Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 10-Σεπ-2021 23:33

    Scope Ratings: Αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας σε "ΒΒ+" από "ΒΒ", με σταθερό outlook

    ελλαδα οικονομια
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 11.09.2021 - 01.13

    Σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας σε "ΒΒ+” από "ΒΒ”, με σταθερό outlook, προχώρησε ο οίκος αξιολόγησης "Scope Ratings” την Παρασκευή, θέτοντας τη χώρα μας ένα "σκαλοπάτι” μακριά από την επενδυτική βαθμίδα.

    Σημειώνεται πως αυτή είναι η τρίτη φορά που διεθνής οίκος αξιολόγησης αναβαθμίζει, εν μέσω της υγειονομικής κρίσης και των συνθηκών υψηλής αβεβαιότητας που αυτή έχει προκαλέσει παγκοσμίως, το αξιόχρεο της χώρας μας, δίνοντας ακόμα μία "ψήφο” εμπιστοσύνης στην Ελλάδα και στις προοπτικές της.

    Τι οδήγησε στην αναβάθμιση:

    1. Η ενίσχυση της υποστήριξης των ευρωπαϊκών θεσμών εν μέσω της κρίσης που προκάλεσε η πανδημία, με τη μορφή μέτρων νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Αυτά τα μέτρα, σε συνδυασμό με την πρόσθετη δημοσιονομική στήριξη από την ΕΕ, μετά την έγκριση του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ύψους 30,5 δισ. ευρώ, ενισχύουν την πρόσβαση της Ελλάδας στις αγορές, υποστηρίζοντας τη βιωσιμότητα του χρέους και δημιουργώντας δημοσιονομικό χώρο για την ελληνική κυβέρνηση για περαιτέρω δημόσιες επενδύσεις.

    2. Το πολύ ισχυρό προφίλ του δημόσιου χρέους που προκύπτει από τα υποστηρικτικά μέτρα των πιστωτών της ευρωζώνης, τα χαμηλά επιτόκια και την προληπτική διαχείριση του δημόσιου χρέους.

    3. Οι πολιτικές διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που περιόρισαν τους υψηλούς δείκτες μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL) και βελτίωσαν τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος παράλληλα με την κινητοποίηση επενδύσεων στον ιδιωτικό τομέα.

    Όπως τονίζεται στην έκθεση, η αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας αντανακλά την επικαιροποιημένη αξιολόγηση του Οίκου για τη χώρα στις κατηγορίες: "Εγχώριος οικονομικός κίνδυνος", "Δημοσιονομικός κίνδυνος" και "Κίνδυνος χρηματοπιστωτικής σταθερότητας".

    Ωστόσο, η Scope Ratings επισημαίνει πως η πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας εξακολουθεί να περιορίζεται από:

    i) το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος, το οποίο αντικατοπτρίζει την ευαλωτότητα που υπάρχει στην περίπτωση που οι αγορές επανεκτιμήσουν τον κίνδυνο που συνδέεται με τα υπερχρεωμένα κράτη της Ευρωζώνης

    ii) τις δυσκολίες του χρηματοπιστωτικού τομέα που σχετίζονται με τους υψηλούς δείκτες μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των εγχώριων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και τον συνεχιζόμενο κίνδυνο στη διασύνδεση μεταξύ κράτους και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων

    iii) τις διαρθρωτικές αδυναμίες που επηρεάζουν αρνητικά την ασθενή δυναμική ανάπτυξης, και οι οποίες συνδέονται με την υψηλή ανεργία, την περιορισμένη οικονομική διαφοροποίηση, τις δυσκαμψίες στην αγορά εργασίας και την έλλειψη σημαντικών άμεσων ξένων επενδύσεων.

    Το σταθερό outlook αντανακλά την εκτίμηση της Scope ότι οι κίνδυνοι για την ελληνική οικονομία θα είναι ισορροπημένοι για τους επόμενους 12-18 μήνες.

    Οι αξιολογήσεις και προοπτικές της χώρας θα μπορούσαν να αναβαθμιστούν εάν, κατά μόνας ή συνολικά: 

    i) ενισχυθεί η στήριξη από πλευράς ευρωσυστήματος στα ελληνικά χρεόγραφα στη μετά κρίση εποχή

    ii) η δημοσιονομική εξυγίανση και η οικονομική ανάκαμψη οδηγήσουν σε ισχυρή μείωση του χρέους

    iii) περιοριστούν οι διαρθρωτικές οικονομικές και εξωτερικές ανισορροπίες, αυξάνοντας τη μεσοπρόθεσμη δυναμική ανάπτυξης και ενισχύοντας τη μακροοικονομική βιωσιμότητα, ή/και

    iv) μειωθούν οι κίνδυνοι για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, και αυξηθεί η παροχή δανειοδοτήσεων στον ιδιωτικό τομέα.

    Αντιθέτως, οι αξιολογήσεις και προοπτικές θα μπορούσαν να υποβαθμιστούν εάν, κατά μόνας ή συνολικά: 

    i) μειωθεί η στήριξη από πλευράς ευρωσυστήματος στο ελληνικό χρέος

    ii) οι δημοσιονομικές πολιτικές παραμείνουν χαλαρές για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ή εκδηλωθεί νέα οικονομική ύφεση, παρεμποδίζοντας την πορεία μείωσης του δημόσιου χρέους

    iii) αποδυναμωθεί η δέσμευση για μεταρρυθμίσεις, γεγονός που μειώνει τις προοπτικές περιορισμού των μακροοικονομικών ανισορροπιών και υπονομεύει την ενδεχόμενη ευρωπαϊκή στήριξη, ή/και

    iv) αυξηθούν εκ νέου οι κίνδυνοι για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, και κατά συνέπεια τον κίνδυνο αποκρυστάλλωσης ενδεχόμενων υποχρεώσεων στον κρατικό ισολογισμό.

    Η αλλαγή στην πολιτική της ΕΚΤ ως απάντηση στην πανδημία αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα για τη διατήρηση των ευνοϊκών συνθηκών χρηματοδότησης των περιφερειακών δανειοληπτών και μείωσε τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης. Μια βασική καινοτομία κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσης ήταν η ευελιξία των αγορών της ΕΚΤ σε κατηγορίες δικαιοδοσίας, χρόνου και περιουσιακών στοιχείων. Οι αγορές ομολόγων της ΕΚΤ εν μέσω πανδημίας έχουν σταθεροποιήσει τις συνθήκες χρηματοδότησης των χωρών-μελών. Η Scope αναμένει ότι αυτή η ευέλικτη προσαρμογή των παραμέτρων των αγορών της ΕΚΤ -συμπεριλαμβανομένης της προσαρμοστικότητας των κανόνων για την εισαγωγή ειδικών απαλλαγών για τους κανόνες πιστοληπτικής αξιολόγησης των αγορών ελληνικών χρεωστικών τίτλων χωρίς την αξιολόγηση εκδότη επενδυτικού βαθμού- θα αποδειχθεί πιο ανθεκτική και τέτοιες στοχευμένες προσαρμογές σε ό,τι αφορά την αγορά περιουσιακών στοιχείων να είναι διαθέσιμες για επανεισαγωγή σε μελλοντικές κρίσεις αν χρειαστεί.

    O οίκος αξιολόγησης αναμένει  ότι τα διδάγματα που αντλήθηκαν από τη κρίση που προκάλεσε η πανδημία θα επανεκτιμηθούν προκειμένου να αξιοποιηθούν σε μελλοντικές παγκόσμιες ή/και περιφερειακές κρίσεις. Πιο μακροπρόθεσμα, αναμένονται βήματα εξομάλυνσης των έκτακτων πολιτικών της ΕΚΤ καθώς η κρίση του κορονοϊού υποχωρεί σταδιακά και οι οικονομίες παρουσιάζουν ισχυρή ανάκαμψη. Το πρόγραμμα PEPP, συμπεριλαμβανομένης της αγοράς ελληνικών ομολόγων, αναμένεται να περικοπεί σταδιακά έως το 2022. Ωστόσο, η Scope αναμένει ότι το παράλληλο πρόγραμμα APP θα προσαρμοστεί, αυξάνοντας ενδεχομένως τον ρυθμό των αγορών του APP ή/και αυξάνοντας την ευελιξία των αγορών του. Μέχρι το τέλος του 2021, το Ευρωσύστημα αναμένεται να κατέχει πάνω από το 10% του χρέους της ελληνικής γενικής κυβέρνησης, από περίπου 3% πριν από την κρίση. Καθώς οι κρατικές αξιολογήσεις αποδίδονται επί του χρέους που πρέπει να καταβληθεί στον ιδιωτικό τομέα, αυτή η μετατόπιση του χρέους στον ισολογισμό του επίσημου τομέα είναι πιστωτικά θετική, περιορίζοντας το ανεξόφλητο τμήμα των ελληνικών κρατικών ομολόγων με αξιολόγηση που κατέχει ο ιδιωτικός τομέας, ενώ αυξάνει το μερίδιο του χρέους που η κυβέρνηση ουσιαστικά οφείλει στον εαυτό της - μέσω των συμμετοχών της Τράπεζας της Ελλάδος.

    Παράλληλα με τα μέτρα στήριξης της ΕΚΤ, η πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας επωφελείται από τη δημοσιονομική στήριξη της ΕΕ. Βάσει του προγράμματος NextGeneration EU, η Ελλάδα πρόκειται να λάβει χρηματοδότηση 30,5 δισ. ευρώ (15,8% του μέσου ΑΕΠ για την περίοδο 2021-2026 - ένα από τα υψηλότερα στην ΕΕ), με την πλειονότητα των κεφαλαίων (17,8 δισ. ευρώ) να είναι επιχορηγήσεις και τα υπόλοιπα να είναι δάνεια με ευνοϊκούς όρους. Η χρηματοδότηση αυτή συνδέεται με όρους διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που αφορούν τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας και την προσαρμογή στην κλιματική πρόκληση. Επιπλέον, η Ελλάδα έχει επωφεληθεί από το πρόγραμμα SURE με δάνεια ύψους 5,3 δισ. ευρώ (3,2% του ΑΕΠ).

    Η ευρωπαϊκή στήριξη προς την Ελλάδα περιλαμβάνει τη συνεχή παρακολούθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και πρόσθετα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, όπως διαμορφώνονται στο πλαίσιο εποπτείας μετά τη διάσωση από τους πιστωτές της Ευρωζώνης, και τα οποία θα επανεξετάζονται σε εξαμηνιαία βάση έως τα μέσα του 2022. Το πρόγραμμα εποπτείας της ΕΕ μετά τη διάσωση επιδιώκει να διασφαλίσει ότι οι ετήσιες ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες θα παραμείνουν κάτω από το 20% του ΑΕΠ έως το 2060, ενώ το Eurogroup συμφωνεί να επανεξετάσει, στο τέλος της περιόδου χάριτος του EFSF το 2032, κατά πόσον ενδέχεται να απαιτηθούν πρόσθετα μέτρα για το χρέος ώστε να διατηρηθεί η επίτευξη αυτού του στόχου. Η σύνθετη ευρωπαϊκή νομισματική και δημοσιονομική στήριξη παρείχε ενδεχόμενη χρηματοδότηση στην Ελλάδα -ιδιαίτερα σε συνθήκες οικονομικής πίεσης- και στήριξε τη βιωσιμότητα του χρέους.

    Ο δεύτερος παράγοντας για την αναβάθμιση σε BB+ αντικατοπτρίζει το πολύ ισχυρό προφίλ χρέους της κυβέρνησης που προκύπτει από τα υποστηρικτικά μέτρα των πιστωτών της ευρωζώνης, τους χαμηλούς παγκόσμιους όρους επιτοκίων και την προληπτική διαχείριση του δημόσιου χρέους.

    Αυτό προμηνύει ότι το μέσο σταθμισμένο κόστος τόκων του χρέους θα υποχωρήσει στο 1,4% το 2021, από 4,6% το 2011. Οι αποδόσεις των 10ετών ομολόγων βρίσκονταν στο 0,8% τη στιγμή της δημοσίευσης της έκθεσης αναφέρει ο οίκος, παραμένοντας κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα παρά την αύξηση από τον Αύγουστο. Οι τρέχουσες διευκολυντικές συνθήκες δανεισμού οδήγησαν σε μείωση των καθαρών πληρωμών τόκων της Ελλάδας (στο 2,8% του ΑΕΠ το 2021) παρά τις αυξήσεις του αποθέματος του χρέους σε ιστορικά υψηλά. Η εξυπηρέτηση χρέους της Ελλάδας προς τα έσοδα της γενικής κυβέρνησης παραμένει κάτω από αυτή της Ιταλίας και της Πορτογαλίας, παρά τον υψηλότερο λόγο χρέους. 

    Η μακροχρόνια λήξη του δημόσιου χρέους, περίπου 21 ετών, μετά την επέκταση από 6,3 έτη το 2011 μετά από μέτρα δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, ενισχύει περαιτέρω το προφίλ του χρέους. Τον Μάρτιο του 2021, η κυβέρνηση εξέδωσε το πρώτο 30ετές ομόλογο από το 2008. Η στρατηγική για το 2021 περιελάμβανε χρηματοδότηση για την αποπληρωμή πρώιμου μέρους ενός ανεξόφλητου δανείου στο ΔΝΤ, ύψους περίπου 3,3 δισ. ευρώ (περίπου το 65% του δανείου στο ΔΝΤ ), σημειώνει ο οίκος και προσθέτει ότι ο επίσημος τομέας κατέχει πάνω από το 85% του ελληνικού δημόσιου χρέους, συμπεριλαμβανομένων των ελληνικών ομολόγων που διατηρούνται στην ΕΚΤ. Οι χρηματοδοτικοί κίνδυνοι της Ελλάδας μετριάζονται, με τα ταμειακά διαθέσιμα να κυμαίνονται λίγο πάνω από τα 32 δισ. ευρώ (18% του ΑΕΠ του 2021) τον Ιούνιο.

    Ο τρίτος παράγοντας για την αναβάθμιση της αξιολόγησης σε BB+ είναι οι πολιτικές διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που βοήθησαν στην αντιμετώπιση των αδυναμιών του τραπεζικού συστήματος και η κινητοποίηση επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα, με στόχο την αντιμετώπιση των διαρθρωτικά χαμηλών επενδύσεων.

    Σημαντική μεταρρύθμιση αποτέλεσε το τραπεζικό πρόγραμμα "Ηρακλής", σημειώνεται στην έκθεση. Οι αρχές παρέτειναν το πρόγραμμα "Ηρακλής" έως τον Οκτώβριο του 2022 για να διευκολύνουν την περαιτέρω μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Το πρόγραμμα έχει οδηγήσει μέχρι σήμερα σε σημαντική μείωση των NPLs στο 21,3% των συνολικών δανείων τον Ιούνιο 2021, από 40% στο τέλος του 2019. Η επέκταση του Ηρακλή αναμένεται να βοηθήσει τις φιλόδοξες προσπάθειες των ελληνικών τραπεζών να κινηθούν προς μονοψήφιους δείκτες μη εξυπηρετούμενων δανείων το 2022.

    Οικονομία

    Παράλληλα με τη χρηματοδότηση του προγράμματος NextGeneration EU, το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας "Ελλάδα 2.0" επιδιώκει την κινητοποίηση 26 δισ. ευρώ σε επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα και περιγράφει μεταρρυθμίσεις σε τέσσερις τομείς: 

    i) πράσινη μετάβαση

    ii) ψηφιακή μετάβαση

    iii) απασχόληση, δεξιότητες και κοινωνική συνοχή και 

    iv) ιδιωτικές επενδύσεις και οικονομικός μετασχηματισμός. 

    Οι αρχές αναμένουν ότι το "Ελλάδα 2.0" θα αυξήσει την παραγωγή κατά 4,3% έως το 2026, ενώ, σε συνδυασμό με τις προγραμματισμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, η παραγωγή θα μπορούσε να αυξηθεί κατά 6,9% έως το 2026. H Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι ο αντίκτυπος του   NGEU   στην ανάπτυξη (χωρίς να περιλαμβάνεται ο αναπτυξιακός αντίκτυπος των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων) θα μπορούσε, βραχυπρόθεσμα έως μεσοπρόθεσμα, να αυξήσει την ετήσια βασική ανάπτυξη κατά 0,3-0,5 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2021-2026.

    Μετά τη συρρίκνωση κατά 8,2% το 2020, η Scope Ratings αναμένει ανάπτυξη 8,6% το 2021, με την οικονομία να έχει ανακάμψει στα προ της κρίσης επίπεδα παραγωγής έως το δεύτερο τρίμηνο του 2021. Για το 2022, η Scope αναμένει ανάπτυξη της τάξης του 3,5%, υποστηριζόμενη από την απελευθέρωση της συσσωρευμένης εγχώριας ζήτησης,  καθώς η αναγκαστική εξοικονόμηση δαπανάται μετά την επαναλειτουργία και ενισχύεται από νομισματικά και δημοσιονομικά κίνητρα, συμπεριλαμβανομένων των αρχών εισροής χρηματοδότησης από την ΕΕ. 

    Η πρώτη δόση από το NGEU  ύψους 4 δισ. ευρώ (13% της κατανομής για την Ελλάδα) αποδεσμεύτηκε τον Αύγουστο για την εκκίνηση των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων, ενώ η εν λόγω χρηματοδότηση της ΕΕ θα επιταχυνθεί έως το 2022. Το πεδίο εφαρμογής προϋποθέτει, στη συνέχεια, ανάπτυξη κατά μέσο όρο 1,7% για την περίοδο 2023-26,το οποίο υπερβαίνει την εκτίμηση του οίκου για μακροπρόθεσμο δυνητικό πραγματικό ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 1%, ο οποίος παραμένει περιορισμένος από τη συρρίκνωση του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας κατά 0,7% ετησίως κατά το 2021-26. 

    Παρόλα αυτά, τα αυξημένα ποσοστά οικονομικής ανάπτυξης κατά τον προβλεπόμενο ορίζοντα 2021-26 αντιπροσωπεύουν τη σημαντική κλίμακα χρηματοδότησης της ΕΕ, υπερβαίνοντας τις σωρευτικές ελληνικές δημόσιες επενδύσεις τα τελευταία πέντε χρόνια, και για ένα ισχυρό ρεκόρ απορρόφησης κεφαλαίων της ΕΕ, με την Ελλάδα να κατέχει τη δεύτερη θέση μεταξύ το ποσοστό απορρόφησης της ΕΕ-27 των ταμείων συνοχής κατά τη φάση του πολυετούς προϋπολογισμού της ΕΕ 2014-2020.

    Παρά τα εν λόγω πιστωτικά πλεονεκτήματα, οι αξιολογήσεις της Ελλάδας εξακολουθούν να περιορίζονται από σημαντικές πιστωτικές αδυναμίες:

    Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας είναι πολύ αυξημένο - το δεύτερο υψηλότερο μεταξύ των 36 κρατών που αξιολογεί η Scope Ratings, πίσω από την Ιαπωνία. Οι δαπάνες για την αντιμετώπιση των οικονομικών και υγειονομικών συνεπειών της κρίσης καθώς και για την αύξηση της μεσοπρόθεσμης ανάπτυξης αναμένεται να οδηγήσουν σε ένα συνολικό έλλειμμα της τάξης του 10% του ΑΕΠ το 2021, μετά το έλλειμμα του 9,7% του ΑΕΠ του 2020.

    Ο λόγος χρέους της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να διαμορφωθεί στο 199,1% του ΑΕΠ στο τέλος του 2021, κάτω από το ιστορικό υψηλό που σημειώθηκε το 2020 όταν έφτασε στο 205,6%, αλλά πάνω από το ήδη αυξημένο προ κρίσης επίπεδο του 180,5% του ΑΕΠ από το 2019. Αν και το προφίλ χρέους της Ελλάδας έχει ενισχυθεί αισθητά, το υψηλό απόθεμα χρέους εξακολουθεί να εκθέτει την Ελλάδα σε επανεκτιμήσεις της αγοράς όσον αφορά τον κίνδυνο που συνδέεται με τη βιωσιμότητα του χρέους της, ιδίως στο πλαίσιο του σεναρίου που η στήριξη από πλευράς ΕΚΤ θα περιοριζόταν.

    Η Scope Ratings αναμένει ότι η ελληνική κυβέρνηση θα στοχεύσει στη μείωση των υπερβολικών ελλειμμάτων έως το 2022 με την επίτευξη ενός ισοσκελισμένου πρωτογενούς δημοσιονομικού ισοζυγίου έως το 2024-26, με την υποστήριξη όσον αφορά τους μελλοντικούς δημοσιονομικούς στόχους, των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων. 

    Το δημόσιο χρέος εκτιμάται ότι θα περιοριστεί στο 186,3% του ΑΕΠ έως το 2026 -που εξακολουθεί να είναι υψηλότερο από τα προ της κρίσης επίπεδα- υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα περιοριστεί η δυναμική της ανάκαμψης κατά τη διάρκεια του ορίζοντα πρόβλεψης, γεγονός που θα εμφάνιζε ενδεχόμενους κινδύνους για την πορεία αυτή υπό πιο δυσμενή οικονομικά σενάρια.

    Τραπεζικό σύστημα

    Το τραπεζικό σύστημα συνεχίζει να επιβαρύνεται από τον υψηλότερο δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων της ευρωζώνης. Τα αυξημένα NPLs επιβαρύνουν την κερδοφορία των τραπεζών και την ικανότητα των τραπεζών να συνυπογράψουν επενδύσεις και να υποστηρίξουν την ανάκαμψη. Παρόλο που τράπεζες όπως η Τράπεζα Πειραιώς και η Alpha Bank έχουν προχωρήσει σε ενέργειες αύξησης κεφαλαίου για την κάλυψη του κόστους των επικείμενων τιτλοποιήσεων μη εξυπηρετούμενων δανείων και τη σταδιακή κατάργηση των μεταβατικών ρυθμίσεων προληπτικής εποπτείας, οι δείκτες κεφαλαίου κατηγορίας 1 έχουν υποχωρήσει στο 13,8% των σταθμισμένων περιουσιακών στοιχείων του α' τριμήνου του 2021, από 16,4% πριν από την κρίση το δ' τρίμηνο του 2019. Αυτό αντικατοπτρίζει, επιπλέον, χαμηλή κερδοφορία και κακή ποιότητα περιουσιακών στοιχείων, το τελευταίο περιλαμβάνει υψηλό μερίδιο χαμηλότερης ποιότητας κεφαλαίου σε αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις και συναφείς επιπτώσεις στην αναγνώριση NPL μετά τη λήξη στο τέλος του 2020 των περισσότερων μορατόριουμ για δανειολήπτες νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

    Επιπλέον, οι αρνητικοί κίνδυνοι εξακολουθούν να υφίστανται ως μέρος των δυσμενών επιπτώσεων στην ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων που μπορεί να εξαπλωθούν στο δεύτερο μισό του 2021 ή στις αρχές του 2022, μετά την περαιτέρω άρση των διαφόρων κρατικών προγραμμάτων στήριξης. Αυτό θα μπορούσε να συνεπάγεται υψηλότερες ανάγκες παροχής από αυτές που έχουν παρατηρηθεί μέχρι τώρα για να αντικατοπτρίζει τον πλήρη αντίκτυπο της πανδημίας στους τραπεζικούς ισολογισμούς. Τρεις από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες κατέδειξαν ότι οι δείκτες βασικού κεφαλαίου μειώθηκαν στο 8% ή χαμηλότερα υπό το δυσμενές σενάριο του stress test της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών για το 2021.

    Το υψηλό μερίδιο των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων, η αύξηση των εγχώριων κρατικών ομολόγων των τραπεζών, τα μερίδια ιδίων κεφαλαίων που διατηρεί το κράτος στον τομέα και οι κρατικές εγγυήσεις στο πλαίσιο του προγράμματος "Ηρακλής" συνεπάγονται ισχυρότερη σχέση κρατικής τράπεζας-αυξάνοντας τους ενδεχόμενους κινδύνους για το δημόσιο.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ