Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 11-Ιουλ-2021 16:00

    Χρηματοδότηση επιχειρήσεων: Τα κριτήρια για τα νέα δάνεια

    Δάνεια
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Λεωνίδα Στεργίου

    Με δύο νέες αυστηρές προειδοποιήσεις από τον SSM προς τις τράπεζες θα πραγματοποιηθεί η νέα συνάντηση των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων, του υπ. Οικονομικών και επιχειρήσεων εντός της εβδομάδας, πιθανότατα την Τετάρτη, 15 Ιουλίου. Αυτή τη φορά ο υπουργός Οικονομικών, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, δεν αναμένεται να περιοριστεί στην υπενθύμιση για την ανάγκη στήριξης της ρευστότητας και τη χρηματοδότηση όσο το δυνατόν περισσότερων βιώσιμων επιχειρήσεων προκειμένου να μη χαθεί η ευκαιρία του Ταμείου Ανάκαμψης. Το μήνυμα θα είναι σαφές: Τράπεζες και επιχειρήσεις να βρουν τρόπο να συνεργαστούν, να εντοπιστούν οι βιώσιμες επιχειρήσεις για να χρηματοδοτηθούν και να μη σπαταλάται η ρευστότητα του συστήματος για να διατηρούνται στη ζωή επιχειρήσεις-"ζόμπι".

    Πρόκειται, δηλαδή, να ζητήσει έναν συγκεκριμένο οδικό χάρτη επίλυσης του ζητήματος και όχι κατάλογο με ανταλλαγή επιχειρημάτων, όπως συνέβη στην πρώτη συνάντηση, την περασμένη Τρίτη, 29 Ιουνίου. Το Capital.gr επικοινώνησε με τους εκπροσώπους όλων των πλευρών προκειμένου να ξεκαθαρίσουν οι θέσεις τους και οι προθέσεις τους.

    Από την προετοιμασία τραπεζών και επιχειρήσεων εν όψει του νέου ραντεβού προέκυψαν τα ακόλουθα θέματα που θα τεθούν στο τραπέζι:

    Πρώτον, θα πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα "κάτι εμείς δεν κάνουμε καλά που άλλοι το κάνουν καλύτερα". Επίσημα στοιχεία της ΕΚΤ και της Κομισιόν δείχνουν ότι, ενώ η Ελλάδα έλαβε (και αξιοποίησε) τη μεγαλύτερη στήριξη και τη μεγαλύτερη μείωση κόκκινων δανείων, είναι η χώρα με το υψηλότερο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων (12 φορές μεγαλύτερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο), το 80% των επιχειρήσεων είναι αποκλεισμένο από τον τραπεζικό δανεισμό, η πιστωτική επέκταση τους πρώτους μήνες του 2021 μειώθηκε, οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν τους χειρότερους δείκτες κερδοφορίας και εποπτικών κεφαλαίων, αλλά και προβλέψεων, σε σχέση με το ύψος των κόκκινων δανείων, ο λόγος δανείων προς καταθέσεις είναι από τους μικρότερους στην Ε.Ε., μολονότι οι καταθέσεις χρηματοδοτούν το 54% των δανείων και παρά τη ρευστότητα των 47 δισ. ευρώ από την ΕΚΤ. Την ίδια στιγμή, η κρατική στήριξη έφτασε τα 30 δισ. (και 41 δισ. συνολικά μέχρι το 2022), πέρα από τα moratoria των 27 δισ. και τα προγράμματα Γέφυρα (1 και 2) και το πρόγραμμα τιτλοποιήσεων κόκκινων δανείων Ηρακλής (64 δισ. συνολικά, με εγγυήσεις του Δημοσίου 24 δισ. ευρώ).

    Δεύτερον, εάν τα 32 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης κινητοποιήσουν κεφάλαια που μπορεί να φτάσουν συνολικά τα 60 ή τα 80 δισ. ευρώ μέχρι το 2026 και αυτά απορροφηθούν από το Δημόσιο και από 30.000 επιχειρήσεις που θεωρούνται βιώσιμες και επιλέξιμες από τις τράπεζες, τότε υπάρχει ο κίνδυνος για δημιουργία οικονομίας δύο ταχυτήτων. Όπως δήλωσε δημοσίως ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, κ. Γιάννης Στουρνάρας, δεν μπορεί να μείνουν εκτός χρηματοδότησης μικρές και βιώσιμες επιχειρήσεις. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε οικονομία δύο ταχυτήτων και στην ανάγκη για επέκταση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, κ. Γιώργος Καββαθάς, συμφώνησε με τη διατύπωση αυτή, σημειώνοντας ότι, αν λάβουμε υπόψη τούς αριθμούς από την έκθεση της Κομισιόν και της ΕΚΤ, αλλά και τον αριθμό των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων στην Ελλάδα, το ποσοστό των βιώσιμων επιχειρήσεων που δεν βρίσκουν πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό θα δημιουργήσει επιπλέον 2 εκατομμύρια ανέργους.

    Τρίτον, ποια είναι και πώς χρησιμοποιούνται τα τραπεζικά κριτήρια και πώς ορίζεται η βιωσιμότητα. Σύμφωνα με τον επικεφαλής του SSM, κ. Αντρέα Ενρία, οι τράπεζες πρέπει να παραμείνουν αυστηρές στην τήρηση των τραπεζικών κριτηρίων, αλλά πρέπει να προσαρμόσουν τα κριτήρια στις προοπτικές και στους κινδύνους που έρχονται. Επίσης, σε άλλη ομιλία μέσα στην εβδομάδα δήλωσε ότι η στήριξη της ρευστότητας από την ΕΚΤ πραγματοποιείται για τη χρηματοδότηση νοικοκυριών και βιώσιμων επιχειρήσεων και όχι επιχειρήσεων-"ζόμπι".

    Τέταρτον, να οριστεί η βιωσιμότητα και να υπολογίζεται (αξιολογείται) βάσει προοπτικών, όπως το EBITDA του κλάδου. Συνεπώς, απαιτούνται κλαδικές μελέτες και προσαρμογή των κριτηρίων πιστοληπτικού ελέγχου. Κι αυτό διότι η πανδημία και η δεκαετής κρίση χρέους που προηγήθηκαν έχουν αλλοιώσει την εικόνα πολλών επιχειρήσεων, οι οποίες παρ’ όλα αυτά επιβίωσαν.

    Πέμπτον, τράπεζες και επιχειρήσεις θα πρέπει να αναλύσουν σε βάθος τις ελληνικές επιχειρήσεις και να εντοπίσουν περισσότερες βιώσιμες επιχειρήσεις.

    Έκτον, να αναπτυχθεί η συμβουλευτική, τόσο από τις τράπεζες όσο και από επιμελητήρια και φορείς της αγοράς, ώστε να καταρτιστούν ταχύτερα και περισσότερα επιλέξιμα επιχειρηματικά σχέδια στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης.

    Έβδομον, να δημιουργηθούν clausters για συνέργειες μεταξύ μικρών επιχειρήσεων. Σημειώνεται ότι το Ταμείο Ανάκαμψης χρηματοδοτεί εξαγορές και συγχωνεύσεις, αλλά όχι clausters, τα οποία, σύμφωνα με μελέτη της Εθνικής Τράπεζας, έχουν συμβάλει σημαντικά στην ανταγωνιστικότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.

    Ένατον, αλλαγή νοοτροπίας τόσο από τις επιχειρήσεις όσο και από τις τράπεζες, με αυστηρότερη υιοθέτηση κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης, αρχών υπεύθυνης τραπεζικής και κριτηρίων ESG (environment, society, government). Δηλαδή οι ίδιες οι επιχειρήσεις θα πρέπει να ακολουθήσουν το νέο παραγωγικό μοντέλο και τα κριτήρια ESG, αλλά και οι τράπεζες θα πρέπει να χρηματοδοτούν επιχειρηματικά πλάνα που θα έχουν περιβαλλοντικό αλλά και κοινωνικό αποτύπωμα.

    Δέκατον, να εξεταστεί από τις τράπεζες η κεφαλαιακή ενίσχυση λόγω της ευνοϊκής συγκυρίας, καθώς θα κληθούν να χρηματοδοτήσουν και να μοχλεύσουν συνολικά κεφάλαια ύψους 50 δισ. ευρώ μέχρι το 2026. Κι αυτό διότι απαιτούνται κεφάλαια 14 ευρώ για κάθε δάνειο 100 ευρώ, όπως εξήγησε ο κ. Στουρνάρας.

    Ταμείο Ανάκαμψης

    H αξιοποίηση της ευκαιρίας του Ταμείου Ανάκαμψης χρειάζεται κεφάλαια τόσο από τις τράπεζες όσο και από τις επιχειρήσεις. Συγκεκριμένα, 30,9 δισ. ευρώ αποτελούν πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ τα υπόλοιπα 26,5 δισ. αποτελούν ιδιωτικά κεφάλαια που θα συνεισφέρουν στις προωθούμενες επενδύσεις. Αυτά θα καλυφθούν από τραπεζικά δάνεια 13 δισ. και από ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων 6,5 δισ. ευρώ. Μάλιστα, το μεγαλύτερο μέρος των επιδοτήσεων για τον μετασχηματισμό της οικονομίας δρα ενισχυτικά στο περιβάλλον όπου λειτουργούν οι ΜμΕ (π.χ. υποδομές, ψηφιοποίηση δημόσιου τομέα, εκπαίδευση), το 1/6 των επιδοτήσεων κατευθύνεται άμεσα στον επιχειρηματικό τομέα και εξ αυτών τα 2/3 να τείνουν προς τις ΜμΕ, σύμφωνα με την Εθνική Τράπεζα.

    Επιχειρηματικό μοντέλο

    Το μέγεθος και η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων αποτελούν ένα πρόβλημα που αναδεικνύει ένα διαρθρωτικό ζήτημα του ελληνικού επιχειρηματικού μοντέλου, λόγω του πολύ μικρού μεγέθους της ελληνικής επιχείρησης, η οποία μάλιστα στερείται σε ανταγωνιστικότητα και καινοτομία σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές (πέραν του μεγέθους), όπως κατέγραψε πρόσφατη μελέτη της Εθνικής Τράπεζας. Όμως από την ίδια μελέτη προκύπτει ότι η συνεισφορά των μικρομεσαίων επιχειρήσεων είναι μεγαλύτερη στην εγχώρια οικονομία από ό,τι στην Ε.Ε.

    Προκύπτουν, όμως, ακόμα δύο ενδιαφέροντα συμπεράσματα:

    Πρώτον, στην υπόλοιπη Ε.Ε. υπάρχουν προγράμματα για την ενίσχυση του μεγέθους και της ανταγωνιστικότητας. Οι ενισχύσεις από την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα και το Ταμείο Ανάκαμψης αποτελούν, συνεπώς, ευκαιρία για τα βιώσιμα σχήματα.

    Δεύτερον, μπορεί η πλειονότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων να έχουν πολύ μικρό μέγεθος και τζίρο, ωστόσο υπάρχουν αρκετές χιλιάδες με τζίρους από 5 έως 10 εκατ. ευρώ, συνεισφέροντας με περίπου 20% στον συνολικό κύκλο εργασιών των 120 δισ. ευρώ τον χρόνο από 747.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Και αυτές από 1 εκατ. ευρώ έως 10 εκατ. ευρώ τζίρο υπολογίζονται σε 554.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις (74% του συνολικού τζίρου των 120 δισ. ευρώ).

    Αυτά προκύπτουν από μελέτη της Εθνικής Τράπεζας, η οποία εντοπίζει τις αδυναμίες, αλλά ταυτόχρονα και τις ευκαιρίες του Ταμείου Ανάκαμψης για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

    Ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, κ. Γιώργος Καββαθάς, μιλώντας στο Capital.gr, εξηγεί ότι ο αριθμός των ελληνικών επιχειρήσεων είναι στην πραγματικότητα αρκετά μικρότερος, εάν λάβουμε ως κριτήριο ότι είναι εργοδότες και ότι στοχεύουν στο ετήσιο κέρδος. Δηλαδή, σύμφωνα με τον κ. Καββαθά, οι επιχειρήσεις σήμερα, χωρίς τις ατομικές και τους ελεύθερους επαγγελματίες, υπολογίζονται γύρω στις 400.000. Από αυτές, οι μισές αποτελούν επιχειρηματικότητα ανάγκης. Απομένουν άλλες 200.000 επιχειρήσεις, όλων των μεγεθών και κλάδων, με εργαζόμενους και με επιχειρησιακά σχέδια. Μέσα σε αυτές υπάρχουν πολλές βιώσιμες επιχειρήσεις. Όμως, όταν το 22% των αιτήσεων απορρίπτεται, σύμφωνα με την έκθεση της Κομισιόν και της ΕΚΤ, τότε αυτομάτως οι μισές από τις βιώσιμες δεν μπαίνουν καν στον κόπο να κάνουν αίτηση. Αν κλείσουν αυτές οι βιώσιμες επιχειρήσεις, υπολογίζεται ότι θα αυξηθεί η ανεργία κατά 2 εκατ. άτομα. Δηλαδή θα μετράμε 3 εκατ. άνεργους.

    Συνεπώς, για τον κ. Καββαθά, είναι θετικό το γεγονός ότι τράπεζες και επιχειρήσεις κάθονται στο ίδιο τραπέζι να λύσουν ένα ζήτημα προς όφελος και των δύο πλευρών. Οι τράπεζες θα δώσουν δάνεια, άρα θα ενισχύσουν την κερδοφορία τους, και οι επιχειρήσεις θα αναπτυχθούν, περιορίζοντας τον κίνδυνο από πτωχεύσεις και ανεργία στις ίδιες τις τράπεζες. Ακόμα, θεωρεί ότι το κομμάτι της συμβουλευτικής, της δημιουργίας clausters, της αλλαγής νοοτροπίας και της χρήσης φορολογικών κινήτρων για μεγέθυνση της μέσης επιχείρησης θα βοηθούσαν καταλυτικά.

    Οι απορρίψεις

    Οι τράπεζες γνωρίζουν το πελατολόγιό τους καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Έχουν μετρήσει περίπου 20.000 βιώσιμες επιχειρήσεις, που μπορεί να φτάσουν τις 30.000. Για τις υπόλοιπες ισχύουν τα εξής στατιστικά: το 60% δεν πληρούν τα τραπεζικά κριτήρια, το 16% δεν εμφανίζουν βιώσιμα επιχειρηματικά σχέδια, το 14% έχουν κακή εικόνα στο κατάστημα με το οποίο συνεργάζονται και οι υπόλοιπες είναι ζημιογόνες και υπερχρεωμένες.

    Ρευστότητα

    Επίσης, οι τράπεζες σημειώνουν ότι η μείωση της πιστωτικής επέκτασης συνδέεται άμεσα με την πτωτική ζήτηση για επιχειρηματικά δάνεια λόγω της ρευστότητας από τα μέτρα στήριξης και της αβεβαιότητας των εταιρειών να αναλάβουν μεγαλύτερα ρίσκα κατά το άνοιγμα της αγοράς. Για τον λόγο αυτό πιστεύουν ότι η μείωση της πιστωτικής επέκτασης τους πρώτους μήνες του 2021 είναι παροδική και ότι θα ξεκινήσει ζωηρή κίνηση από Σεπτέμβριο.

    Για το θέμα της ρευστότητας το Capital.gr μίλησε με τον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας factoring Flexfin, στην οποία βασικός μέτοχος είναι η Εθνική Τράπεζα, αλλά στόχος της είναι οι μικρές επιχειρήσεις που δεν έχουν πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό. Ο κ. Δημήτρης Βρανόπουλος, διευθύνων σύμβουλος της Flexfin, επιβεβαιώνει ότι τα lockdown και τα μέτρα στήριξης περιόρισαν τις ανάγκες για ρευστότητα των επιχειρήσεων. Για παράδειγμα, ενώ συνηθίζεται να χρηματοδοτείται το 80% των τιμολογίων, το ποσοστό αυτό έπεσε στο 57%-60% κατά την περίοδο της κρίσης. Από το Απρίλιο και Μάιο, όταν άνοιξε η αγορά, διαπιστώνεται σταδιακή άνοδος του ποσοστού χρηματοδότησης των τιμολογίων − σήμερα πάνω από το 60%. Αυτό είναι ένδειξη ότι οι μικρές επιχειρήσεις έχουν ανάγκη από ρευστότητα. Διευκρινίζει ότι τα ποσοστά αυτά διαφέρουν από κλάδο σε κλάδο, αλλά δίνουν τη μεγάλη εικόνα. Σήμερα οι εταιρείες factoring χρηματοδοτούν τις εταιρείες με περίπου 1,8 δισ. ευρώ (καθαρή χρηματοδότηση). Με το ποσό αυτό αναχρηματοδοτούν τιμολόγια ύψους 14 δισ. ευρώ τον χρόνο.

    Σε ό,τι αφορά τις βιώσιμες και καινοτόμες, ο κ. Βρανόπουλος δήλωσε ότι υπάρχουν πολλές καινοτόμες και startups στην Ελλάδα οι οποίες χρηματοδοτούνται από το factoring ή μέσω επενδυτών και όχι από τις τράπεζες. Βέβαια, όπως είπε, η συνεργασία με κάποια εταιρεία factoring διευκολύνει τις μικρές επιχειρήσεις στον τραπεζικό δανεισμό.

    Τα επιχειρήματα

    Η πρώτη και βασική ερώτηση που τέθηκε προς όλες τις πλευρές είναι το εάν υπάρχει κάποιος θεσμός που μπορεί να ζητά από τις τράπεζες να δώσουν περισσότερα χρήματα ή να χρηματοδοτούν πιο εύκολα. Η απάντηση από όλες τις πλευρές ήταν κοινή: Όχι. Η πλευρά του υπ. Οικονομικών ξεκαθάρισε ότι κανένας δεν πιέζει τις τράπεζες να δανείσουν όλους ή να δώσουν περισσότερα δάνεια. Αυτό που ζητείται είναι η καλύτερη προετοιμασία ώστε να εντοπιστούν περισσότερες βιώσιμες επιχειρήσεις. Δηλαδή να γίνει μεγαλύτερη διάχυση της χρηματοδότησης στην πραγματική οικονομία από ό,τι να συγκεντρωθούν τα δάνεια σε λίγες επιχειρήσεις. Είναι ζήτημα υπεύθυνης τραπεζικής και κοινωνικής ευθύνης, δηλώνουν από το υπ. Οικονομικών.

    Η πλευρά της εποπτείας, τόσο από Αθήνα όσο και από Φρανκφούρτη, επιβεβαιώνει το γεγονός ότι άπλετη ρευστότητα από την ΕΚΤ και τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης απέτρεψαν τα χειρότερα και έχουν δημιουργήσει μια καλύτερη εικόνα για τους κινδύνους από ό,τι ισχύει. Κι ενώ προειδοποιούν ότι με την απόσυρση των μέτρων στήριξης θα υπάρξει επιδείνωση στα οικονομικά των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, αντί να βλέπουν αύξηση του κόστους κινδύνου από τις τράπεζες, διαπιστώνουν το αντίθετο. Επίσης, διαπιστώνουν μικρότερη πιστωτική επέκταση από ό,τι θα αναμενόταν λόγω των συνθηκών ρευστότητας και του χαμηλού κόστους χρήματος για άντληση κεφαλαίων με στόχο να χρηματοδοτήσουν την οικονομία κατά τη μετάβαση στην κανονικότητα. Από την άλλη πλευρά, παραδέχονται ότι οι τράπεζες που έχουν μεγάλο απόθεμα κόκκινων δανείων δυσκολεύονται για τεχνικούς και πρακτικούς λόγους να εστιάσουν στην αναζήτηση βιώσιμων επιχειρήσεων και να αυξήσουν τις χρηματοδοτήσεις. Ακόμα, οικονομίες με υψηλά ποσοστά κόκκινων δανείων συνδέονται με χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης.

    Οι τράπεζες υποστηρίζουν ότι έχουν τα απαραίτητα κεφάλαια για την αποτελεσματική υποστήριξη του Ταμείου Ανάκαμψης και ήδη έχουν προβλέψει τα επιπλέον δάνεια που θα απαιτηθούν μέχρι το 2026. Ωστόσο, σημειώνουν ότι είναι υποχρεωμένες να δανείζουν με αυστηρά τραπεζικά κριτήρια και βιώσιμες επιχειρήσεις. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν περισσότερες από 30.000 βιώσιμες επιχειρήσεις και αυτό έχει να κάνει με διαρθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής επιχειρηματικότητας και όχι με δική τους αδυναμία. Αντίθετα, οι ίδιες υποστηρίζουν ότι εξαντλούν όλα τα περιθώρια χρηματοδότησης και αναχρηματοδότησης προκειμένου να στηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις τόσο κατά τη διάρκεια της κρίσης όσο και μετά. Τέλος, σημειώνουν ότι η ρευστότητα από τα μέτρα στήριξης και τα lockdown έχουν κάνει τις ίδιες τις επιχειρήσεις να μη ζητούν δάνεια.

    Οι εκπρόσωποι των επιχειρήσεων επικαλούνται την έκθεση των Κομισιόν και ΕΚΤ (SAFE), όπου παρουσιάζεται έκδηλα το γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν στηρίζουν την επιχειρηματικότητα όσο οι υπόλοιπες στην Ευρώπη. Έτσι, μόνο οι 2 στις 10 επιχειρήσεις έχουν πρόσβαση σε δάνεια και γραμμές πίστωσης, ενώ το 81% δήλωσε ότι επέζησε στην κρίση μόνο από την κρατική στήριξη. Μάλιστα, από το 81%, τα δύο τρίτα εμφανίζονται αισιόδοξα ότι με τη στήριξη αυτή θα καταφέρουν να ανταποκριθούν στις προκλήσεις των επόμενων δύο ετών.



     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ