Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 26-Σεπ-2021 16:00

    Τι φοβάται η ΕΚΤ για τον πληθωρισμό

    Τι φοβάται η ΕΚΤ για τον πληθωρισμό
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Λεωνίδα Στεργίου

    Περισσότερες από 20 μελέτες από οικονομολόγους και ερευνητές της ΕΚΤ καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: Η άνοδος του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη είναι παροδική. Ωστόσο, αν παγιωθούν οι αυξήσεις τιμών σε μεγάλο αριθμό προϊόντων και υπηρεσιών που επηρεάζονται άμεσα και έμμεσα από το κόστος της ενέργειας, τότε ο κίνδυνος του πληθωρισμού γίνεται υπαρκτός. Η πρώτη ένδειξη μιας τέτοιας εξέλιξης θα είναι η αύξηση του εργατικού κόστους, κάτι που στην παρούσα περίοδο δεν υπάρχει.

    Οι διαπιστώσεις αυτές προκύπτουν από τις μελέτες που προετοίμασε η ΕΚΤ για το ετήσιο συνέδριό της στις 28-29 Σεπτεμβρίου, που παραδοσιακά πραγματοποιείται στην Πορτογαλία, αλλά εφέτος θα γίνει online λόγω COVID. Το θέμα του φετινού συνεδρίου είναι: "Μετά την πανδημία: Tο μέλλον της νομισματικής πολιτικής". Για την κάλυψη της θεματολογίας εκπονήθηκαν μελέτες που αναλύουν σε βάθος όλους τους παράγοντες που μπορεί να επηρεάζουν τη νομισματική πολιτική, από την αξιολόγηση των μοντέλων πρόβλεψης μέχρι επικοινωνιακούς παράγοντες, ψηφιοποίηση της οικονομίας και θεωρία των συμπεριφορών.

    Ωστόσο, όλες περιστρέφονται γύρω από τον πληθωρισμό, καταλήγοντας στην ίδια διαπίστωση. Η πανδημία και στη συνέχεια το άνοιγμα των αγορών προκάλεσαν απότομα και μεγάλες αναταράξεις σε πολλά μεγέθη που ήταν αναμενόμενα. Όμως επηρεάζουν τις μετρήσεις του πληθωρισμού με τον παραδοσιακό τρόπο, όπως στις περιόδους κανονικότητας. Έτσι, ο σημερινός πληθωρισμός και εκείνος πριν από την πανδημία, π.χ. το 2019, δεν είναι συγκρίσιμοι. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δίνονται λάθος μηνύματα στις αγορές και να τροφοδοτούνται πληθωριστικές προσδοκίες που μετατρέπονται σε πραγματικές πιέσεις καθώς εξαπλώνονται στις αποδόσεις και στις τιμές μεγάλου εύρους προϊόντων και υπηρεσιών.

    Μια ενδιαφέρουσα μελέτη συνδυάζει όλους αυτούς τους παράγοντες, προσθέτοντας και τον παράγοντα του πληθωρισμού από τις ΗΠΑ. Η μελέτη αυτή συγκρίνει τον πληθωρισμό σε ΗΠΑ και Ευρωζώνη από τις αρχές της κρίσης μέχρι σήμερα, σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα.

    Τα βασικά κοινά χαρακτηριστικά είναι δύο:

    Πρώτον, οι ανατιμήσεις προκλήθηκαν από την απότομη άνοδο της ζήτησης με την επανεκκίνηση, που εκδηλώθηκε με εκτίναξη των τιμών στην ενέργεια, τα μέταλλα, τις μεταφορές κ.λπ. Έτσι, πέρασε η άνοδος των τιμών σε πολλά άλλα προϊόντα και υπηρεσίες, όπως τα τρόφιμα, τις κατασκευές, κ.λπ.

    Δεύτερον, δεν είναι συγκρίσιμος ο πληθωρισμός του 2021 με εκείνον το 2020. Η σημερινή πληθωριστική συγκυρία από έκτακτους παράγοντες συγκρίνεται, σε ετήσια βάση, με τις τιμές του 2020, όταν οι οικονομίες ήταν κλειστές και η ζήτηση σχεδόν ανύπαρκτη. Προφανώς, από μια τέτοια σύγκριση η μεταβολή θα είναι μεγάλη.

    Στη συνέχεια η μελέτη προχωρά στη σύγκριση του πληθωρισμού με εκείνη του 2019, αλλά και στη σύγκριση του πληθωρισμού μεταξύ Ευρωζώνης και ΗΠΑ. Στο σημείο αυτό καταλήγει ότι η κύρια σπίθα που πυροδότησε τον πληθωρισμό σε ΗΠΑ και Ευρωζώνη ήταν η εκτίναξη των τιμών στην ενέργεια, σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα.

    Άλλο ΗΠΑ, άλλο Ευρωζώνη

    Οι διαφορές μεταξύ του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη και εκείνου στις ΗΠΑ είναι μεγάλες. Μάλιστα, σε τέτοιο βαθμό, που δεν μπορούν οι τάσεις στις ΗΠΑ να αποτελούν πρόδρομα σημάδια για το τι θα επακολουθήσει στην Ευρωζώνη. Επιπλέον, η άμεση σύνδεση είναι περιορισμένη λόγω του περιορισμένου εμπορικού ισοζυγίου, ενώ η άσκηση της νομισματικής πολιτικής είναι διαφορετική τόσο σε πρακτικό όσο και σε επικοινωνιακό επίπεδο. Παράλληλα, οι αντιδράσεις των αγορών είναι διαφορετικές από μεταβολές στις τιμές και τη νομισματική πολιτική των ΗΠΑ, σε σχέση με την Ε.Ε.

    Η μεθοδολογία της σύγκρισης είναι εντυπωσιακή:

    - Δομικός πληθωρισμός. Πρώτα συγκρίνει τον δομικό πληθωρισμό, δηλαδή χωρίς να περιλαμβάνονται ενέργεια και τρόφιμα. Στην Ευρωζώνη ο δομικός πληθωρισμός αυξήθηκε κατά 2% σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα, ενώ στις ΗΠΑ κατά 6%. Παρά τις αυξήσεις αυτές, ο δομικός πληθωρισμός στην Ευρωζώνη παραμένει χαμηλότερος σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα, ενώ στις ΗΠΑ είναι σημαντικά υψηλότερος.

    - "Ψαλιδισμένος" πληθωρισμός. Η μελέτη δημιουργεί έναν νέο δείκτη που περιλαμβάνει λίγα στοιχεία από το καλάθι του πληθωρισμού, τα οποία, όμως, παρουσίασαν τις μεγαλύτερες αυξήσεις. Περιλαμβάνονται και ενεργειακά προϊόντα. Ο ρυθμός μεταβολής των τιμών σε αυτό το καλάθι, στο διάστημα Ιανουαρίου-Ιουλίου 2021, αυξήθηκε στις ΗΠΑ κατά 1 ποσοστιαία μονάδα, ενώ στην Ευρωζώνη κατά 0,8 ποσοστιαίες μονάδες. Την ίδια περίοδο ο συνολικός πληθωρισμός στις ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 4 ποσοστιαίες μονάδες, έναντι 1,3 μονάδων στην Ευρωζώνη.

    - Αγορά αυτοκινήτου και μεταφορές. Στις ΗΠΑ αυξήθηκαν οι τιμές νέων και μεταχειρισμένων αυτοκινήτων λόγω του περιορισμού χρήσης μέσων μεταφοράς. Στην Ευρωζώνη παρατηρήθηκε αύξηση στα νέα αυτοκίνητα, αλλά όχι σημαντική στα μεταχειρισμένα. Επιπλέον, η άνοδος στις μεταφορές και στα καταναλωτικά προϊόντα, όπως ρουχισμός, προηγήθηκε στις ΗΠΑ επειδή η άρση των περιοριστικών μέτρων έγινε πιο γρήγορα και νωρίτερα από ό,τι στην Ευρωζώνη.

    - Ενοίκια. Οι τιμές των ενοικίων στις ΗΠΑ αυξήθηκαν σημαντικά, κυρίως λόγω της τηλεργασίας, κάτι το οποίο δεν παρατηρήθηκε σε τέτοιο βαθμό στα ενοίκια στην Ευρωζώνη

    - "Καλάθι νοικοκυράς". Οι ανατιμήσεις στις ΗΠΑ παρατηρήθηκαν σε μεγαλύτερο εύρος προϊόντων και υπηρεσιών που συνθέτουν τον δείκτη τιμών καταναλωτή, ενώ στην Ευρωζώνη η εξάπλωση είναι αρκετά πιο περιορισμένη. Μικρή άνοδος του αριθμού των προϊόντων που ανατιμήθηκαν παρατηρήθηκε το 2021, αλλά σε μικρότερο βαθμό και σε μικρότερο πλήθος σε σχέση με τις ΗΠΑ.

    - Προσδοκίες. Οι πρόσφατες πληθωριστικές πιέσεις έχουν επηρεάσει τις προβλέψεις της αγοράς. Ωστόσο οι πληθωριστικές προσδοκίες αυξήθηκαν περισσότερο για τις ΗΠΑ παρά για την Ευρωζώνη. Για το 2022 οι εκτιμήσεις αναθεωρήθηκαν κατά τις μετρήσεις του Αυγούστου κατά 0,7 μονάδες για τις ΗΠΑ και 0,3 μονάδες για την Ευρωζώνη. Και είναι κοντά με τις εκτιμήσεις των στελεχών της ΕΚΤ. Δηλαδή για τις ΗΠΑ ο πληθωρισμός το 2021 αναμένεται να φτάσει στο 4,1% και το 2022 να πέσει στο 2,9%. Για την Ευρωζώνη ο πληθωρισμός αναμένεται φέτος στο 2,1% και το 2022 στο 1,5%. Η διαφορά, επίσης, είναι ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη θα είναι σε χαμηλότερα επίπεδα από τα προ πανδημίας επίπεδα το 2022.

    - Φόβος. Οι πρόσφατες ανατιμήσεις επηρέασαν περισσότερο ανοδικά τις προβλέψεις για τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ παρά στην Ευρωζώνη.

    - Παροδικά φαινόμενα. Τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρωζώνη οι ανατιμήσεις οφείλονται σε ειδικούς παράγοντες που συνδέονται με την πανδημία και την επανεκκίνηση, παρά σε μόνιμους παράγοντες.

    - Προειδοποίηση. Τα μόνιμα πληθωριστικά φαινόμενα, οι ανατιμήσεις, θα πρέπει να εξαπλωθούν σε περισσότερα προϊόντα και υπηρεσίες, να παραμείνουν αρκετό καιρό και να αντανακλούν άνοδο του εργατικού κόστους. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι σήμερα δεν υπάρχει καμία σοβαρή ένδειξη για μια τέτοια εξέλιξη, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες στην αγορά εργασίας και τα μέτρα για διατήρηση της απασχόλησης.

    - Κίνδυνοι. Από την άλλη πλευρά, η ανάκαμψη από την πανδημία αποτελεί μια μοναδική −χωρίς ιστορικό προηγούμενο− κατάσταση, με σημαντικές "μη κανονικές" αναταράξεις για τον πληθωρισμό, οι οποίες απαιτούν στενή παρακολούθηση και προσθήκη του παράγοντα της αβεβαιότητας στις πληθωριστικές προσδοκίες.

    Η επικοινωνία, η ψηφιοποίηση και η αυτοκριτική

    Από τον τίτλο του συνεδρίου, "Μετά την πανδημία: Το μέλλον της νομισματικής πολιτικής", δεν γίνεται σαφές ότι το βασικό θέμα θα είναι ο πληθωρισμός. Πράγματι, οι περίπου 20 ερευνητικές μελέτες από κορυφαίους οικονομολόγους και στελέχη της ΕΚΤ αναλύουν τα μαθήματα από την πανδημία και την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής από πολλές πτυχές. Όλες, όμως, έχουν την προσοχή τους στον πληθωρισμό.

    Υπάρχει μελέτη για τον ψηφιακό μετασχηματισμό και το πώς επηρεάζει τη νομισματική πολιτική. Και σε αυτήν τη μελέτη υπάρχει η διαπίστωση ότι η ραγδαία ψηφιοποίηση οδηγεί τελικά σε μείωση των τιμών μεταξύ επιχειρήσεων και μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών, που ροκανίζει τον πληθωρισμό κατά 0,15 ποσοστιαίες μονάδες. Καθώς η χρήση της τεχνολογίας συνεχώς θα αυξάνεται, και μάλιστα με ταχύτερο ρυθμό, η επίπτωση στη μείωση του πληθωρισμού θα είναι μεγαλύτερη στην Ευρωζώνη.

    Μία άλλη μελέτη ασχολείται με το επικοινωνιακό κομμάτι της νομισματικής πολιτικής. Η μελέτη διαπιστώνει ότι η προηγούμενη διατύπωση για τον στόχο του πληθωρισμού, δηλαδή "κάτω, αλλά κοντά στο 2%", δημιουργούσε ανησυχία στις αγορές για πληθωριστικές πιέσεις και για πιθανή άνοδο των επιτοκίων όταν ο πληθωρισμός ξεπερνούσε το 1% και πλησίαζε προς το 1,5% και 1,75%. Ο φόβος αυτός δημιουργεί πληθωριστικές πιέσεις και άνοδο των αποδόσεων ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Πέρα από τα αντανακλαστικά των αγορών και των διαχειριστών κεφαλαίων, ένας από τους λόγους που τροφοδοτείται η προσδοκία ανόδου του πληθωρισμού είναι το γεγονός ότι η ΕΚΤ λαμβάνει υπόψη τις εκτιμήσεις στελεχών της αγοράς στα μοντέλα προβλέψεων. Έτσι, τα ίδια τα στελέχη που αντιλαμβάνονται κίνδυνο πληθωρισμού τροφοδοτούν τα μοντέλα της ΕΚΤ με υψηλότερες προσδοκίες για άνοδο τιμών, επιτοκίων κ.ά.

    Συνεπώς, διαπιστώθηκε ότι το "πραγματικό" όριο της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό στην αγορά είναι αρκετά πιο κάτω από το 2%. Αυτή ήταν η αιτία για την οποία επαναδιατύπωσε τον στόχο του πληθωρισμού σε "γύρω από το 2%". Με τον τρόπο αυτό αφήνει μεγαλύτερα περιθώρια ανόδου του πληθωρισμού −ακόμα και λίγο πάνω από το 2%− πριν η αγορά αρχίσει να αυξάνει τις αποδόσεις από τον φόβο ότι η ΕΚΤ θα αυξήσει τα επιτόκια ή θα γίνει πιο φειδωλή στη ρευστότητα λόγω ανόδου των τιμών. Μάλιστα, μια άλλη μελέτη έδειξε ότι, αν ανέβαζε το όριο, π.χ. από το 2% στο 3%, οι αποδόσεις στις αγορές θα έπεφταν. Αυτό, όμως, δεν μπορούσε να συμβεί λόγω Συνθήκης. Έτσι, περιορίστηκε στην παραπάνω διατύπωση. Στην επικοινωνία της νομισματικής πολιτικής προστίθεται και ο παράγοντας των μέσων ενημέρωσης που χρησιμοποιούν φράσεις όπως "πηγές που γνωρίζουν", επηρεάζοντας τις αγορές.

    Η αυτοκριτική για το "επικοινωνιακό" κομμάτι της νομισματικής πολιτικής που επηρεάζει τις πληθωριστικές τάσεις και την άνοδο των αποδόσεων στις αγορές δεν σταματά εδώ. Άλλη μελέτη έδειξε ότι τα μοντέλα της πέφτουν έξω, με τις προβλέψεις να κινούνται σε ανώτερα επίπεδα από την πραγματικότητα. Επίσης, οι προβλέψεις αυτές προκαλούν πληθωριστικές προσδοκίες. Μάλιστα, η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η καμπύλη των swaps, εάν αναστραφεί, δίνει καλύτερες προβλέψεις.

    Είναι περίπλοκο

    Στην ΕΚΤ καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες, οι οποίοι πιθανότατα δεν λαμβάνονται υπόψη, και κάποιοι άλλοι που περιλαμβάνονται στα μοντέλα της αλλά ο ένας επηρεάζει τον άλλον. Για παράδειγμα, θα πρέπει να γίνει πιο προσεκτική ανάλυση παραγόντων όπως της παραγωγικότητας, της ψηφιοποίησης, της κλιματικής αλλαγής (πράσινοι φόροι, αύξηση δικαιωμάτων ρύπων κ.ά.), αλλά και μια σειρά αλλαγών που έχουν επέλθει στις αγορές και την παγκοσμιοποιημένη οικονομία από τότε που υπογράφηκε η Συνθήκη του Μάαστριχτ και από την τελευταία αναθεώρηση της νομισματικής πολιτικής το 2013, όταν εισήχθησαν και τα μέτρα ποσοτικής χαλάρωσης.

    Στο θέμα της παραγωγικότητας διαπιστώνονται πληθωριστικές εστίες, στις οποίες, όμως, η προσέγγιση και η παρακολούθηση θα πρέπει να γίνει με διαφορετικό τρόπο από ό,τι στο παρελθόν. Το ίδιο ισχύει και για τις επιπτώσεις που προέρχονται από τις διαφορές στην άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής μεταξύ των κρατών-μελών. Σε ό,τι αφορά την παραγωγικότητα, η ΕΚΤ σημειώνει ότι παρατηρήθηκε μείωση του κόστους, αλλά ταυτόχρονος περιορισμός των ωρών εργασίας λόγω των περιοριστικών μέτρων και της έλλειψης ζήτησης. Η πανδημία, όμως, δημιούργησε και ένα νέο μοντέλο εργασίας (τηλεργασία), και οι επιχειρήσεις, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, έμαθαν να λειτουργούν με λιγότερο προσωπικό. Η αλλαγή αυτή έχει επιπτώσεις ως προς την εξομάλυνση της ζήτησης και της προσφοράς, μια σχέση που επηρεάζει το κόστος, όπως και σε παράπλευρες αγορές, όπως η αγορά ακινήτων (εργασία από το σπίτι). Με νέα οπτική θα πρέπει να αναλυθούν οι επιπτώσεις από τη δημοσιονομική πολιτική, καθώς ελήφθησαν μέτρα στήριξης και χαλάρωσης λόγω ενός έκτακτου γεγονότος το οποίο ήρθε να καλύψει σε μεγάλο βαθμό πραγματικές οικονομικές ανάγκες και όχι να αυξήσει πληθωριστικά το εισόδημα και την κατανάλωση. Επίσης, όλα τα μέτρα είχαν ως στόχο την αποκλιμάκωση της αβεβαιότητας, η οποία μεταφράζεται σε αύξηση του κινδύνου και σε υψηλότερες κοστολογήσεις.



     


     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ