Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 17-Σεπ-2021 23:04

    Επιβεβαίωσε τις προσδοκίες η DBRS: Αναβάθμισε την Ελλάδα σε ΒΒ, με θετικές προοπτικές

    Επιβεβαίωσε τις προσδοκίες η DBRS: Αναβάθμισε την Ελλάδα σε ΒΒ, με θετικές προοπτικές
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 18/9, 00:18

    Επιβεβαίωσε τις προσδοκίες η DBRS, καθώς προχώρησε σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας σε ΒΒ από BB(low) προηγουμένως, αναθεωρώντας παράλληλα επί τα βελτίω τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας σε θετικές από σταθερές.

    Όπως αναφέρει ο καναδικός οίκος η αναβάθμιση αντικατοπτρίζει τη θετική άποψη της DBRS Morningstar για τις δημοσιονομικές και οικονομικές εξελίξεις πριν από την πανδημία που προσέφεραν στη χώρα μεγαλύτερη ανθεκτικότητα ώστε να αντιμετωπίσει τις τρέχουσες προκλήσεις. 

    Οι ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας πριν από το ξέσπασμα της υγειονομικής κρίσης λόγω της πανδημίας του κορονοϊού και τα σημαντικά ταμειακά αποθέματα, που αυξήθηκαν σε 32,2 δισ. ευρώ στο τέλος Ιουνίου 2021, όπως τονίζει ο οίκος εξασφάλισαν δημοσιονομικό χώρο στην κυβέρνηση για να λάβει μέτρα στήριξης ώστε να μετριάσει τον αντίκτυπο της πανδημίας. 

    Παράλληλα, η DBRS σημειώνει ότι, παρά τη μεγάλη εξάρτηση από τον τουρισμό, η συρρίκνωση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 8,2% το 2020 ήταν ηπιότερη από την αρχική εκτίμηση, θέτοντας τις βάσεις για μια ισχυρή ανάκαμψη μέχρι τώρα το 2021. 

    Επιπλέον, προσθέτει ότι έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs) από την μεριά των τραπεζών, με τον δείκτη NPL να μειώνεται στο 21,3% τον Ιούνιο του 2021 από 40,6% τον Δεκέμβριο του 2019. 

    Η αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας αντανακλά την επικαιροποιημένη αξιολόγηση του οίκου για τη χώρα στις κατηγορίες: "Δημοσιονομική Διαχείριση και Πολιτική", "Οικονομική Δομή και Απόδοση" και "Νομισματική Πολιτική και Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα".

    Σε ό,τι αφορά την επί τα βελτίω αναθεώρηση των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας, σε θετικές από σταθερές, ο οίκος σημειώνει ότι αντικατοπτρίζει τη σημαντική βελτίωση που εμφανίζουν οι μελλοντικές οικονομικές προοπτικές της χώρας. 

    Όπως τονίζει, παρά την υγειονομική κρίση, η ελληνική κυβέρνηση συνέχισε να εφαρμόζει το πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων σε συνεργασία με τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, βελτιώνοντας έτσι τη δυναμική της ανάπτυξης. Μάλιστα, ο οίκος τονίζει ότι έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται έντονα σημάδια ανάκαμψης της οικονομίας. 

    Οι αρχικές εκτιμήσεις για το ΑΕΠ υποδηλώνουν ανάκαμψη 16,2% το β΄ τρίμηνο του τρέχοντος έτους, σε ετήσια βάση, με αποτέλεσμα ανάπτυξη 6,9% στο πρώτο μισό του 2021 έναντι του αντίστοιχου α΄ εξαμήνου του 2020.

    Επιπλέον, τα στοιχεία από τις διεθνείς πτήσεις έδειξαν, μετά από ένα σχετικά αδύναμο ξεκίνημα, ισχυρή ανάκαμψη του τουριστικού τομέα το τρίτο τρίμηνο του έτους, με τις αφίξεις να φτάνουν στο 93% των επιπέδων του 2019.

    Ωστόσο, ο οίκος επισημαίνει ότι ο πιο σημαντικός παράγοντας είναι ότι η Ελλάδα αναμένεται να λάβει ένα σημαντικό ποσό κεφαλαίων από το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ και από το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο ύψους περίπου 70 δισ. ευρώ. Σημειώνει ότι το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της Ελλάδας, ήτοι το γνωστό "Ελλάδα 2.0” περιλαμβάνει μεταρρυθμίσεις που πιθανότατα θα ενισχύσουν την ανάπτυξη και τις επενδύσεις, μειώνοντας το επενδυτικό χάσμα μεταξύ της Ελλάδας και των αντίστοιχων χωρών της ευρωζώνης.

    Ισχυρότερη του αναμενομένου η ανάκαμψη το 2021

    Η πανδημία του κορονοϊού και τα περιοριστικά μέτρα ώθησαν την ελληνική οικονομία σε βαθιά οικονομική συρρίκνωση το 2020. Το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας μειώθηκε κατά 8,2%, σε σύγκριση με "βουτιά" 6,3% στην ευρωζώνη, σημειώνει ο οίκος. Τα αυστηρά περιοριστικά μέτρα οδήγησαν σε σημαντική συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας το β' τρίμηνο, ακολουθούμενη από αδύναμες επιδόσεις σε σύγκριση με την ανάκαμψη της ευρωζώνης το γ' τρίμηνο, εξαιτίας της μεγάλης  εξάρτησης από τον τουρισμό. Ωστόσο, ο ηπιότερος αντίκτυπος των περιοριστικών μέτρων κατά το δ' τρίμηνο, και με τις επενδύσεις και τις εξαγωγές να επιδεικνύουν ανθεκτικότητα, αποτράπηκε η ύφεση της οικονομίας σε διψήφιο ποσοστό, όπως προέβλεπε αρχικά η DBRS. Οι συνέπειες στον διεθνή τουρισμό, που αντιπροσωπεύει σημαντική πηγή εισοδήματος και απασχόλησης για την ελληνική οικονομία, αντιπροσώπευσε σχεδόν το ήμισυ της πτώσης της οικονομικής δραστηριότητας.

    Παρά τα περιοριστικά μέτρα για τον περιορισμό της εξάπλωσης του κορονοϊού μέχρι τον Μάιο του τρέχοντος έτους, ο δημοσιονομικός χώρος για την εφαρμογή ενός από τα μεγαλύτερα πακέτα στήριξης στην Ευρώπη, περιόρισε την επίδραση στην οικονομία, που ήταν μέτρια, με το πραγματικό ΑΕΠ να σημειώνει αύξηση 6,9% σε ετήσια βάση το πρώτο εξάμηνο του 2021, λόγω της ισχυρής αύξησης των επενδύσεων και των εξαγωγών. Η Κομισιόν στις προβλέψεις της το καλοκαίρι του 2021 ανέφερε ότι αναμένει την οικονομία να αυξηθεί κατά 4,3% το 2021 και κατά 6% το 2022, ωστόσο οι ισχυρές επιδόσεις του α' εξαμήνου του έτους υποδηλώνουν ότι η ανάπτυξη φέτος θα μπορούσε να είναι ισχυρότερη. Το ελληνικό υπουργείο Οικονομικών αναθεώρησε προς τα πάνω την εκτίμησή του για ανάπτυξη για το 2021 από 3,6% σε 5,9%, τονίζει ο οίκος.

    Η άνοδος των κρουσμάτων εξαιτίας της μετάλλαξης Δέλτα άσκησε πίεση στην ελληνική τουριστική βιομηχανία με αποτέλεσμα ένα "μουδιασμένο" ξεκίνημα της σεζόν τον Μάιο. Ωστόσο, τα πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ισχυρή ανάκαμψη των αφίξεων τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, υποδεικνύοντας ότι το 50% της προδοκώμενης τουριστικής κίνησης του 2019 από την κυβέρνηση ενδέχεται να επιτευχθεί ή και να ξεπεραστεί. Όμως, όπως σημειώνει ο οίκος, η εμφάνιση νέων μεταλλάξεων που θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέους ταξιδιωτικούς περιορισμούς, ενέχει κινδύνους για την ταξιδιωτική και τουριστική βιομηχανία της Ελλάδας. Ακόμη, μεγάλο ποσοστό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην ελληνική οικονομία δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις στην ικανότητα της Ελλάδας να διευκολύνει την ταχεία οικονομική ανάκαμψη μετά την απόσυρση των μέτρων στήριξης.

    Το Ταμείο Ανάκαμψης

    Ο καναδικός οίκος σημειώνει, πάντως, ότι η Ελλάδα θα επωφεληθεί σημαντικά από το Ταμείο Ανάκαμψης, καθώς θα λάβει 30,5 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και δάνεια την περίοδο 2021-2026. Η επιτυχής εφαρμογή του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της Ελλάδας (Ελλάδα 2.0) συνιστά έναν πιθανό θετικό παράγοντα για την ελληνική οικονομία. Οι κύριοι πυλώνες του σχεδίου περιλαμβάνουν την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, ενίσχυση της απασχόλησης, των δεξιοτήτων και της κοινωνικής συνοχής και των ιδιωτικών επενδύσεων και του οικονομικού και θεσμικού μετασχηματισμού. 

    Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, τα κεφάλαια της ΕΕ, αν συνδυαστούν με μεταρρυθμίσεις, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 7% έως το 2026, κυρίως λόγω της αύξησης των επενδύσεων και της συνολικής παραγωγικότητας. Η εφαρμογή του "Ελλάδα 2.0" θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε 180.000-200.000 νέες μόνιμες θέσεις εργασίας, αριθμός που αντιπροσωπεύει αύξηση 5% από τα προ πανδημίας επίπεδα απασχόλησης. Επιπλέον, η Ελλάδα θα λάβει περίπου 40 δισ. ευρώ από το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (MFF) την περίοδο 2021-2027. Σύμφωνα με την DBRS, η διάθεση κεφαλαίων της ΕΕ, σε συνδυασμό με την αναμενόμενη συνεχιζόμενη εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, πιθανότατα θα βελτιώσουν τις προοπτικές ανάπτυξης της Ελλάδας.

    Οι τράπεζες 

    Σε ό,τι αφορά το τραπεζικό σύστημα, ο καναδικός οίκος αναφέρει ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs), αλλά η αβεβαιότητα που σχετίζεται με το ενδεχόμενο δημιουργίας νέων "κόκκινων” δανείων παραμένει.

    Ειδικότερα, σημειώνει ότι παρά την αυξημένη αβεβαιότητα και το επιδεινούμενο μακροοικονομικό περιβάλλον λόγω της υγειονομικής κρίσης, οι τράπεζες μείωσαν τα NPLs μέσα στο 2020 κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες. Ο δείκτης NPL μειώθηκε από το 40,6% που ήταν στο τέλος του 2019 στο 21,3% στα τέλη Ιουνίου 2021. Όπως αναφέρει η DBRS, η μείωση αυτή οφείλεται κυρίως στις πωλήσεις και τιτλοποιήσεις δανείων στο πλαίσιο του "Ηρακλή”. Επιπρόσθετα, σημειώνει ότι οι πρόσφατες αυξήσεις κεφαλαίου θα βοηθήσουν τις τράπεζες να συνεχίσουν την προσπάθεια εξυγίανσης των ισολογισμών τους.

    Προσθέτει ότι τους επόμενους μήνες αναμένεται περαιτέρω μείωση των NPLs, καθώς η κυβέρνηση επέκτεινε το πρόγραμμα "Ηρακλής” για επιπλέον 18 μήνες. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μονοψήφιο δείκτη NPL το 2022, πιθανότατα πριν από την λήξη της προθεσμίας στο τέλος του έτους.

    Επισημαίνει, ωστόσο, ότι η κρίση του κορονοϊού ενδεχομένως να επηρεάσει την ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων των τραπεζών. Παρότι οι εκτιμήσεις για νέα "κόκκινα” δάνεια είναι ασαφείς, ο οίκος θεωρεί πιθανό ένα μέρος αυτών των δανείων να μην επιστρέψει στο καθεστώς των εξυπηρετούμενων.

    Αυτό αντικατοπτρίζει την αρνητική ποιοτική αξιολόγηση της DBRS για την κατηγορία "Νομισματική Πολιτική και Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα". Παρ' όλα αυτά, τονίζει ότι η επέκταση του προγράμματος "Ηρακλής” και η εφαρμογή του νέου πτωχευτικού πλαισίου θα υποστηρίξουν πιθανώς τις περαιτέρω προσπάθειες των τραπεζών να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους.

    Το προφίλ του χρέους παραμένει ευνοϊκό

    Ύστερα από πέντε χρόνια δημοσιονομικής υπεραπόδοσης, οι δημοσιονομικοί λογαριασμοί της Ελλάδας έγιναν αρνητικοί το 2020 εξαιτίας των μέτρων της πανδημίας. Η έκτακτη δημοσιονομική στήριξη της οικονομίας, με ένα εκ των μεγαλύτερων πακέτων στην Ευρώπη σε σχέση με το ΑΕΠ, οδήγησε σε υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα 9,7% του ΑΕΠ το 2020. Τα πακέτα στήριξης περιελάμβαναν προγράμματα διατήρησης θέσεων εργασίας και οικονομική στήριξη για τους ελεύθερους επαγγελματίες, αυξημένες δαπάνες για την υποστήριξη του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης, υποστήριξη ρευστότητας στις επιχειρήσεις μέσω εγγυημένων δανείων και αναβαλόμενων φόρων φόρων και ασφαλιστικών εισφορών. Εξαιτίας της επαναφοράς των περιορισμών σχεδόν μέχρι το τέλος του α' εξαμήνου του 2021, το έλλειμα αναμένεται να παραμείνει υψηλό στο 9,9% φέτος πριν μειωθεί στο 3,1% το 2022.

    Αν και η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή όσον αφορά το μέλλον της διεθνούς υγειονομικής κρίσης, η DBRS θεωρεί ότι η Ελλάδα θα παραμείνει προσηλωμένη στη δημοσιονομική εξυγίανση όταν υποχωρήσει ο αντίκτυπος της πανδημίας και θα συμμορφωθεί πλήρως με τις κατευθυντήριες γραμμές των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων μόλις αποκατασταθούν οι στόχοι.

    Ο οίκος αναφέρει ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αυξήθηκε πέρυσι λόγω των μέτρων αντιμετώπισης της πανδημίας και της συρρίκνωσης της οικονομίας, φτάνοντας πέριξ του 205,6% του ΑΕΠ από 180,5% που ήταν το 2019. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του υπουργείου Οικονομικών, το χρέος αναμένεται να μειωθεί έως το τέλος του τρέχοντος έτους στο 204,8% του ΑΕΠ και περαιτέρω στο 189,5% έως το τέλος του επόμενους έτους.

    Σύμφωνα με τον οίκο, το χρέος παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα, ωστόσο σημειώνει ότι υπάρχουν αρκετοί παράγοντες που αμβλύνουν τους κινδύνους. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι η Ελλάδα επωφελείται από την ευνοϊκή δομή που έχει το χρέος της, καθώς ο επίσημος τομέας κατέχει περίπου το 80% του χρέους, με το μεγαλύτερο μάλιστα μέρος αυτού να επιβαρύνεται με πολύ χαμηλά επιτόκια. Επιπλέον, το χρέος έχει πολύ μεγάλη μέση διάρκεια ωρίμανσης, 21 ετών σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, με πάνω από το 90% να έχει σταθερά επιτόκια, γεγονός που αμβλύνει τους κινδύνους που ενέχει η αυξημένη μεταβλητότητα των αγορών.

    Επίσης, η DBRS αναφέρει ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στο PEPP της EKT παρέχει ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης, όπως καταδεικνύουν οι εκδόσεις ομολόγων που πραγματοποίησε η χώρα με ιστορικά χαμηλές αποδόσεις. Όπως σημειώνει, εκμεταλλευόμενο το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων, η κυβέρνηση ακολούθησε μια ενεργή στρατηγική μείωσης του χρέους, αποπληρώνοντας τα πιο ακριβά δάνεια. Τονίζει, επίσης, ότι το μέσο πραγματικό επιτόκιο για τα μεσοπρόθεσμα και τα μακροπρόθεσμα δάνεια στο 1,4% είναι σημαντικά χαμηλότερο από αυτό των άλλων χωρών της Νότιας Ευρώπης.

    Επιπρόσθετα, το σημαντικό "μαξιλάρι” ρευστότητας των 32,2 δισ. ευρώ που διέθετε η κυβέρνηση στα τέλη Ιουνίου 2021, βοηθά στην βελτίωση της εμπιστοσύνης των αγορών. Αυτό το αποθεματικό μειώνει τον κίνδυνο αποπληρωμής, οδηγώντας σε θετική ποιοτική αξιολόγηση για την κατηγορία "Χρέος και Ρευστότητα”.

    Ισχυρή αύξηση των εξαγωγών

    Η επιδείνωση του ταξιδιωτικού ισοζυγίου είχε ως αποτέλεσμα έλλειμμα 6,7% στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών πέρυσι. Οι διεθνείς αφίξεις και οι ταξιδιωτικές εισπράξεις μειώθηκαν κατά περίπου 76% σε σύγκριση με το 2019. Η ανάκαμψη των διεθνών ταξιδιωτικών ροών και οι ισχυρές επιδόσεις στις εξαγωγές αγαθών, αναμένεται να βελτιώσουν την κατάσταση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών φέτος, τονίζει ο οίκος. Η αύξηση των εισπράξεων από τις θαλάσσιες μεταφορές και οι ροές κεφαλαίων από την ΕΕ, αναμένεται επίσης να βελτιώσουν το ισοζύγιο των τρεχουσών συναλλαγών, ωστόσο, η ανάκαμψη της εγχώριας ζήτησης θα οδηγήσει σε υψηλότερες εισαγωγές.

    Οι καθαρές εξωτερικές υποχρεώσεις της Ελλάδας παραμένουν υψηλές στο 183% του ΑΕΠ το α' τρίμηνο του 2021, από 89% το 2011, αντανακλώντας κυρίως το εξωτερικό χρέος του δημόσιου τομέα. Το ποσοστό αναμένεται να παραμείνει σε υψηλά επίπεδα λόγω του μακροπρόθεσμου ορίζοντα των δανείων του επίσημου τομέα προς τη χώρα. 

    Ενθαρρυντική η δέσμευση για επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις

    Από την εκλογή της τον Ιούλιο του 2019, η ελληνική κυβέρνηση έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στον ξεμπλοκάρισμα μεγάλων επενδυτικών έργων, στη μείωση της γραφειοκρατίας και στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, αν και υπάρχει ακόμη δουλειά να γίνει, αναφέρει η DBRS. Το 2019 η Ελλάδα σημείωσε υψηλή βαθμολογία στον δείκτη "Starting a Business" (Έναρξη Επιχείρησης) της Παγκόσμιας Τράπεζας, κατακτώντας την 11η θέση μεταξύ 190 χωρών από 44η θέση το 2018. 

    Οι προσπάθειες για βελτίωση της ψηφιακής απόδοσης της Ελλάδας, η οποία παραμένει κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, όπως υπολογίζεται από τον Ευρωπαϊκό Δείκτη DESI, έχουν επίσης επιταχυνθεί χάρη στη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης με την ψηφιοποίηση διαφόρων δημόσιων υπηρεσιών και οργανισμών.

    Οι κυβερνητικές προτεραιότητες τους επόμενους μήνες θα είναι η επιτυχής εφαρμογή του οικονομικού προγράμματος "Ελλάδα 2.0", με αρκετές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις να βρίσκονται σε εξέλιξη. Η DBRS θεωρεί ότι η βελτίωση του πολιτικού περιβάλλοντος και η δέσμευση της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις μακροχρόνιες προκλήσεις της Ελλάδας δικαιολογεί μια θετική ποιοτική αξιολόγηση για την κατηγορία "Πολιτικό Περιβάλλον".

    Αναμενόμενη η αναβάθμιση - Τα επόμενα "ραντεβού" με τους οίκους

    Η αγορά θεωρούσε πιθανή την αναβάθμιση της Ελλάδας από την DBRS δεδομένου ότι ο οίκος, μαζί με την Moody’s (Ba3 σταθερές προοπτικές), βαθμολογούν τη χώρα πιο αυστηρά από τους Fitch και S&P (BB με σταθερές και θετικές προοπτικές αντίστοιχα), και τρεις βαθμίδες κάτω από το Investment Grade. Άλλωστε και ο οίκος αξιολόγησης Scope Ratings, ο οποίος πρόσφατα αναβάθμισε την Ελλάδα στο ΒΒ+ από ΒΒ πριν, με σταθερές προοπτικές, και είναι ο πιο θετικός από όλους, ωστόσο δεν ανήκει στους Big 4 τους οποίους... "ακούει" η ΕΚΤ.

    Τα στοιχεία για την πορεία του ΑΕΠ β’ τριμήνου τα οποία εντυπωσίασαν τους αναλυτές και οδήγησαν σε έναν γύρο ανοδικών αναθεωρήσεων των στόχων για την ανάπτυξη της Ελλάδας φέτος, με πιο πρόσφατες αυτές των Moody’s Analytics, Capital Economics και Oxford Economics οι οποίοι τοποθετούν την αύξηση του ΑΕΠ πάνω από το 8% φέτος, σε συνδυασμό με τη σημαντική βελτίωση που έχουν σημειώσει οι ελληνικές τράπεζες στη μείωση των NPEs με στόχο έναν μονοψήφιο δείκτη το 2022, θεωρούνταν από την αγορά ικανοί καταλύτες για να… σπρώξουν το "χέρι” της DBRS, όπερ και εγένετω.

    Άλλωστε κατά την προηγούμενη έκθεση αξιολόγησης τον Μάρτιο, ο καναδικός οίκος είχε επισημάνει ότι οι παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αναβάθμιση της αξιολόγησής της για την Ελλάδα είναι πρώτον η αποτελεσματική διαχείριση της κρίσης του κορονοϊού, που θα επιστρέψει την οικονομία σε σταθερή τροχιά ανάπτυξης, και δεύτερον η τήρηση των δεσμεύσεών της στο πλαίσιο της μεταμνημονιακής εποπτείας, η συνεργασία της με τους θεσμούς σε δημοσιονομικό επίπεδο και η συνέχιση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

    Σημειώνεται ότι τα επόμενα "ραντεβού" της Ελλάδας με τους οίκους αξιολόγησης είναι στις 22 Οκτωβρίου με την S&P, στις 19 Νοεμβρίου με την Moody’s και στα μέσα Ιανουαρίου του 2022 με την Fitch.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ