Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 05-Σεπ-2021 20:00

    Πληθωρισμός: Σε υψηλά 10ετίας έως το τέλος του χρόνου

    Πληθωρισμός: Σε υψηλά 10ετίας έως το τέλος του χρόνου
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Τάσου Δασόπουλου

    Κοντά στο 2,5%, ύψος όπου είχε φτάσει το 2011, αναμένεται να αυξηθεί έως το τέλος του χρόνου ο πληθωρισμός, "ροκανίζοντας" ισόποσα το εισόδημα των νοικοκυριών και επιχειρήσεων, πυροδοτούμενος κυρίως από συγκυριακούς εξωτερικούς παράγοντες.

    Η επανεκκίνηση των οικονομιών μετά την πανδημία, αλλά και οι αυξήσεις στα ενεργειακά προϊόντα, τα μέταλλα, τα τρόφιμα και το κόστος των μεταφορικών έχουν πυροδοτήσει μια σειρά ανατιμήσεων σε όλη την Ευρώπη, με τις προβλέψεις να θέλουν τον πληθωρισμό του Αυγούστου να φτάνει για πρώτη φορά από το 2008 στο 3%.

    Στην Ελλάδα οι μεγαλύτερες αυξήσεις που έχουν καταγραφεί έως τώρα αφορούν τα ενεργειακά προϊόντα. Με την τιμή της διεθνούς τιμής του πετρελαίου να έχει αυξηθεί περίπου 50% από την αρχή του χρόνου, φτάνοντας στα 70 δολάρια το βαρέλι (παρά τη μικρή υποχώρηση που είχε τον Αύγουστο), από 45 δολάρια το βαρέλι που ήταν στο τέλος του 2020, υπήρξε ένα ντόμινο εξελίξεων που συμπαρέσυρε όλα τα ενεργειακά προϊόντα που καταναλώνουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις στη χώρα μας. Η αμόλυβδη βενζίνη και το πετρέλαιο κίνησης είχαν αύξηση από την αρχή του χρόνου κατά 20%. Το πετρέλαιο θέρμανσης, που θα αρχίσει να διατίθεται από τα μέσα του επόμενου μήνα, αναμένεται να έχει αύξηση της τιμής του κατά περίπου 25%, από τα 80-82 λεπτά το λίτρο που διατέθηκε τον χειμώνα 2020-2021 να φτάσει τα 99 λεπτά το λίτρο. Το ηλεκτρικό ρεύμα, για το οποίο πολύς λόγος έχει γίνει τελευταία, αναμένεται να έχει μέσες αυξήσεις τιμολογίων κατά 20% λόγω της αύξησης του φυσικού αερίου αλλά και των δικαιωμάτων ρύπων διεθνώς. 

    Ο δεύτερος κύκλος αυξήσεων που έχει ξεκινήσει από τον Ιούλιο αφορά τα τρόφιμα, όπου οι αυξήσεις σε λιπάσματα και ζωοτροφές φέρνουν αυξήσεις στις τιμές του κρέατος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και στο σύνολο των νωπών φρούτων και οπωροκηπευτικών. Παράλληλα, οι διψήφιες αυξήσεις στα βιομηχανικά προϊόντα που έχουν αρχίσει να καταγράφονται από τον περασμένο Μάιο έχουν πυροδοτήσει μέχρι και τα τέλη Ιουλίου μια μέση αύξηση της τάξης του 5% και στις τιμές των συσκευασμένων τροφίμων και άλλων προϊόντων καθημερινής χρήσης. Στο κρίσιμο για την Ελλάδα τομέα των υπηρεσιών, παρά τη συγκράτηση των τιμών μέχρι και τα τέλη Ιουνίου, η άνοδος που είχε ο τουρισμός από τον Ιούλιο συμπαρέσυρε τις τιμές που διατίθενται τα καταλύματα αλλά και το κόστος των υπηρεσιών της εστίασης από 3% έως και 5% έως τώρα.

    Ο δείκτης τιμών καταναλωτή αποτυπώνει αυτήν τη σταδιακή αύξηση, που έχει συνέπειες στο διαθέσιμο εισόδημα, αλλά στη μεγάλη εικόνα της δεν εμπνέει προς το παρόν ιδιαίτερες ανησυχίες. Ο Προϋπολογισμός του 2021, που συντάχθηκε τον περασμένο Νοέμβριο, προέβλεπε για φέτος πληθωρισμό 0,6% και με αυτήν τη βάση σχεδιάστηκαν και τα μέτρα στήριξης της οικονομίας κατά των επιπτώσεων του κορονοϊού. To Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2022-2025, το οποίο δημοσιοποιήθηκε τον Ιούνιο, προβλέπει για φέτος μηδενικό πληθωρισμό.

    Στην πράξη, ο ΔτΚ ξεκίνησε από το -2% τον περασμένο Ιανουάριο και, αυξανόμενος κατά 3,4%, έφτασε τον Ιούλιο στο 1,4%, τιμή που αποτελεί ιστορικό υψηλό από το 2017, με τάση ανοδική για τους επόμενους μήνες μέχρι και το τέλος του χρόνου. 

    Το οικονομικό επιτελείο προβληματίζεται 

    Την ίδια ώρα, το οικονομικό επιτελείο προβληματίζεται μεν για τη μείωση του εισοδήματος επιχειρήσεων και νοικοκυριών από την άνοδο των τιμών, αλλά δεν ανησυχεί, καθώς σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με βάση τη μέτρηση του εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή (όπου μετριούνται αλλιώς οι αυξήσεις σε καύσιμα και εποχικά είδη), η Ελλάδα είναι από τις οκτώ χώρες της Ε.Ε. που αναμένεται και τον Αύγουστο να έχει πληθωρισμό πολύ χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Ενώ, δηλαδή, οι προβλέψεις της Eurostat θέλουν τον μέσο εναρμονισμένο δείκτη τιμών για την Ευρωζώνη να αυξάνεται για τον προηγούμενο μήνα κατά 3%, για πρώτη φορά μετά το 2008, η Ελλάδα αναμένεται να έχει πληθωρισμό (με βάση την ευρωπαϊκή μέτρηση) μόνο 1,2%.

    Καθησυχαστικό σε ό,τι αφορά τα μεγαλύτερα προβλήματα που θα μπορούσε να έχει για την Ελλάδα η άνοδος των τιμών είναι ότι τα εισοδήματα για φέτος θα παραμείνουν σταθερά (οι διαπραγματεύσεις για την αύξηση του κατώτερου μισθού αναβλήθηκαν για το 2022), ενώ μεγάλο μέρος των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα ήταν σε καθεστώς αναστολής σύμβασης εργασίας το πρώτο τρίμηνο του χρόνου. Η αναβαλλόμενη κατανάλωση από τις καταθέσεις ύψους 24 δισ. που συγκεντρώθηκαν μέσα στην πανδημία, και που απειλούσαν να ενισχύσουν τις πληθωριστικές πιέσεις, αναμένεται μετά την έξαρση των πρώτων μηνών μετά το άνοιγμα της αγοράς να εξομαλυνθεί. 

    Το μεγαλύτερο πρόβλημα προς το παρόν, και για συγκυριακούς λόγους, φαίνεται ότι το έχει η Γερμανία, όπου ο πληθωρισμός προβλέπεται ότι θα φτάσει πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. στο 3,4%, αλλά η γενικότερη εικόνα καθησυχάζει, καθώς οι υπόλοιπες μεγάλες οικονομίες (Γαλλία, Ιταλία) θα έχουν πληθωρισμό λίγο πάνω από το 2%.

    Η ΕΚΤ καθησυχάζει 

    Την ίδια ώρα η ΕΚΤ, η οποία αναμένεται να συνεδριάσει για πρώτη φορά την ερχόμενη Πέμπτη μετά τις καλοκαιρινές διακοπές, μένει σταθερή στη θέση της ότι η άνοδος των τιμών είναι συγκυριακή και θα εξομαλυνθεί χωρίς συνέπειες τον επόμενο χρόνο.

    Η ΕΚΤ βασίζει τις προβλέψεις της σε δύο δεδομένα. Ο δομικός πληθωρισμός (δηλαδή ο πληθωρισμός χωρίς καύσιμα και τρόφιμα, που παρουσιάζουν σε μόνιμη βάση μεγάλη διακύμανση στις τιμές τους) στην Ευρωζώνη είναι ακόμη πολύ χαμηλός. Τον Ιούλιο, όταν η Ευρωζώνη είχε πληθωρισμό 2,2%, ο δομικός πληθωρισμός ήταν 0,9%.

    Η άνοδος των εισοδημάτων πανευρωπαϊκά μετά την πανδημία δεν μπορεί να συντηρήσει πληθωριστικές πιέσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η άνοδος των τιμών, κατά την ΕΚΤ, οφείλεται κατά βάση σε "φαινόμενο βάσης", δηλαδή την "αποσυμπίεση" των τιμών που έμειναν χαμηλά ή μειώθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας μετά το άνοιγμα των οικονομιών της Ευρωζώνης, σε συνδυασμό με την αύξηση των καυσίμων και κάποια προβλήματα της εφοδιαστικής αλυσίδας.

    Η ΕΚΤ θα αναθεωρήσει προς τα πάνω την πρόβλεψή της για τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης το 2021, πάνω από 2%, έναντι πρόβλεψης για ετήσιο πληθωρισμό 1,9% που είχε μέχρι και τον Ιούλιο. Ωστόσο δεν αναμένεται να αλλάξει σε τίποτα τη νομισματική πολιτική της σε ό,τι αφορά τις αγορές από το PEPP και τα επιτόκια δανεισμού. Μάλιστα, αρμόδιες πηγές τονίζουν ότι, επειδή θα υπάρχει πίεση για μείωση των αγορών κρατικών ομόλογων μέσα από το έκτακτο πρόγραμμα που ξεκίνησε για την πανδημία, θα αναβάλει και τη συζήτηση για τις όποιες αλλαγές για τον Δεκέμβριο, ώστε η τράπεζα να έχει ολοκληρωμένη εικόνα για το κλείσιμο του χρόνου. 


     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ