα διαρκέσει μέχρι το πρώτο τρίμηνο του 2022, ωστόσο δεν λείπουν και οι εκτιμήσεις ότι δεν θα υπάρξει εξομάλυνση σε όλη τη διάρκεια του 2022. Σε κάθε περίπτωση τα προβλήματα εκτείνονται  σε όλη την αλυσίδα από τη βιομηχανία και τη μεταποίηση μέχρι τα νοικοκυριά. Οι λογαριασμοί ρεύματος που φτάνουν σε καταναλωτές είναι αυξημένοι έως και 150%, με τις επιχειρήσεις να μετακυλίουν στα τελικά προϊόντα τα αυξημένα κόστη. Το νέο κύμα ανατιμήσεων είναι ήδη ορατό στην αγορά. Σε αυτό το κλίμα η κυβέρνηση επιχειρεί μέσω επιδοτήσεων να δημιουργήσει ανάχωμα στις αυξήσεις ενώ παράλληλα βρίσκεται σε εγρήγορση για ενδεχόμενα προβλήματα στην ενεργειακή τροφοδοσία τον χειμώνα. Την ίδια στιγμή στην αγορά ηλεκτρισμού τα αυξημένα κόστη προκαλούν ανησυχίες ακόμη και για συστημικό κίνδυνο, ειδικά για το κομμάτι του κλάδου προμήθειας που δέχεται ισχυρές πιέσεις σε ό,τι αφορά τη ρευστότητα εξαιτίας των αυξημένων αναγκών σε κεφάλαια κίνησης. 

    Βιομηχανία 

    Τα κόστη της ενέργειας σε επίπεδο χονδρικής καταγράφουν ανοδική τροχιά ήδη από τον περασμένο Μάιο, ωστόσο το τελευταίο δίμηνο βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Εκτός από τα χονδρεμπορικά κόστη, το τελευταίο διάστημα φτάνουν στους καταναλωτές λογαριασμοί ενέργειας με πρωτοφανείς αυξήσεις. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση βιομηχανίας, η οποία προμηθεύεται ηλεκτρική ενέργεια στη μέση τάση. Η συγκεκριμένη εταιρεία στις αρχές του έτους πλήρωνε λογαριασμό στα 5,6 σεντς/KWh . Τον Σεπτέμβριο  το τιμολόγιο που κλήθηκε να πληρώσει για την κατανάλωση του Αυγούστου ήταν στα 14 σεντς/KWh, δηλαδή η αύξηση φτάνει το 150%. Αντίστοιχα άλλος επαγγελματικός πελάτης της μέσης τάσης με μικρότερη κατανάλωση έλαβε λογαριασμό στον οποίο η χρέωση ενέργειας ήταν 1.200 ευρώ ενώ η χρέωση της ρήτρας αναπροσαρμογής της τιμής λόγω αύξησης της χονδρεμπορικής τιμής του ρεύματος ήταν ακόμη 1.200 ευρώ (αύξηση 100%). Για τον μήνα Οκτώβριο, τα τιμολόγια που αφορούν στις καταναλώσεις του Σεπτεμβρίου, η τιμή σύμφωνα με πληροφορίες αναμένεται να φτάσει στα 17 σεντς/KWh, ή αλλιώς αύξηση 203%. 

    Σε ό,τι αφορά το φυσικό αέριο, μια βιομηχανία που πλήρωνε τον Γενάρη 20 ευρώ/MWh, τον Σεπτέμβριο πλήρωσε 40 ευρώ/MWh (αύξηση 100%). Η ίδια βιομηχανία τον Οκτώβριο για την κατανάλωση του Σεπτεμβρίου θα κληθεί να πληρώσει 47 ευρώ/MWh (αύξηση 135%), ενώ εάν οι διεθνείς τιμές τον Οκτώβριο παραμείνουν στα τρέχοντα επίπεδα τότε θα κληθεί να πληρώσει το Νοέμβριο 80 ευρώ/MWh (αύξηση 300%). 

    Νοικοκυριά

    Την ίδια στιγμή υπέρογκες είναι οι αυξήσεις και στα οικιακά τιμολόγια. Σύμφωνα με πληροφορίες ο μεγαλύτερος πάροχος με μερίδιο άνω του 65% η ΔΕΗ, για τον μήνα Σεπτέμβριο υπολογίζει ότι η ρήτρα αγοράς θα φτάσει τα 8,4 σεντς/KWh. Αυτό σημαίνει ότι η τελική τιμή μαζί με την έκπτωση του 30% που εφαρμόζει η επιχείρηση στους συνεπείς καταναλωτές θα διαμορφωθεί στα 16,1 σεντς/KWh. Δηλαδή για ένα νοικοκυριό με τετραμηνιαία κατανάλωση 1,5 MWh μόνο η ρήτρα χονδρεμπορικής ανέρχεται στα 126 ευρώ και το συνολικό ύψος του λογαριασμού (χωρίς την επιδότηση) ανέρχεται στα 240 ευρώ (χωρίς τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις), όταν στις αρχές του έτους βρισκόταν στα επίπεδα των 165 ευρώ (αύξηση 45%).

    Για τους οικιακούς καταναλωτές πάντως, ακόμη μεγαλύτερες αναμένεται να είναι οι αυξήσεις στο φυσικό αέριο, για όσους κάνουν χρήση του καυσίμου για θέρμανση. Εάν διατηρηθούν οι τρέχουσες τιμές, πηγές της αγοράς εκτιμούν ότι το κόστος του φυσικού αερίου στη λιανική θα φτάσει έως και 5 φορές πάνω σε σύγκριση με τα χαμηλά επίπεδα τιμών που είχαν διαμορφωθεί πέρυσι λόγω της πανδημίας. 

    Επιδοτήσεις

    Για αυτό τον λόγο, άλλωστε, η κυβέρνηση αποφάσισε την αύξηση της επιδότησης στους λογαριασμούς. Αρχικά είχε αποφασιστεί να δοθούν 150 εκατ. ευρώ με στόχο να επιδοτηθούν με 9 ευρώ τον μήνα οι λογαριασμοί ρεύματος. Ωστόσο, καθώς οι τιμές έχουν εκτροχιαστεί σε μεγαλύτερο βαθμό από τους αρχικούς υπολογισμούς, το ύψος του ποσού που θα διατεθεί θα υπερδιπλασιαστεί και θα φτάσει στα 400 εκατ. ευρώ με στόχο να επιδοτηθούν με 18 ευρώ/ μήνα οι καταναλωτές της χαμηλής τάσης. Πάντως για το φυσικό αέριο δεν προβλέπεται να δοθεί απευθείας επιδότηση, όπως με τους λογαριασμούς ρεύματος και η ενίσχυση θα γίνει μέσω επιδόματος θέρμανσης. Το συνολικό ποσό που θα διατεθεί για το επίδομα θέρμανσης προβλέπεται ότι θα διπλασιαστεί στα 170 εκατ. ευρώ. 

    Συστημικός κίνδυνος

    Οι αυξημένες τιμές συνεπάγονται αυξημένες ανάγκες σε κεφάλαια για τις εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η χονδρεμπορική τιμή του ρεύματος, σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία του ενεργειακού χρηματιστηρίου τον Σεπτέμβριο ανήλθε στα 134,73 ευρώ/MWh, από 121,72 ευρώ/MWh τον Αύγουστο, 101,86 ευρώ/MWh τον Ιούλιο και 52,52 ευρώ/MWh τον Ιανουάριο. Τον Οκτώβριο οι τιμές έχουν αυξηθεί ακόμη περισσότερο και την περασμένη εβδομάδα σημειώθηκε νέο ιστορικό ρεκόρ στα 218,73 ευρώ/MWh. Τα αυξημένα κόστη δημιουργούν πρόβλημα στις εταιρείες προμήθειας. Όπως αναφέρουν πηγές του κλάδου, το διαχειριστικό κόστος για κάθε πελάτη κυμαινόταν την άνοιξη στα 200 ευρώ/μήνα και πλέον έχει ξεπεράσει τα 400 ευρώ. Ενδεικτικά για μια εταιρεία προμήθειας με 300 χιλιάδες πελάτες, οι ανάγκες σε κεφάλαια κίνησης έχουν αυξηθεί από τα 60 πάνω από τα 120 εκατ. ευρώ. Το πρόβλημα της ρευστότητας είναι ακόμη μεγαλύτερο για τις εταιρείες που δεν είναι καθετοποιημένες και δεν έχουν δραστηριότητα στην παραγωγή, ωστόσο ακόμη και οι καθετοποιημένοι παίκτες βρίσκονται πλέον υπό πίεση. Η αβεβαιότητα επιτείνεται και από το γεγονός ότι ακόμη οι εταιρείες δεν γνωρίζουν λεπτομέρειες για τον τρόπο που θα εφαρμοστεί η επιδότηση των λογαριασμών και κυρίως για το πότε θα δοθούν τα χρήματα της επιδότησης.

    Παράδοξα στην παραγωγή

    Η άνοδος των τιμών του αερίου έχει ως αποτέλεσμα να υπάρχει ανατροπή δεδομένων και στην αγορά της ηλεκτροπαραγωγής. Με το κόστος του φυσικού αερίου στα επίπεδα των 70 έως 90 ευρώ/MWh οι μονάδες φυσικού αερίου παύουν να είναι οικονομικότερες έναντι των μονάδων λιγνίτη, ακόμη και με το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων στα επίπεδα των 60 ευρώ ο τόνος. Για παράδειγμα μια μονάδα φυσικού αερίου εμφανίζει μεταβλητό κόστος στα 168 ευρώ/MWh (144 ευρώ κόστος καυσίμου και 24 ευρώ κόστος ρύπων) την ίδια στιγμή που μια λιγνιτική μονάδα εμφανίζει λειτουργικό κόστος στα 120 ευρω/MWh (90 ευρώ κόστος ρύπων και 30 ευρώ κόστος καυσίμου). Η διαφορά αναμένεται να διευρυνθεί ακόμη περισσότερο τον Οκτώβριο εξαιτίας της περαιτέρω αύξησης των τιμών του φυσικού αερίου. 

    Να σημειωθεί, εξάλλου, ότι εξαιτίας της απολιγνιτοποίησης και της πρόθεσης της κυβέρνησης και της ΔΕΗ να αποσύρουν πρόωρα τις λιγνιτικές μονάδες, εκφράζονται ανησυχίες για τον φετινό χειμώνα ως προς την ενεργειακή ασφάλεια και την επαρκή ενεργειακή τροφοδοσία. Εάν, δηλαδή, συνεχιστούν τα προβλήματα στην αγορά του φυσικού αέριου, υπάρχουν ανησυχίες ως προς την ετοιμότητα των λιγνιτικών μονάδων να αναλάβουν αυξημένο ρόλο στο ενεργειακό ισοζύγιο, κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι έχουν σταματήσει οι επενδύσεις στον τομέα των ορυχείων για τη διάνοιξη νέων κοιτασμάτων.

    Ελπίδες αποκλιμάκωσης

    Την περασμένη εβδομάδα σημειώθηκε νέο ρεκόρ στη διεθνή τιμή του φυσικού αερίου που ξεπέρασε τα 150 ευρώ/MWh όταν μόλις τον περασμένο Ιανουάριο βρισκόταν στα επίπεδα των 17 ευρώ/MWh. Οι διεθνείς τιμές, ωστόσο, τις τελευταίες ημέρες εμφανίζουν τάσεις αποκλιμάκωσης με αφορμή τις δηλώσεις του Ρώσου προέδρου Πούτιν, ο οποίος ανέφερε ότι η χώρα του είναι έτοιμη να αυξήσει την προμήθεια αερίου στην αγορά, προσθέτοντας ότι "αυτή η κερδοσκοπική τρέλα δεν θα βγει σε καλό". Πάντως, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αναλυτών της αγοράς, οι υψηλές τιμές δεν πρόκειται να αποκλιμακωθούν νωρίτερα από το πρώτο τρίμηνο του 2022. Δεν λείπουν μάλιστα και οι περισσότερο απαισιόδοξες προβλέψεις όπως αυτή της Citi, η οποία μιλά για επέκταση της ενεργειακής κρίσης σε όλη τη διάρκεια του 2022. 

    Πληθωριστικές πιέσεις

    Η άνοδος των ενεργειακών τιμών αποτελεί μία από τις βασικές αιτίες, μαζί με την επανεκκίνηση των οικονομιών, για την επανεμφάνιση πληθωριστικών πιέσεων σε όλη την Ευρώπη και φυσικά και την Ελλάδα. Στη χώρα μας οι μεγαλύτερες αυξήσεις που έχουν καταγραφεί έως τώρα αφορούν στα ενεργειακά προϊόντα, ενώ ο δεύτερος κύκλος αυξήσεων που έχει ξεκινήσει από τον Ιούλιο αφορά στα τρόφιμα, καθώς οι αυξήσεις σε λιπάσματα και ζωοτροφές φέρνουν αυξήσεις στις τιμές του κρέατος, των γαλακτοκομικών προϊόντων και στο σύνολο των νωπών φρούτων και οπωροκηπευτικών. Διψήφιες αυξήσεις καταγράφονται στα βιομηχανικά προϊόντα ενώ και στις υπηρεσίες παρά τη συγκράτηση των τιμών, η άνοδος του τουρισμού συμπαρέσυρε τις τιμές των καταλυμάτων αλλά και το κόστος των υπηρεσιών εστίασης από 3% έως 5%. Μέχρι το τέλος του χρόνου εκτιμάται ότι ο πληθωρισμός θα κινηθεί κοντά στο 2,5%, ύψος που είχε να εμφανιστεί από το 2011. Υπενθυμίζεται ότι ο προϋπολογισμός του 2021 είχε συνταχθεί με πρόβλεψη για πληθωρισμό 0,6, ενώ το μεσοπρόθεσμο σχέδιο δημοσιονομικής στρατηγικής που δημοσιοποιήθηκε τον Ιούνιο προέβλεπε για φέτος μηδενικό πληθωρισμό. 


     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ